Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009
Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009
ΤΟ FILM NOIR
ΤΟ FILM NOIR
των
Στάθη Βαλούκου & Βασίλη Σπηλιόπουλου
17-04-2003
Το φιλμ νουάρ είναι ένας όρος, που περιγράφει το συγκεκριμένο ύφος ενός μεγάλου κύκλου αστυνομικών ταινιών, από αυτές που έγιναν στην Αμερική από τις αρχές τις δεκαετίας του ’40 ως το τέλος της δεκαετίας του ’50.
Πιο σωστά, θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει σαν μια κατηγορία αστυνομικών ταινιών, που διαφοροποιείται από τις υπόλοιπες αισθητικά, ιδεολογικά και τεχνικά. Αυτές οι διαφοροποιήσεις του χαρίζουν μια σημαντική ιδιαιτερότητα, έτσι ώστε μερικοί να το θεωρούν ξεχωριστό είδος ταινιών, όπως είναι το γουέστερν ή το μιούζικαλ. ʼλλοι προχωρώντας περισσότερο, μιλούν για σχολή, την πιο σημαντική και ίσως την μοναδική στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου.
Αυτές οι εκτιμήσεις φαίνονται υπερβολικές. Όσον αφορά την πρώτη, είναι σαφές ότι το φιλμ νουάρ δεν περιλαμβάνει στη δομή του μια σημαντικά διαφορετική αφηγηματική αυτοτέλεια και δεν προσδιορίζεται από επαρκείς συμβάσεις ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ξεχωριστό είδος.
Όσο για τη σχολή ένα κίνημα δηλαδή ανάλογο με τον ιταλικό νεορεαλισμό ή τη γαλλική «νουβέλ βάγκ», πρέπει να πούμε ότι αυτή προσδιορίζεται από μια ομάδα κινηματογραφιστών, που έχουν τις ίδιες πολιτικές και αισθητικές πεποιθήσεις και αναζητούν μια κοινή στιλίστικη προσέγγιση. Το φιλμ νουάρ προφανώς χαρακτηρίζεται από την τελευταία ιδιότητα και σε ένα συζητήσιμο βαθμό και από την πρώτη. Όμως δεν εμφανίζει στα σενάριά του ποικιλία κινηματογραφικών ειδών τέτοια, που να δικαιολογεί την εκτίμηση ότι πρόκειται για ολόκληρη σχολή. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μια ποικιλία ταινιών, που θα περιλάμβανε πολεμικές ταινίες, αλλά και ψυχολογικά μελοδράματα και θα μπορούσε να εκτείνεται σε όλο το φάσμα, ανάμεσα στα δύο υποθετικά άκρα κινηματογραφικού ύφους, του φρικιαστικού και του κωμικού.
(Διαφορές με το αστυνομικό φιλμ)
Ενώ, όμως, δεν αποτελεί ένα κινηματογραφικό είδος, ούτε μπορεί να χαρακτηριστεί σαν κίνημα ή σχολή, με την κλασική τουλάχιστον έννοια, το φιλμ νουάρ έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που προέρχονται από τον ευρέως νοούμενο χώρο της αστυνομικής ταινίας ενώ παράλληλα τον ξεπερνούν, ενσωματώνοντας στοιχεία και άλλων κινηματογραφικών ειδών. Ο βαθμός διαφοροποίησης του από το κλασικό αστυνομικό, τόσο σε επίπεδο ιδεολογίας, όσο και αισθητικής, σημειώνεται παρακάτω, αφού προηγουμένως θεωρήσουμε, αρκετά σχηματικά, ως ενιαία την προβληματική του τυπικού αστυνομικού, όπου το κυρίαρχο ερώτημα «ποιος είναι ο δολοφόνος» αποτελεί το λόγο ύπαρξης της ταινίας.
Η επισήμανση αυτών των διαφοροποιήσεων είναι απαραίτητη για να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε στις σωστές διαστάσεις τη σημασία του φιλμ νουάρ στο χώρο του αμερικανικού κινηματογράφου.
Ο φόνος: Ο φόνος ή γενικότερα το έγκλημα σε μια οργανωμένη κοινωνία είναι αναπόφευκτα φορτισμένο με όλα τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού γεγονότος. Στο τυπικό, όμως, αστυνομικό φιλμ –επέκταση της αγγλικής αστυνομικής νουβέλας- αυτό το κοινωνικό συμβάν αποδραματοποιείται, χάνει το κοινωνικό του νόημα και γίνεται τελικά ένα εγκεφαλικό παιχνίδι, ένα σταυρόλεξο που αναζητά τη λύση του στο αστικό σαλόνι.
Στο φιλμ νουάρ το έγκλημα διαπράττεται στα έγκατα της πόλης, και είναι προϊόν πάθους, αποτέλεσμα διακαούς επιθυμίας για έρωτα και χρήμα.
«Το φιλμ νουάρ παρέδωσε πάλι το έγκλημα στους ανθρώπους που έχουν λόγους να το διαπράξουν και δεν το κάνουν μόνο για να μας φορτώσουν με ένα πτώμα, και που μάλιστα έχουν στα χέρια τους το κατάλληλο ‘μέσο’, και όχι δηλητήριο, φαρμακερά τόξα και ψάρια τροπικά» (Ρ. Τσάντλερ, Η απλή τέχνη του φόνου, ελεύθερη απόδοση).
Η ιδεολογία: Αν θεωρηθεί ότι το έγκλημα είναι παραβίαση του ηθικού κώδικα, που κατά συνέπεια προκαλεί διασάλευση της κοινωνικής ισορροπίας, τότε πραγματικά ο κινηματογραφικός του χειρισμός ξεπερνάει τα όρια του επιμέρους γεγονότος και διατυπώνει μια συνολική θεώρηση για την κοινωνία.
Στο χώρο του φιλμ νουάρ, η απάντηση στο ερώτημα «ποιος είναι ο δολοφόνος», ακόμα και όταν μπαίνει αυτό το ερώτημα, δε θεωρείται ότι λύνει το πρόβλημα. Η πορεία προς τη λύση του αινίγματος σημαδεύεται από καταλυτικές αποκαλύψεις, όσον αφορά τη «φύση» των ηρώων (και βεβαίως όχι μόνο των ενόχων) αλλά και των κοινωνικών δομών. Οι ισορροπίες που διαταράχθηκαν δεν επανέρχονται και το ρήγμα παραμένει αγεφύρωτο.
Οι ήρωες του τυπικού αστυνομικού φιλμ βιώνουν έναν ατομικό προσωπικό χρόνο, ουσιαστικά ασύμπτωτο προς το συλλογικό ιστορικό χρόνο της εποχής. Δημιουργούν ένα σχηματικό μικρόκοσμο που ολοκληρώνεται και εξαντλείται στα πλαίσια του φιλμ.
Για τις ταινίες νουάρ ο χρόνος είναι απαραίτητη συντεταγμένη καθώς ολοκληρώνεται από τις σχέσεις των ηρώων με την ιστορική συγκυρία. Ο χωροχρόνος και τα χαρακτηριστικά του «κρύβονται» πίσω από κάθε ιδιαιτερότητα που φαίνεται προσωπική. Οι σχιζοφρενείς ήρωες, οι φιλόδοξοι δολοφόνοι και η έκρηξη του σεξουαλικού πάθους φέρνουν το στίγμα των κοινωνικών και ιστορικών γεγονότων.
Η ανεργία η οικονομική κρίση, ο φόβος του πολέμου καθορίζουν τους ήρωες και δημιουργούν τις ψυχώσεις τους. Ο ιστορικός χρόνος είναι παρών, έτσι που το φιλμ νουάρ εμφανίζεται στο χώρο του σινεμά σαν ένα σύμπτωμα της γενικότερης κρίσης του αστικού πολιτισμού και των αξιών του.
Η αισθητική: Το φιλμ νουάρ υλοποίησε τις παραπάνω παραδοχές στο χώρο της αισθητικής, ξεπερνώντας τις συμβατικές αφηγηματικές και εικαστικές φόρμες που είχαν δημιουργηθεί από το κλασικό αστυνομικό φιλμ. Η ασυνεχής αφήγηση, οι απροσδόκητες γωνίες λήψης, το βάθος του πεδίου και οι εφιαλτικές φωτοσκιάσεις, στοιχεία που υιοθέτησε το φιλμ νουάρ και που σε ένα βαθμό κατάγονται από το μακρινό παρελθόν του γερμανικού εξπρεσιονισμού, προσδίδουν στο φιλμ νουάρ μοναδική δραματική ένταση και τέτοια συμπαγή λογική, που σπάνια συναντιέται στο χώρο του κινηματογράφου.
Ο ήρωας: Το αστυνομικό φιλμ καθώς και το φιλμ νουάρ στο βαθμό που συνιστούν ένα «μυστήριο» που επιζητά τη λύση του, κάνουν απαραίτητη την παρουσία του ντετέκτιβ, που θα ερευνήσει την υπόθεση και θα την οδηγήσει στην λύση της.
Οι ιστορίες, όμως, με ντετέκτιβ, που υιοθετούν το μοτίβο της «αναζήτησης του δράστη», ενώ στο φιλμ νουάρ αποτελούν μικρό μόνο μέρος από την πλατιά γκάμα του, στο αστυνομικό φιλμ αποτελούν τη μοναδική παραλλαγή του, και οποιαδήποτε προσπάθεια υπονόμευσης αυτού του μοτίβου θα αναιρούσε τον χαρακτήρα του.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό που επιβάλλεται από τη μοναδικότητα του μοτίβου αναζήτησης του δράστη, αλλά και από τη μανιχαϊστική φιλοσοφία του αστυνομικού φιλμ, που χωρίζει τον κόσμο με στεγανά σε «καλούς» και σε «κακούς» , είναι η έλλειψη χαρακτηρολογικής εξέλιξης των ηρώων σε σχέση με τον πραγματικό και φιλμικό χρόνο. Η ανακάλυψη του ενόχου και η εξιχνίαση του μυστηρίου επιβεβαιώνουν το ανεξέλικτο «στάτους» των χαρακτήρων και των σχέσεων του φιλμικού μικρόκοσμου που εγκαθιδρύει το αστυνομικό φιλμ, καθώς και την απουσία του χρόνου ως προσδιοριστικού και εξελικτικού παράγοντα.
Στο φιλμ νουάρ ο φιλμικός χρόνος καταγράφει το σημείο ρήξης των ηρώων με την τυπική μικροαστική ζωή τους, καθώς παρασύρονται σε ένα εγκληματικό παιχνίδι, ανατρέποντας συνήθειες και κατακτήσεις μιας ολόκληρης ζωής.
Αν ο φιλμικός χρόνος στο χώρο του αστυνομικού φιλμ ταυτίζεται με τον απαραίτητο χρόνο για τη διαλεύκανση του εγκλήματος, στο φιλμ νουάρ καταγράφεται ως ο χρόνος που απαιτείται για να εξελιχτεί ο μικροαστός υπάλληλος σε επικίνδυνο δολοφόνο, οι φιλήσυχες νοικοκυρές σε «μοιραίες» γυναίκες.
Στο φιλμ νουάρ οι ήρωες δεν εισάγονται ως δολοφόνοι, δημιουργούνται στη χρονική διάρκεια του φιλμ.
Η κλασική φιγούρα του ευτραφή συνταξιούχου Ηρακλή Πουαρό συνιστά τον τυπικό ντετέκτιβ, τόσο στην εγγλέζικη αστυνομική νουβέλα, όσο και στο αστυνομικό φιλμ. Το κυριότερο χαρακτηριστικό του είναι αναμφισβήτητα ο «τρόπος» που ερευνά τα και τελικά επιλύει το μυστήριο. Ένας τρόπος που συνίσταται αποκλειστικά και μόνο σε μια πολύπλοκη, σχεδόν λαβυρινθώδη διανοητική εργασία. Βυθισμένος σε μια πολυθρόνα, ανασυνθέτει τα γεγονότα με εξαιρετική αυτοπεποίθηση και διαμέσου μιας συστηματικής «λογικής» επεξεργασίας των δεδομένων ανακαλύπτει τη μοιραία αντίφαση και οδηγείται στο δολοφόνο.
Αντίθετα, για τον Φίλιπ Μάρλοου, τον τυπικό «σκληροτράχηλο ντετέκτιβ» του φιλμ νουάρ που ζει σε έναν βίαιο κόσμο, η κάθε υπόθεση είναι ένας διαρκής κίνδυνος. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να διακινδυνέψει ο ίδιος χρησιμοποιώντας τις γροθιές του και το πιστόλι του . Οι αμφιβολίες και τα προσωπικά του τραύματα τεκμηριώνουν την ουσιαστική «συμμετοχή του» στο δράμα.
Η αφήγηση: Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι δομημένο πάνω σε μια αυστηρή λογική. Ό, τι και να γίνει , όσο ετερόκλητα και παράλογα κι αν είναι εκ πρώτης όψεως τα γεγονότα και οι χαρακτήρες, στο τέλος όλα θα πρέπει να βρουν μια λογική ερμηνεία, ένα αδιόρατο νήμα θα πρέπει να συνδέσει και επεξηγήσει τα πάντα. Ο συγγραφέας δικαιούται να κάνει τους πιο τολμηρούς ακροβατισμούς , αλλά πάντα με τη συμβατική «υποχρέωση» να αποδείξει, στο τέλος, την ισχυρή και αναντίρρητη συνέχεια των γεγονότων.
Το τυπικό αστυνομικό φιλμ μυστηρίου, βασισμένο στα μυθιστορήματα του Κόναν Ντόιλ, της Αγκάθα Κρίστι, του Ζ. Σιμενόν, είναι βασισμένο κυρίως σε αυτήν την αρχή, της λογικής. Έτσι η αφήγησή του είναι αναπόφευκτα γραμμική, παρατακτική, χωρίς πειραματισμούς στη «φόρμα». Τα ευρήματα παραμένουν εξεζητημένα και ο ντετέκτιβ θυμίζει εντομολόγο στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει το θεατή.
Στο φιλμ νουάρ οι προτεραιότητες είναι διαφορετικές, το κυρίαρχο στοιχείο δεν είναι η λογική, αλλά το πάθος και η αίσθηση της απόγνωσης. Η αφήγηση, αισθηματική, συγκοπτόμενη, ασυνεχής, προσδιορίζει την ατμόσφαιρα που αρμόζει στα πρόσωπα και στα γεγονότα.
Το έγκλημα στο χώρο του φιλμ νουάρ δε συνδυάζεται, συνήθως, με το αστυνομικό μυστήριο και γίνεται από ανθρώπους με έντονα πάθη. Η «γραφή» παράλληλα παίρνει κάτι από τη βία του κόσμου που περιγράφει. Αν στο τυπικό αστυνομικό το «ζητούμενο» είναι η ολοκλήρωση ενός «στόρι», στο φιλμ νουάρ το ζητούμενο είναι η κινηματογραφική αφήγηση.
Η γυναίκα: Η παρουσία της στο χώρο του αστυνομικού φιλμ είναι ασήμαντη, περιορίζεται κάπου στο background της υπόθεσης, συνήθως είναι κάποια από τους υπόπτους, ή αποτελεί μια γραφική φιγούρα, ένα ιντερμέδιο στην κύρια αφήγηση. Η έλλειψη του ερωτισμού είναι συστατικό στοιχείο και φθάνει ως την απαγόρευση.
Αντίθετα, η γυναικεία φιγούρα στο φιλμ νουάρ ανάγεται σε θεμελιακό λίθο για τη δόμησή του. Έχοντας ένα ερωτικό και συνάμα καταστροφικό προφίλ, που δεν έχει προηγούμενο στο χώρο του κινηματογράφου, ανάγεται σε φιγούρα μυθική καθιερώνοντας τον τύπο της μοιραίας γυναίκας (femme fatale).
Η φύση: Η φύση στο αστυνομικό φιλμ είναι αδιάφορη και πολλές φορές ανύπαρκτη. Αντίθετα στο φιλμ νουάρ διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο. Η νύχτα, η βροχή, η ομίχλη, ή ακόμα και η κάψα επανέρχονται τυραννικά, υπογραμμίζοντας τον απροσδιόριστο κίνδυνο και την έξαψη του πάθους δημιουργώντας τη δραματική ατμόσφαιρα. Η φύση στο φιλμ νουάρ συμμετέχει στη δράση και πολλές φορές είναι το ίδιο «ένοχη» όπως και οι ήρωές του.
Η πόλη: Το ντεκόρ του εγκλήματος στο αστυνομικό φιλμ είναι το αστικό σπίτι, πράγμα που δεν είναι περιοριστικό για το είδος, στο βαθμό που αποτελεί ένα παιχνίδι λογικής. Για το φιλμ νουάρ, όμως, η «έξοδος» στην πόλη είναι αναπόφευκτη, αφού ο υπόκόσμος, που αποτελεί τον «εργολάβο» του εγκλήματος, δεν μπορεί να «χωρέσει» στα όρια ενός δωματίου. Η επιλογή, όμως, της πόλης για το φιλμ νουάρ ξεπερνάει τη σημασία του ντεκόρ, αποκτά τις διαστάσεις μιας ιδεολογικής επιλογής, στο βαθμό που στην πόλη αντανακλώνται όλοι οι πολιτιστικοί, πολιτικοί και οικονομικοί όροι, που την έχουν διαμορφώσει.
(Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά)
Για να επιστρέψουμε, όμως, στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φιλμ νουάρ, δηλαδή τους κοινούς άξονες που διατρέχουν όλες τις ταινίες του είδους κάνοντάς τες να ξεχωρίζουν, πρέπει να πούμε ότι αυτά είναι προφανή και άμεσα. Έτσι η ταινία εκτυλίσσεται πάντα στη σύγχρονη εποχή, συνήθως σε κάποια πόλη της Αμερικής, σπανιότερα σε ένα εξωτικό μέρος. Οι ήρωές της είναι Αμερικανοί και στα σενάρια εξοστρακίζεται το φανταστικό, αφού δεν υπάρχουν ασυνήθιστα περιστατικά και η μεταφυσική με την τρέχουσα έννοια απουσιάζει ολοκληρωτικά.
Υπάρχει ένα σταθερό στιλ, το οποίο συνίσταται σε επαναλαμβανόμενα αφηγηματικά μοτίβα, σε μια ενιαία αισθητική κινηματογράφησης και σε συναισθηματικές χαρακτηρολογικές καταστάσεις. Επιστρατεύονται όλες οι ηθικές και φιλοσοφικές αξίες της κουλτούρας της εποχής. Κάποιες έννοιες, όπως η μονομανία, η κλειστοφοβία, η παράκρουση, η αποξένωση κ. α., είναι ευδιάκριτες στα σενάρια των περισσότερων ταινιών, όπου αντικατοπτρίζονται διάφορα φιλοσοφικά κινήματα και επιστημονικά επιτεύγματα της εποχής, όπως ο υπαρξισμός ή ο φροϋδισμός. Η μυθοπλασία στηρίζεται στον απελπισμένο αγώνα την επίτευξη του αμερικάνικου ονείρου, που συνοψίζεται σε δύο λέξεις: πάθος για έρωτα και χρήματα.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών χαρακτηρίζεται και από κάποια αισθητική ακεραιότητα και από μορφολογική συνοχή, ώστε το φιλμ νουάρ να κατέχει μια μοναδική θέση στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου.
Μπορούμε να πούμε ότι αυτό που ορίζεται σαν «κύκλος νουάρ» είναι ένα σύνολο ταινιών, που όχι μόνο παρουσιάζουν μια ομοιόμορφη εικόνα της Αμερικής, αλλά το κάνουν και με έναν τρόπο που ξεπερνάει τις επιδράσεις κάποιας σχολής ή κάποιου είδους.
Το φιλμ νουάρ δεν αποτελεί μετάφραση μιας παράδοσης στη γλώσσα του κινηματογράφου. Είναι ένα αυτοτελές δημιούργημα της αμερικανικής κουλτούρας στο χώρο του σινεμά. Με δύο λόγια, είναι το μοναδικό παράδειγμα, μαζί με το γουέστερν, ενός τελείως αμερικάνικου στιλ στο χώρο της κινηματογραφικής δημιουργίας.
των
Στάθη Βαλούκου & Βασίλη Σπηλιόπουλου
17-04-2003
Το φιλμ νουάρ είναι ένας όρος, που περιγράφει το συγκεκριμένο ύφος ενός μεγάλου κύκλου αστυνομικών ταινιών, από αυτές που έγιναν στην Αμερική από τις αρχές τις δεκαετίας του ’40 ως το τέλος της δεκαετίας του ’50.
Πιο σωστά, θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει σαν μια κατηγορία αστυνομικών ταινιών, που διαφοροποιείται από τις υπόλοιπες αισθητικά, ιδεολογικά και τεχνικά. Αυτές οι διαφοροποιήσεις του χαρίζουν μια σημαντική ιδιαιτερότητα, έτσι ώστε μερικοί να το θεωρούν ξεχωριστό είδος ταινιών, όπως είναι το γουέστερν ή το μιούζικαλ. ʼλλοι προχωρώντας περισσότερο, μιλούν για σχολή, την πιο σημαντική και ίσως την μοναδική στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου.
Αυτές οι εκτιμήσεις φαίνονται υπερβολικές. Όσον αφορά την πρώτη, είναι σαφές ότι το φιλμ νουάρ δεν περιλαμβάνει στη δομή του μια σημαντικά διαφορετική αφηγηματική αυτοτέλεια και δεν προσδιορίζεται από επαρκείς συμβάσεις ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ξεχωριστό είδος.
Όσο για τη σχολή ένα κίνημα δηλαδή ανάλογο με τον ιταλικό νεορεαλισμό ή τη γαλλική «νουβέλ βάγκ», πρέπει να πούμε ότι αυτή προσδιορίζεται από μια ομάδα κινηματογραφιστών, που έχουν τις ίδιες πολιτικές και αισθητικές πεποιθήσεις και αναζητούν μια κοινή στιλίστικη προσέγγιση. Το φιλμ νουάρ προφανώς χαρακτηρίζεται από την τελευταία ιδιότητα και σε ένα συζητήσιμο βαθμό και από την πρώτη. Όμως δεν εμφανίζει στα σενάριά του ποικιλία κινηματογραφικών ειδών τέτοια, που να δικαιολογεί την εκτίμηση ότι πρόκειται για ολόκληρη σχολή. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μια ποικιλία ταινιών, που θα περιλάμβανε πολεμικές ταινίες, αλλά και ψυχολογικά μελοδράματα και θα μπορούσε να εκτείνεται σε όλο το φάσμα, ανάμεσα στα δύο υποθετικά άκρα κινηματογραφικού ύφους, του φρικιαστικού και του κωμικού.
(Διαφορές με το αστυνομικό φιλμ)
Ενώ, όμως, δεν αποτελεί ένα κινηματογραφικό είδος, ούτε μπορεί να χαρακτηριστεί σαν κίνημα ή σχολή, με την κλασική τουλάχιστον έννοια, το φιλμ νουάρ έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που προέρχονται από τον ευρέως νοούμενο χώρο της αστυνομικής ταινίας ενώ παράλληλα τον ξεπερνούν, ενσωματώνοντας στοιχεία και άλλων κινηματογραφικών ειδών. Ο βαθμός διαφοροποίησης του από το κλασικό αστυνομικό, τόσο σε επίπεδο ιδεολογίας, όσο και αισθητικής, σημειώνεται παρακάτω, αφού προηγουμένως θεωρήσουμε, αρκετά σχηματικά, ως ενιαία την προβληματική του τυπικού αστυνομικού, όπου το κυρίαρχο ερώτημα «ποιος είναι ο δολοφόνος» αποτελεί το λόγο ύπαρξης της ταινίας.
Η επισήμανση αυτών των διαφοροποιήσεων είναι απαραίτητη για να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε στις σωστές διαστάσεις τη σημασία του φιλμ νουάρ στο χώρο του αμερικανικού κινηματογράφου.
Ο φόνος: Ο φόνος ή γενικότερα το έγκλημα σε μια οργανωμένη κοινωνία είναι αναπόφευκτα φορτισμένο με όλα τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού γεγονότος. Στο τυπικό, όμως, αστυνομικό φιλμ –επέκταση της αγγλικής αστυνομικής νουβέλας- αυτό το κοινωνικό συμβάν αποδραματοποιείται, χάνει το κοινωνικό του νόημα και γίνεται τελικά ένα εγκεφαλικό παιχνίδι, ένα σταυρόλεξο που αναζητά τη λύση του στο αστικό σαλόνι.
Στο φιλμ νουάρ το έγκλημα διαπράττεται στα έγκατα της πόλης, και είναι προϊόν πάθους, αποτέλεσμα διακαούς επιθυμίας για έρωτα και χρήμα.
«Το φιλμ νουάρ παρέδωσε πάλι το έγκλημα στους ανθρώπους που έχουν λόγους να το διαπράξουν και δεν το κάνουν μόνο για να μας φορτώσουν με ένα πτώμα, και που μάλιστα έχουν στα χέρια τους το κατάλληλο ‘μέσο’, και όχι δηλητήριο, φαρμακερά τόξα και ψάρια τροπικά» (Ρ. Τσάντλερ, Η απλή τέχνη του φόνου, ελεύθερη απόδοση).
Η ιδεολογία: Αν θεωρηθεί ότι το έγκλημα είναι παραβίαση του ηθικού κώδικα, που κατά συνέπεια προκαλεί διασάλευση της κοινωνικής ισορροπίας, τότε πραγματικά ο κινηματογραφικός του χειρισμός ξεπερνάει τα όρια του επιμέρους γεγονότος και διατυπώνει μια συνολική θεώρηση για την κοινωνία.
Στο χώρο του φιλμ νουάρ, η απάντηση στο ερώτημα «ποιος είναι ο δολοφόνος», ακόμα και όταν μπαίνει αυτό το ερώτημα, δε θεωρείται ότι λύνει το πρόβλημα. Η πορεία προς τη λύση του αινίγματος σημαδεύεται από καταλυτικές αποκαλύψεις, όσον αφορά τη «φύση» των ηρώων (και βεβαίως όχι μόνο των ενόχων) αλλά και των κοινωνικών δομών. Οι ισορροπίες που διαταράχθηκαν δεν επανέρχονται και το ρήγμα παραμένει αγεφύρωτο.
Οι ήρωες του τυπικού αστυνομικού φιλμ βιώνουν έναν ατομικό προσωπικό χρόνο, ουσιαστικά ασύμπτωτο προς το συλλογικό ιστορικό χρόνο της εποχής. Δημιουργούν ένα σχηματικό μικρόκοσμο που ολοκληρώνεται και εξαντλείται στα πλαίσια του φιλμ.
Για τις ταινίες νουάρ ο χρόνος είναι απαραίτητη συντεταγμένη καθώς ολοκληρώνεται από τις σχέσεις των ηρώων με την ιστορική συγκυρία. Ο χωροχρόνος και τα χαρακτηριστικά του «κρύβονται» πίσω από κάθε ιδιαιτερότητα που φαίνεται προσωπική. Οι σχιζοφρενείς ήρωες, οι φιλόδοξοι δολοφόνοι και η έκρηξη του σεξουαλικού πάθους φέρνουν το στίγμα των κοινωνικών και ιστορικών γεγονότων.
Η ανεργία η οικονομική κρίση, ο φόβος του πολέμου καθορίζουν τους ήρωες και δημιουργούν τις ψυχώσεις τους. Ο ιστορικός χρόνος είναι παρών, έτσι που το φιλμ νουάρ εμφανίζεται στο χώρο του σινεμά σαν ένα σύμπτωμα της γενικότερης κρίσης του αστικού πολιτισμού και των αξιών του.
Η αισθητική: Το φιλμ νουάρ υλοποίησε τις παραπάνω παραδοχές στο χώρο της αισθητικής, ξεπερνώντας τις συμβατικές αφηγηματικές και εικαστικές φόρμες που είχαν δημιουργηθεί από το κλασικό αστυνομικό φιλμ. Η ασυνεχής αφήγηση, οι απροσδόκητες γωνίες λήψης, το βάθος του πεδίου και οι εφιαλτικές φωτοσκιάσεις, στοιχεία που υιοθέτησε το φιλμ νουάρ και που σε ένα βαθμό κατάγονται από το μακρινό παρελθόν του γερμανικού εξπρεσιονισμού, προσδίδουν στο φιλμ νουάρ μοναδική δραματική ένταση και τέτοια συμπαγή λογική, που σπάνια συναντιέται στο χώρο του κινηματογράφου.
Ο ήρωας: Το αστυνομικό φιλμ καθώς και το φιλμ νουάρ στο βαθμό που συνιστούν ένα «μυστήριο» που επιζητά τη λύση του, κάνουν απαραίτητη την παρουσία του ντετέκτιβ, που θα ερευνήσει την υπόθεση και θα την οδηγήσει στην λύση της.
Οι ιστορίες, όμως, με ντετέκτιβ, που υιοθετούν το μοτίβο της «αναζήτησης του δράστη», ενώ στο φιλμ νουάρ αποτελούν μικρό μόνο μέρος από την πλατιά γκάμα του, στο αστυνομικό φιλμ αποτελούν τη μοναδική παραλλαγή του, και οποιαδήποτε προσπάθεια υπονόμευσης αυτού του μοτίβου θα αναιρούσε τον χαρακτήρα του.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό που επιβάλλεται από τη μοναδικότητα του μοτίβου αναζήτησης του δράστη, αλλά και από τη μανιχαϊστική φιλοσοφία του αστυνομικού φιλμ, που χωρίζει τον κόσμο με στεγανά σε «καλούς» και σε «κακούς» , είναι η έλλειψη χαρακτηρολογικής εξέλιξης των ηρώων σε σχέση με τον πραγματικό και φιλμικό χρόνο. Η ανακάλυψη του ενόχου και η εξιχνίαση του μυστηρίου επιβεβαιώνουν το ανεξέλικτο «στάτους» των χαρακτήρων και των σχέσεων του φιλμικού μικρόκοσμου που εγκαθιδρύει το αστυνομικό φιλμ, καθώς και την απουσία του χρόνου ως προσδιοριστικού και εξελικτικού παράγοντα.
Στο φιλμ νουάρ ο φιλμικός χρόνος καταγράφει το σημείο ρήξης των ηρώων με την τυπική μικροαστική ζωή τους, καθώς παρασύρονται σε ένα εγκληματικό παιχνίδι, ανατρέποντας συνήθειες και κατακτήσεις μιας ολόκληρης ζωής.
Αν ο φιλμικός χρόνος στο χώρο του αστυνομικού φιλμ ταυτίζεται με τον απαραίτητο χρόνο για τη διαλεύκανση του εγκλήματος, στο φιλμ νουάρ καταγράφεται ως ο χρόνος που απαιτείται για να εξελιχτεί ο μικροαστός υπάλληλος σε επικίνδυνο δολοφόνο, οι φιλήσυχες νοικοκυρές σε «μοιραίες» γυναίκες.
Στο φιλμ νουάρ οι ήρωες δεν εισάγονται ως δολοφόνοι, δημιουργούνται στη χρονική διάρκεια του φιλμ.
Η κλασική φιγούρα του ευτραφή συνταξιούχου Ηρακλή Πουαρό συνιστά τον τυπικό ντετέκτιβ, τόσο στην εγγλέζικη αστυνομική νουβέλα, όσο και στο αστυνομικό φιλμ. Το κυριότερο χαρακτηριστικό του είναι αναμφισβήτητα ο «τρόπος» που ερευνά τα και τελικά επιλύει το μυστήριο. Ένας τρόπος που συνίσταται αποκλειστικά και μόνο σε μια πολύπλοκη, σχεδόν λαβυρινθώδη διανοητική εργασία. Βυθισμένος σε μια πολυθρόνα, ανασυνθέτει τα γεγονότα με εξαιρετική αυτοπεποίθηση και διαμέσου μιας συστηματικής «λογικής» επεξεργασίας των δεδομένων ανακαλύπτει τη μοιραία αντίφαση και οδηγείται στο δολοφόνο.
Αντίθετα, για τον Φίλιπ Μάρλοου, τον τυπικό «σκληροτράχηλο ντετέκτιβ» του φιλμ νουάρ που ζει σε έναν βίαιο κόσμο, η κάθε υπόθεση είναι ένας διαρκής κίνδυνος. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να διακινδυνέψει ο ίδιος χρησιμοποιώντας τις γροθιές του και το πιστόλι του . Οι αμφιβολίες και τα προσωπικά του τραύματα τεκμηριώνουν την ουσιαστική «συμμετοχή του» στο δράμα.
Η αφήγηση: Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι δομημένο πάνω σε μια αυστηρή λογική. Ό, τι και να γίνει , όσο ετερόκλητα και παράλογα κι αν είναι εκ πρώτης όψεως τα γεγονότα και οι χαρακτήρες, στο τέλος όλα θα πρέπει να βρουν μια λογική ερμηνεία, ένα αδιόρατο νήμα θα πρέπει να συνδέσει και επεξηγήσει τα πάντα. Ο συγγραφέας δικαιούται να κάνει τους πιο τολμηρούς ακροβατισμούς , αλλά πάντα με τη συμβατική «υποχρέωση» να αποδείξει, στο τέλος, την ισχυρή και αναντίρρητη συνέχεια των γεγονότων.
Το τυπικό αστυνομικό φιλμ μυστηρίου, βασισμένο στα μυθιστορήματα του Κόναν Ντόιλ, της Αγκάθα Κρίστι, του Ζ. Σιμενόν, είναι βασισμένο κυρίως σε αυτήν την αρχή, της λογικής. Έτσι η αφήγησή του είναι αναπόφευκτα γραμμική, παρατακτική, χωρίς πειραματισμούς στη «φόρμα». Τα ευρήματα παραμένουν εξεζητημένα και ο ντετέκτιβ θυμίζει εντομολόγο στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει το θεατή.
Στο φιλμ νουάρ οι προτεραιότητες είναι διαφορετικές, το κυρίαρχο στοιχείο δεν είναι η λογική, αλλά το πάθος και η αίσθηση της απόγνωσης. Η αφήγηση, αισθηματική, συγκοπτόμενη, ασυνεχής, προσδιορίζει την ατμόσφαιρα που αρμόζει στα πρόσωπα και στα γεγονότα.
Το έγκλημα στο χώρο του φιλμ νουάρ δε συνδυάζεται, συνήθως, με το αστυνομικό μυστήριο και γίνεται από ανθρώπους με έντονα πάθη. Η «γραφή» παράλληλα παίρνει κάτι από τη βία του κόσμου που περιγράφει. Αν στο τυπικό αστυνομικό το «ζητούμενο» είναι η ολοκλήρωση ενός «στόρι», στο φιλμ νουάρ το ζητούμενο είναι η κινηματογραφική αφήγηση.
Η γυναίκα: Η παρουσία της στο χώρο του αστυνομικού φιλμ είναι ασήμαντη, περιορίζεται κάπου στο background της υπόθεσης, συνήθως είναι κάποια από τους υπόπτους, ή αποτελεί μια γραφική φιγούρα, ένα ιντερμέδιο στην κύρια αφήγηση. Η έλλειψη του ερωτισμού είναι συστατικό στοιχείο και φθάνει ως την απαγόρευση.
Αντίθετα, η γυναικεία φιγούρα στο φιλμ νουάρ ανάγεται σε θεμελιακό λίθο για τη δόμησή του. Έχοντας ένα ερωτικό και συνάμα καταστροφικό προφίλ, που δεν έχει προηγούμενο στο χώρο του κινηματογράφου, ανάγεται σε φιγούρα μυθική καθιερώνοντας τον τύπο της μοιραίας γυναίκας (femme fatale).
Η φύση: Η φύση στο αστυνομικό φιλμ είναι αδιάφορη και πολλές φορές ανύπαρκτη. Αντίθετα στο φιλμ νουάρ διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο. Η νύχτα, η βροχή, η ομίχλη, ή ακόμα και η κάψα επανέρχονται τυραννικά, υπογραμμίζοντας τον απροσδιόριστο κίνδυνο και την έξαψη του πάθους δημιουργώντας τη δραματική ατμόσφαιρα. Η φύση στο φιλμ νουάρ συμμετέχει στη δράση και πολλές φορές είναι το ίδιο «ένοχη» όπως και οι ήρωές του.
Η πόλη: Το ντεκόρ του εγκλήματος στο αστυνομικό φιλμ είναι το αστικό σπίτι, πράγμα που δεν είναι περιοριστικό για το είδος, στο βαθμό που αποτελεί ένα παιχνίδι λογικής. Για το φιλμ νουάρ, όμως, η «έξοδος» στην πόλη είναι αναπόφευκτη, αφού ο υπόκόσμος, που αποτελεί τον «εργολάβο» του εγκλήματος, δεν μπορεί να «χωρέσει» στα όρια ενός δωματίου. Η επιλογή, όμως, της πόλης για το φιλμ νουάρ ξεπερνάει τη σημασία του ντεκόρ, αποκτά τις διαστάσεις μιας ιδεολογικής επιλογής, στο βαθμό που στην πόλη αντανακλώνται όλοι οι πολιτιστικοί, πολιτικοί και οικονομικοί όροι, που την έχουν διαμορφώσει.
(Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά)
Για να επιστρέψουμε, όμως, στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φιλμ νουάρ, δηλαδή τους κοινούς άξονες που διατρέχουν όλες τις ταινίες του είδους κάνοντάς τες να ξεχωρίζουν, πρέπει να πούμε ότι αυτά είναι προφανή και άμεσα. Έτσι η ταινία εκτυλίσσεται πάντα στη σύγχρονη εποχή, συνήθως σε κάποια πόλη της Αμερικής, σπανιότερα σε ένα εξωτικό μέρος. Οι ήρωές της είναι Αμερικανοί και στα σενάρια εξοστρακίζεται το φανταστικό, αφού δεν υπάρχουν ασυνήθιστα περιστατικά και η μεταφυσική με την τρέχουσα έννοια απουσιάζει ολοκληρωτικά.
Υπάρχει ένα σταθερό στιλ, το οποίο συνίσταται σε επαναλαμβανόμενα αφηγηματικά μοτίβα, σε μια ενιαία αισθητική κινηματογράφησης και σε συναισθηματικές χαρακτηρολογικές καταστάσεις. Επιστρατεύονται όλες οι ηθικές και φιλοσοφικές αξίες της κουλτούρας της εποχής. Κάποιες έννοιες, όπως η μονομανία, η κλειστοφοβία, η παράκρουση, η αποξένωση κ. α., είναι ευδιάκριτες στα σενάρια των περισσότερων ταινιών, όπου αντικατοπτρίζονται διάφορα φιλοσοφικά κινήματα και επιστημονικά επιτεύγματα της εποχής, όπως ο υπαρξισμός ή ο φροϋδισμός. Η μυθοπλασία στηρίζεται στον απελπισμένο αγώνα την επίτευξη του αμερικάνικου ονείρου, που συνοψίζεται σε δύο λέξεις: πάθος για έρωτα και χρήματα.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών χαρακτηρίζεται και από κάποια αισθητική ακεραιότητα και από μορφολογική συνοχή, ώστε το φιλμ νουάρ να κατέχει μια μοναδική θέση στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου.
Μπορούμε να πούμε ότι αυτό που ορίζεται σαν «κύκλος νουάρ» είναι ένα σύνολο ταινιών, που όχι μόνο παρουσιάζουν μια ομοιόμορφη εικόνα της Αμερικής, αλλά το κάνουν και με έναν τρόπο που ξεπερνάει τις επιδράσεις κάποιας σχολής ή κάποιου είδους.
Το φιλμ νουάρ δεν αποτελεί μετάφραση μιας παράδοσης στη γλώσσα του κινηματογράφου. Είναι ένα αυτοτελές δημιούργημα της αμερικανικής κουλτούρας στο χώρο του σινεμά. Με δύο λόγια, είναι το μοναδικό παράδειγμα, μαζί με το γουέστερν, ενός τελείως αμερικάνικου στιλ στο χώρο της κινηματογραφικής δημιουργίας.
Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009
Ταινίες DVD / Αστυνομικά
Ταινίες DVD / Αστυνομικά
172 DVD / Αστυνομικα κυκλοφορουν στην Ελληνικη αγορα
Μπορειτε να τα δειτε στο καταλογο του Αθηνοραματος, στο site: http://athinorama.bestprice.gr/?cat=408&priceMin=26,45&priceMax=32
172 DVD / Αστυνομικα κυκλοφορουν στην Ελληνικη αγορα
Μπορειτε να τα δειτε στο καταλογο του Αθηνοραματος, στο site: http://athinorama.bestprice.gr/?cat=408&priceMin=26,45&priceMax=32
Διαβάζοντας αστυνομικές ιστορίες
Δ Ο Κ Ι Μ Ι Ο
133 περιοδικό (δε)κατα χειμώνας 2008
Γιώργος Μπλάνας
Μια αστυνομική ιστορία είναι ό,τι ακριβώς λέει το όνομά της: η ιστορία ενός αστυνομι-
κού. Σαν ιστορία δεν διαφέρει από οποιαδήποτε άλλη: αφηγείται μια σειρά περιστατι-
κών με αρχή, μέση και τέλος. Το γεγονός πως ο αστυνομικός έχει να αντιμετωπίσει
πάντα μια σκοτεινή υπόθεση, δεν σημαίνει πως η υπόθεση της ιστορίας πρέπει να είναι
σκοτεινή. Άλλο πράγμα η υπόθεση που λύνει ο ήρωας και άλλο πράγμα η υπόθεση, η πλοκή
της ιστορίας. Η ιστορία γράφεται για να την καταλάβει ο αναγνώστης. Αν είναι να βουλιάξει
μέσα στα σκοτάδια, γιατί να χαλάσει την ώρα του; Η ζωή, γύρω μας, είναι πολύ πιο σκοτεινή
από την όποια σκοτεινή ιστορία. Αρκεί. Δουλειά του συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών δεν
είναι να κρύψει καλά ένα μυστικό, αλλά να το παρουσιάσει καλά. Παρουσιάζω ένα μυστικό δεν
σημαίνει το αποκαλύπτω, αλλά παρέχω με συνέπεια ό,τι συμβάλει στην αποκάλυψή του.
Μια αστυνομική ιστορία πρέπει να είναι απλή. Το θέμα της μπορεί να είναι σκοτεινό,
περίπλοκο, αλλά η ίδια πρέπει να έχει απλότητα και διαύγεια. Αν ο αναγνώστης υποψιαστεί
πως ο συγγραφέας γνωρίζει περισσότερα απ’ όσα του λέει, θα τον εγκαταλείψει. Καλά θα
κάνει. Γιατί θα πρέπει κάποιος ν’ ασχολείται μ’ έναν άνθρωπο που δεν είναι ειλικρινής; Στην
προκειμένη περίπτωση, ανειλικρίνεια σημαίνει: έλλειψη ταλέντου.
Μια αστυνομική ιστορία εξηγεί ένα μυστήριο. Δεν εξηγεί την εξήγηση ενός μυστηρί-
ου. Δεν αφηγείται την προσπάθεια του ήρωα να λύσει το μυστήριο. Βάζει τον ήρωα να το
λύσει. Απλά αυτό. Ό,τι θα έκανε, δηλαδή, ο συγγραφέας αν ήταν ντετέκτιβ. Από μιαν άποψη,
κάθε αστυνομική ιστορία είναι ένα κομμάτι μιας φανταστικής αυτοβιογραφίας. Δεν θα ήταν
παράλογο κάποιος, που θέλει να αυτοβιογραφηθεί, να μας ζαλίζει με την περιπέτεια της
προσπάθειάς του να αυτοβιογραφηθεί; Ίσως, στη διάρκεια των πρώτων χρόνων του 20ού
αιώνα, η τακτική αυτή να έλεγε κάτι καινούργιο. Σήμερα είναι παρωχημένη και πάντως
καθόλου κατάλληλη για αστυνομικές ιστορίες. Συνεπώς, ο συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών οφείλει να είναι ήδη ντετέκτιβ ή τουλάχιστον να γνωρίζει τι θα έπρεπε να κάνει αν ήταν.
Για να γράψει κανείς μιαν αστυνομική ιστορία δεν χρειάζεται μολύβι και χαρτί ή μιαν
οθόνη κι ένα πληκτρολόγιο, πριν αφηγηματολογίας θα τον μπερδέψει, με ολέθρια αποτελέσματα. Οι μεγάλοι συγγραφείς δεν
γνώριζαν τίποτε για την αφηγηματολογία. Απλά αφηγούνταν, δημιουργούσαν τα έργα που θα
γίνονταν αργότερα αντικείμενο της αφηγηματολογίας. Άρα υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να
μάθει κανείς ν’ αφηγείται: ν’ ακούει αυτό που διαβάζει, υποθέτοντας πως ο συγγραφέας είναι
το πιο ειλικρινές άτομο στον κόσμο και πως αυτά που γράφει είναι πραγματικά.
Αυτό και... να ξέρει πώς να εντοπίζει και να λύνει μυστήρια.
Η δουλειά του ντετέκτιβ δεν είναι καθόλου εύκολη ούτε ακίνδυνη. Πρέπει να ξέρει
κανείς πως δεν μπορεί να κατηγορεί τον οποιονδήποτε ούτε να χτυπάει στο κεφάλι τον κάθε
ύποπτο. Ο ντετέκτιβ είναι απλά ένας σοβαρός άνθρωπος που λύνει μυστήρια με
διακριτικότητα. Αν αρχίσει να ανακατεύει τους πάντες και τα πάντα, δεν πρόκειται να κάνει τη
δουλειά του σωστά. Ο δολοφόνος θα τον καταλάβει και θα κρυφτεί καλύτερα και οι άλλοι
γύρω του θα τον περάσουν για τρελό. Βέβαια, το δεύτερο δεν κάνει μεγάλο κακό στην
περίπτωση της λογοτεχνίας, αλλά δεν λειτουργεί στην περίπτωση της αστυνομικής
λογοτεχνίας. Μια πρωτοποριακή ιστορία θα μπορούσε ίσως να παρουσιάζει τις περιπέτειες
του θεοπάλαβου συγγραφέα της, αλλά μια αστυνομική ιστορία δεν έχει νόημα αν ο
συγγραφέας δεν μπορεί να ξεχωρίσει έναν καταθλιπτικό σερβιτόρο από έναν μανιακό
δηλητηριαστή.
Ο ντετέκτιβ δεν χρειάζεται καπέλο, γυαλιά, καμπαρτίνα. Χρειάζεται τα απαραίτητα για
την έρευνά του. Tο σώμα του: πόδια για να πηγαίνει όπου τον πηγαίνουν οι υποψίες του,
χέρια για να πιάνει ό,τι δεν βρίσκεται ήδη στις τσέπες του και αισθήσεις για να αφομοιώνει
όλες τις λεπτομέρειες.
Ο ντετέκτιβ θα πρέπει να γνωρίζει πως το κυριότερο στοιχείο για τη λύση του
μυστηρίου βρίσκεται μπροστά του, στο πιο προφανές σημείο και πως δεν το βλέπει εύκολα
ακριβώς επειδή είναι τόσο προφανές. Θα πρέπει να σκέπτεται αρκετά επικίνδυνα, ώστε να
αποσύρει το βλέμμα του από το βάθος των πραγμάτων –που είναι μια σχολαστική κατασκευή–
και να το περιφέρει στην επιφάνεια, όπου βρίσκεται η ουσία των πραγμάτων. Η μεγαλύτερη
παγίδα είναι να νομίσει πως ο κόσμος αρχίζει από την αρχή και τελειώνει στο τέλος. Ο
κόσμος είναι κάθε φορά αυτό που απλώνεται γύρω στο άτομο. Το βάθος του βρίσκεται
μερικά χιλιοστά από την επιφάνεια του σώματος του ατόμου –είναι αυτό που όλοι μας
θεωρούμε «επιφάνεια», δηλαδή– και η επιφάνειά του εκτείνεται στο άπειρο, άσχετα αν εμείς
την ονομάζουμε «βάθος». Γι’αυτό άλλωστε την αστυνομική λογοτεχνία την επινόησε ένας
ποιητής, ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Δεν υπάρχει καλύτερο εγχειρίδιο για ντετέκτιβ από το κείμενο
Η Φιλοσοφία της Σύνθεσης, στο οποίο ο ποιητής εξηγεί πώς έγραψε το Κοράκι. Επιπλέον, η
ανάγνωση του έργου Είναι και Χρόνος του φιλοσόφου Μάρτιν Χάιντεγκερ έχει να προσφέρει σ’
έναν ντετέκτιβ πολύ περισσότερα από δεκάδες μέτριες αστυνομικές ιστορίες, αρκεί να το
διαβάσει σαν αστυνομική ιστορία: ο φιλόσοφος σκαρφίζεται εξαιρετικές μεθόδους για να
προσπελάσει την απάθεια της πραγματικότητας και να την ξεμπροστιάσει. Στην
πραγματικότητα, λέει πως για να μάθει κανείς τι κρύβουν τα πράγματα δεν έχει παρά να
ρωτήσει τα ίδια τα πράγματα και μάλιστα να τα πιάσει στα πράσα, την ώρα που παριστάνουν
τα αδιάφορα. Μεγάλο σχολείο είναι και Ο Λόγος Περί της Μεθόδου του Ρενέ Ντεκάρτ. Ο
φιλόσοφος προσπαθεί με προσεκτικά λογικά βήματα να ξεχωρίσει το όνειρο από την
πραγματικότητα, την ψευδαίσθηση από την αίσθηση. Η πρόταση «Σκέπτομαι άρα Υπάρχω»
–που δεν σημαίνει παρά: «Ο μοναδικός τρόπος για να εμπιστευθώ τη σκέψη μου είναι να
προϋποθέσω πως είμαι πραγματικός, όπως και τα πράγματα γύρω μου»– είναι αυτό που
δίνει στον Σέρλκοκ Χολμς τη δύναμη για να λύνει μυστήρια. Ας μην ξεχνάμε πως είναι
κοκαϊνομανής, με ιδιαίτερη τάση προς τις ψευδαισθήσεις. Ο μοναδικός τρόπος για να
βεβαιώνει την ύπαρξή του είναι να εμπιστεύεται τη σκέψη του. Ο σπουδαίος Φίλιπ Ντικ
ξανάγραψε τον Λόγο περί της Μεθόδου στο αριστούργημά του Μπορούν τα Ανδροειδή να
Ονειρευτούν ένα Ηλεκτρικό Πρόβατο; Εκεί, ο ντετέκτιβ Ρικ Ντέγκαρντ (Ρενέ Ντεκάρ,
ασφαλώς) πρέπει να βρει έναν τρόπο για να ξεχωρίσει τους πραγματικούς από τους
τεχνητούς ανθρώπους. Δεν τον βρίσκει, γιατί δεν έχει τη δύναμη να κοιτάξει μπροστά του,
το πιο κοντινό του πλάσμα, τη γυναίκα που αγαπά. Αν το έκανε, θα καταλάβαινε πως δεν
υπάρχει τρόπος, πως ο άνθρωπος είναι μια κατασκευή του ανθρώπου. Όλα αυτά είναι πολύ
πιο χρήσιμα από όλα τα εγχειρίδια ανακριτικής και εγκληματολογίας και αστυνομικής
έρευνας, που στο κάτω κάτω περιέχουν αξιόλογες γνώσεις τις οποίες μπορεί να αφομοιώσει
κανείς εύκολα.
Η ψυχολογία (ατομική και κοινωνική), η κοινωνιολογία (των ομάδων, των θεσμών
κ.λπ.), η σημειολογία, η επικοινωνιολογία και όλες οι ...λογίες, που με τόσο κόπο κατέκτησε
το ανθρώπινο πνεύμα έχουν να προσφέρουν στον ντετέκτιβ χίλιες δυο χρήσιμες
πληροφορίες, αλλά τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την πείρα και τη φαντασία του.
Πείρα: Αν δεν έχεις δει μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας θυμωμένος άνθρωπος,
δεν μπορείς να είσαι ποτέ βέβαιος για την αθωότητα οποιουδήποτε. Ο Ηρακλής Πουαρό
θεωρεί πάντα τους πάντες αθώους ή ένοχους. Αν νομίζεις πως η δουλειά του ντετέκτιβ είναι
τόσο εύκολη, ώστε τα στοιχεία να πέφτουν σαν ώριμα μήλα κάτω από τη μηλιά, τότε δεν
έχεις πείρα. Ο Μακ Μπαίην, στο Τσιμπούρι του, δείχνει πώς είναι δυνατόν να λύσει ένας
ντετέκτιβ ένα μεγάλο μυστήριο εντελώς κατασκευασμένο από ληστές. Όσο αυτός λύνει το
πρόβλημα μιας υποτιθέμενης δολοφονίας, εκείνοι ξαφρίζουν μια τράπεζα.
Φαντασία: Ο Αϊνστάιν είχε διαπιστώσει τα προβλήματα που δημιουργούσαν οι
έννοιες του χώρου και του χρόνου στη Φυσική, αλλά δεν προχώρησε στη θεωρία της
σχετικότητας πριν «φανταστεί» πώς μπορεί να ειδωθούν από την πλευρά του παρατηρητή.
Στην πραγματικότητα φαντάστηκε πως αυτός ήταν το κέντρο του σύμπαντος! Σημασία έχει
πως έκανε καλή δουλειά, αλλά η πρώτη σπίθα αυτής της δουλειάς οφειλόταν στη φαντασία
του.
Και όταν λέμε φαντασία εννοούμε τη διανοητική ικανότητα να συνδυάζουμε
πράγματα που μοιάζουν πολύ διαφορετικά. Έχει πολύ μεγάλη σημασία το γεγονός πως στην
πρώτη πρώτη αστυνομική ιστορία, Οι Φόνοι της Οδού Μοργκ –του Πόε– ο ντετέκτιβ
Αύγουστος Ντυπέν εντοπίζει το δολοφόνο χάρη στη φαντασία του. Παρατηρεί πως η
δύναμη του δράστη δεν είναι καθόλου ανθρώπινη και μαζεύει τις πρόσφατες εφημερίδες
προκειμένου να βρει κάτι, έστω φαινομενικά εντελώς άσχετο, για να το συσχετίσει με την
υπόθεση που ερευνά. Εμπιστεύεται την φαντασία του και εντοπίζει τον πίθηκο που έκανε
άθελά του τους φόνους.
Ο συγγραφέας μιας αστυνομικής ιστορίας, λοιπόν, πρέπει να διαθέτει το
ταμπεραμέντο, την πείρα, την φαντασία, τις γνώσεις ενός ντετέκτιβ. Αλλά η αστυνομική
ιστορία δεν είναι ένα από τα μυστήρια που οφείλει να λύσει. Η αστυνομική ιστορία είναι η
ιστορία που θα έλεγε στα εγγόνια του, μια νύχτα πλάι στη φωτιά. Το δυσκολότερο είναι να
καταφέρεις δυο τρεις μικρούς δαίμονες να μείνουν ακίνητοι για μερικά λεπτά.
133 περιοδικό (δε)κατα χειμώνας 2008
Γιώργος Μπλάνας
Μια αστυνομική ιστορία είναι ό,τι ακριβώς λέει το όνομά της: η ιστορία ενός αστυνομι-
κού. Σαν ιστορία δεν διαφέρει από οποιαδήποτε άλλη: αφηγείται μια σειρά περιστατι-
κών με αρχή, μέση και τέλος. Το γεγονός πως ο αστυνομικός έχει να αντιμετωπίσει
πάντα μια σκοτεινή υπόθεση, δεν σημαίνει πως η υπόθεση της ιστορίας πρέπει να είναι
σκοτεινή. Άλλο πράγμα η υπόθεση που λύνει ο ήρωας και άλλο πράγμα η υπόθεση, η πλοκή
της ιστορίας. Η ιστορία γράφεται για να την καταλάβει ο αναγνώστης. Αν είναι να βουλιