IF MAKING MOVIES IS A CRIME, THEN CRIME IS MY BUSINESSBlogger Templates

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

ιστορια 7η:O ΞΕΝΟΣ

- …..Είμαι ένας άνθρωπος της παρακμής….. Παιδί ενός πολιτισμού που γέρασε πολύ….. Πιστεύω σ’ αυτό το μύθο. Δεν υπάρχει τρόπος να πιστέψω σε κάτι άλλο…. Έζησα έτσι όλη μου τη ζωή. Προσπάθησα , ειλικρινά, ν’ αλλάξω δρόμο, αλλά στάθηκε αδύνατο….. Ήταν κάτι πάνω απ’ τις δυνάμεις μου, πιστέψτε με….. Ένας μηχανισμός που λειτουργεί ερήμην μου. Κάτι σαν την βαρύτητα η την εξάτμιση του νερού….
Ακολούθησε μια μικρή παύση. Στη φλόγα του σπίρτου που έβαλε φωτιά στο τσιγάρο του, προσπάθησα να δω το πρόσωπο του. Αλλά δεν τα κατάφερα.
Μπήκε στο γραφείο μου πριν πέντε λεφτά ήσυχα και κάθισε στον καναπέ απέναντι μου, χωρίς να μου συστηθεί. Χωρίς καν να ρωτήσει αν μπορώ κι αν θέλω να τον δεχτώ. Ήταν αργά το απόγευμα την ώρα που το φως λιγοστεύει όλο και περισσότερο και οι περσίδες του παραθύρου μου ήταν κλειστές. Μέσα στο μισοσκόταδο δεν έβλεπα παρά μια σιλουέτα ενός αρκετά κομψού κι ευκίνητου νέου ανθρώπου. Αν κανείς θεωρείται νέος γύρω στα 45. Σχεδόν τόσο είμαι κι εγώ και δεν μπορώ να πω ότι τα συναισθήματα μου είναι ιδιαζόντως νεανικά. Φορούσε ένα καπέλο που σκίαζε το πρόσωπο του και μου μιλούσε αποφεύγοντας να γυρίζει προφίλ. Δεν θέλω να πω πως το έκανε επίτηδες γιατί δεν μπορούσε να προβλέψει αν θα ανάψω η όχι το φως, ούτε μου απαγόρευσε να το κάνω. Με πέτυχε όμως σε μια στιγμή περισυλλογής, με τα πόδια πάνω στο τραπέζι και τη Filandia να ξεχειλίζει το ποτήρι μου. Ήταν μια απ’ τις ηλίθιες στιγμές που νιώθουμε να μας πνίγει η αποτυχία κι εμείς με τη σειρά μας προσπαθούμε να την πνίξουμε στο αλκοόλ. Ήταν μια στιγμή που νομίζουμε ότι αν ζούσαμε ξανά την ζωή μας, αν πραγματικά είχαμε μια τέτοια, έστω κι από δεύτερο χέρι, ευκαιρία, θα κάναμε σίγουρα άλλες επιλογές με λιγότερα λάθη, αλλά απ’ την άλλη πάλι ξέρουμε καλά ότι κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου σίγουρο κι ότι οι πιθανότητες να κάναμε τα πράγματα χειρότερα είναι εξίσου πολλές, μπορεί και περισσότερες.
- Μ’ αρέσει να ερμηνεύω τον κόσμο με το δικό μου τρόπο, όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι και να θεωρώ ως πραγματικότητα του κόσμου την δική μου πραγματικότητα. Ίσως αυτό να το βρίσκεται αρκετά εγωιστικό αλλά σας διαβεβαιώνω ότι νιώθω παγιδευμένος σ’ ένα κυκλικό λαβύρινθο όπου όλα ανακυκλώνονται ερήμην μας, σαν να υπάρχει μια μεταφυσική νομοτέλεια, μια υπερφυσική οικονομία που ακυρώνει αυτομάτως κάθε χειρονομία που απειλεί να διαταράξει μια μυστηριώδη παγκόσμια τάξη ακόμα κι αν εμείς το θέλουμε πολύ και το προσπαθούμε περισσότερο……
Μ’ εκνεύριζε όλο και περισσότερο που δεν μπορούσα να τον δω. Κι ύστερα όλα αυτά που έλεγε και μάλιστα αυτή την ώρα.. ήταν σαν να μου έστριβε ένα κατσαβίδι στο κεφάλι. Δεν έκανα όμως κάποιο σχόλιο ούτε κουνήθηκα απ’ τη θέση μου. Γέμισα μόνο το ποτήρι με βότκα και άνοιξα μηχανικά το συρτάρι. Το τριανταδυάρι άραζε εκεί, βουβό και καλολαδωμένο και δίπλα του παρκαρισμένο το μικρό δημοσιογραφικό κασετόφωνο. Πάτησα μαλακά το rec. και ξανάκλεισα το συρτάρι. Αυτή η νωθρή και λίγο βραχνή φωνή, μου ήταν εξαιρετικά γνώριμη. Το κεφάλι μου όμως σκαρφάλωνε στη κορυφή του πόνου και μου ήταν δύσκολο να του δώσω κι άλλη δουλειά. Έκανε ζέστη παρ’ ότι ο ανεμιστήρας οροφής στριφογύριζε σαν κουρασμένη μπαλαρίνα. Ένα ελαφρό αεράκι σκόρπιζε τον καπνό του τσιγάρου του κάνοντας τον αέρα του γραφείου ακόμη πιο πνιγηρό. Κατά τα άλλα, οι περσίδες εξακολουθούσαν να είναι κλειστές, το φως λιγότερο καθως η μέρα πήγαινε για ύπνο και η γεύση της βότκας θύμιζε σίγουρα την γεύση βότκας. Τώρα το μόνο που σχεδόν έβλεπα ήταν μια καύτρα ν’ αναβοσβήνει σαν πυγολαμπίδα.
- Κάποτε όταν ήμουν φοιτητής… ένας καθηγητής μας είπε ότι για να ξεχωρίσουμε πρέπει να καλλιεργήσουμε αυτά που μας κάνουν να διαφέρουμε απ’ τους άλλους…. Να κάνουμε τα ελαττώματα μας προτερήματα, τα βίτσια μας, αρετές….. Αυτό σε οδηγεί σε μονοπάτια ερημικά…. Μιλώ από πείρα. Καταλήγεις να κινείσαι σε περιοχές περιθωριακές και συχνά απαγορευμένες, καταραμένες. Σε κάνουν να θέλεις να τα δοκιμάσεις όλα…. Κι εγώ το έχω κάνει…. Συμπυκνώνουν την ζωή σου και ταυτόχρονα σε σημαδεύουν με μια αίσθηση ανικανοποίητου…. Μην ταράζεστε….. Δεν ήρθα να σας εκμυστηρευτώ κάποιο φόνο. Δεν έχω φτάσει ακόμη μέχρι εκεί.
Έφερα αργά το ποτήρι με τη Filandia στο στόμα μου για πολλοστή φορά. Είδα το πρόσωπο μου παραμορφωμένο στα γυάλινα τοιχώματα του. Να πάρει ο διάολος σκέφτηκα. Κουτσοί στραβοί στον άγιο Παντελεήμονα. Κάτι συμβαίνει κι όλοι οι προβληματικοί αργά η γρήγορα πέφτουν επάνω μου. Επειδή ξέρω τα δύσκολα μπορεί να νομίζουν ότι τα ξέρω όλα. Καλό ε; Αλλά εγώ δεν είμαι ψυχαναλυτής. Είναι κάτι περισσότερο από σαφές. Η ταμπέλα έξω απ’ το γραφείο μου γράφει με κεφαλαία και σε σωστά παραδοσιακά ελληνικά ‘’Αμβρόσιος Σακάδας- Γραφείο ερευνών’’. Η δουλειά μου είναι να βρίσκω. Όπως ακριβώς το ακούτε. Να βρίσκω χαμένα ζώα, χαμένα αντικείμενα και χαμένα κορμιά. Άντε και κάνα διαζύγιο που και που. Αυτά είναι ότι πρέπει για να καλύπτω τα μίζερα έξοδα μου και να μου μένει και λίγος χρόνος για καμιά δυσάρεστη σκέψη. Άλλωστε – όπως λεει κι ο κινέζος- όταν δουλεύεις πολύ δεν προλαβαίνεις να βγάλεις χρήματα. Και τώρα αυτός ο τύπος είναι σαν να’χει μπει μες στο κεφάλι μου και μου λεει φωναχτά πράγματα που εγώ έχω τα πνευματικά δικαιώματα και που να πάρει ο διάβολος δεν θέλω ν’ ακούσω….. Κάπου την ξέρω αυτή τη φωνή. Κάπου την ξέρω……
- Έχω γυρίσει σχεδόν όλο τον κόσμο κάνοντας ταυτόχρονα διάφορες δουλειές. Μ’ αρέσουν τα ταξίδια. Ξέρεται, αν θεωρούσαν τα ταξίδια επάγγελμα εγώ θα διάλεγα να γίνω ταξιδευτής. Εσείς;
Ξαφνιάστηκα γιατί δεν περίμενα να μου απευθύνει τι λόγο.
- Κι εγώ έχω ταξιδέψει πολύ κι από δουλειές άλλο τίποτα. Αν το να αλλάζεις δουλειές το θεωρούσαν επάγγελμα εγώ θα ήμουνα ο Μάρκο Πόλο των επαγγελμάτων, του πέταξα.
Ρούφηξε το τσιγάρο και συνέχισε να ξετυλίγει το σκοτεινό συλλογισμό του αργά σαν να έψαχνε μια διέξοδο στο θολό λαβύρινθο του μυαλού του. Δεν έδωσε σημασία στην απάντηση μου.. Έτσι κι αλλιώς αυτό που είπα ήταν μια ανόητη και κρύα εξυπνάδα.
- …Για έναν άνθρωπο που τα έχει κάνει όλα κι έχει την ηλικία μου ο θάνατος είναι μια ελκυστική έννοια…. Όχι ο θάνατος κάποιου άλλου…. Δεν είμαι δολοφόνος ούτε μανιοκαταθλιπτικός. Αναφέρομαι στην αυτοχειρία…. Στην αυτοκτονία…. Μοιάζει να είναι ενδεχομένως η συνέχεια που αρμόζει στην περίπτωση. Η μόνη συνέχεια απ’ το σημείο που είμαι….. Ένα ταξίδι σε μια άλλη χώρα που πρέπει να γίνει όταν εδώ δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνεις. Κι είναι το μόνο μέρος που ακόμα δεν έχω επισκεφτεί…..κι όμως είμαι σίγουρος ότι υπάρχει μεταθανάτια ζωή.
Ελπίζω να μην αρχίσει τώρα τις αναφορές στον Επίκτητο και στον Τζεησον Ξενάκη, σκέφτηκα. Αν και φαίνεται να έχουμε ξεσκονίσει την ιδια βιβλιογραφία. Έκανα μια παρόμοια εργασία το 1975. Θυμάμαι τον καθηγητή να μου λεει αστειευόμενος στο τέλος ότι δεν είναι σίγουρος αν πρέπει να μου δώσει το μάθημα η όχι γιατί δεν ξέρει πως θα το εκλάβω. Αν με περάσει ίσως να θεωρήσω ότι απέτυχα κι αυτοκτονήσω κι αν δεν με περάσει ίσως πάλι να θεωρήσω ότι με την εργασία αυτή εκπλήρωσα την δύσκολη αποστολή μου σ’ αυτή τη πρόσκαιρη ζωή και πράξω αναλόγως. Του απάντησα ότι επειδή διαθέτω την ευστροφία του τεμπέλη, αν ήθελα να αυτοκτονήσω, δεν θα έμπαινα καν στον κόπο να γράψω την εργασία και προήχθην στο επόμενο έτος με γέλια και χειροκροτήματα. Αρέσει πολύ στους σπουδαστές να συζητούν θέματα ταμπού για την κοινωνία μας όπως η αυτοκτονία, η ανθρωποφαγία, το έγκλημα, η ευθανασία, η αιμομιξία…… και εγώ ως πονηρός φοιτητής εκμεταλλεύτηκα κάθε παρόμοια ευκαιρία……Που διάολο όμως ξέρω αυτή τη φωνή. Όταν τελειώσει το μονόλογο ο βλαμμένος, υποσχέθηκα στον εαυτό μου, θα γράψω κάτι στο κασετόφωνο, γιατί αυτή η φωνή……
- Αλήθεια εσείς τι γνώμη έχετε για τη μεταθανάτια ζωή; με ρώτησε ξαφνικά.
Μου ήρθε στο μυαλό το αστείο του Αρκα από το Έψιλον της προηγούμενης Κυριακής και παραλίγο να βάλω τα γέλια. ‘’Το χειρότερο, λεει, είναι να είσαι άθεος, γιατί όταν πεθαίνεις σε πλένουν, σε ξυρίζουν, σου φοράνε το καλο σου το κοστούμι κι εσύ δεν έχεις που να πας.’’
- Βολική ιδέα, είπα λίγο ειρωνικά. Αν ήμουν σίγουρος ότι έχω εξασφαλίσει το μέλλον θα απολάμβανα καλύτερα το παρόν.
Δεν του άρεσε προφανώς η απάντηση μου. Έτσι αποφάσισε μάλλον να βάλει τέρμα στο στρυφνό μονόλογο του.
- Βρήκα το όνομα σου στο χρυσό οδηγό, με πληροφόρησε ξερά. Έγραφε ‘’Πλήρης εχεμύθεια’’. Είναι η πιο μικρή αγγελία, το ξέρετε αυτό; Αυτό με έπεισε ότι αν δεν υπάρχει εχεμύθεια υπάρχει τουλάχιστον διακριτικότητα, είπε και γέλασε βραχνά με το κοινότυπο αστειάκι του, σ’ έναν τόνο πιο ψηλά απ’ τον ήχο του ανεμιστήρα, αλλά στην ίδια χαμηλότονη ένταση.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη του σακακιού του και με μια γρήγορη κίνηση μου πέταξε ένα κίτρινο τσαλακωμένο χαρτάκι. Αυτό έκανε δυο κύκλους και στάθηκε για λίγο απορημένο στον αέρα. Μετά έκανε μια κατακόρυφη βουτιά κι έπεσε κοντά στη βάση της καρέκλας μου. Δε μπήκα στο κόπο να το σηκώσω. Μου ήταν γνώριμο περισσότερο απ’ τον καθένα, Η αγγελία μου σκισμένη από κάποιο χρυσό οδηγό. Μπορεί κι από τον χρυσό οδηγό του τηλεφωνικού θαλάμου που είναι απέναντι.
- Για κάποιο λόγο είμαι απόλυτα βέβαιος ότι είσαι το πιο κατάλληλο πρόσωπο γι’ αυτή τη δουλειά, συνέχισε ο τύπος και έσυρε το δάχτυλο του στην επιφάνεια από το χαμηλό τραπεζάκι που ήταν δίπλα του. Σας προτείνω μια ενδιαφέρουσα δουλειά.
Ε, ωραία. Υπήρχε σκόνη. Και η άκρη από το δάχτυλο του έγινε πιθανότατα σκατε-ο-λε. Αλλά τι ήθελε να αποδείξει με κάτι τέτοιες μαλακίες. Ότι δεν είχα την πολυτέλεια της γραμματέως; Άρχισα να τα παίρνω λίγο στο κρανίο, το οποίο, μια και το’φερε η κουβέντα, λίγο απείχε απ’ το να καταρρίψει ορειβατικό ρεκόρ. .
Η σιωπή έσπασε από το θόρυβο που έκανε ένα τούβλο καθώς έσκαγε μπροστά μου. Όχι δεν ήταν τούβλο. Τσιμεντόλιθος ήταν.
- Αν θες τα μετράς, μου είπε ο ξένος. Αν δεν θες πάλι καλά. Σε διαβεβαιώ όμως ότι είναι πολλά λεφτά. Αμφιβάλω αν είδες μέχρι τώρα τόσα χαρτονομίσματα μαζεμένα στο ίδιο μέρος. Είναι από μια πρόσφατη κληρονομιά. Νομίζω ότι σ’ αυτό ήλπιζες τόσο καιρό. Σε μια καλή μπάζα. Εμένα δεν μου χρειάζονται. Το μόνο που θέλω είναι να μην ξέρω πως, ούτε και πότε.
Σηκώθηκε. Δεν σήκωσα το κεφάλι μου να τον κοιτάξω. Δεν ήθελα να δω ποιος είναι. Είδα μόνο το χέρι του –φορούσε στο τρίτο δάχτυλο ένα δαχτυλίδι ίδιο με το δικό μου- που ξαναπήρε το τούβλο και το έβαλε στη τσέπη του. Είχε δίκιο ο μπαγάσας. Όχι στο ότι δεν είχα ξαναδεί τόσα χαρτονομίσματα μαζεμένα- κάποτε διετέλεσα και ταμίας τραπέζης- αλλά στο ότι ήλπιζα σε μια καλή μπάζα, όπως άλλωστε και κάθε καλός χριστιανός.
- Θα’μαι στη πόλη, κι αυτά, πάντα εδώ, ανακεφαλαίωσε χαϊδεύοντας την τσέπη του.. Εδώ, επανέλαβε με περισσότερη έμφαση. Αφορολόγητα. Μόνο για σένα…. Δεν θέλω απόδειξη. Εκεί δεν έχει εφορία.
Καθώς η πόρτα έκλεισε πίσω του σκέφτηκα ότι δεν είδα τι έκανε τη γόπα απ’ το τσιγάρο του. Μπορεί και να την έσβησε στο πάτωμα, δίπλα στον καναπέ μου. Αν ναι, πρέπει να θυμηθώ να την μαζέψω γιατί δεν θέλω ο επόμενος πελάτης να με προσβάλει όπως αυτός με την σκόνη. Βαριόμουν όμως να κατεβάσω τα πόδια μου. Θα το έκανα φεύγοντας. Αντί γι’ αυτό, άνοιξα το συρτάρι κι έκλεισα το μαγνητόφωνο. Δεν μπήκα στον κόπο να συγκρίνω τις φωνές μας. Δεν είμαι ούτε δολοφόνος ούτε μανιοκαταθλιπτικός. Άλλωστε πόσο ζωντανός μπορεί να είναι ένας νεκρός; Έβγαλα την κασέτα από το κασετόφωνο και την διέλυσα στο πάτωμα με το τακούνι μου. Ύστερα άδειασα τα’ απομεινάρια της βότκας στο ποτήρι μου και το κοπάνισα μονορούφι. Τι μέρα κι αυτή σκέφτηκα και πήρα μια βαθιά αναπνοή. Κάπου διάβασα –αλλά μπορεί και όχι- ότι το αλκοόλ πρέπει να μασιέται. Να μην το καταπίνεις δηλ. αλλά να το μασάς. Ε, λοιπόν για να’μαι ειλικρινής –και μην μου πείτε ότι δεν συμφωνείτε- δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, άσκημη ιδέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: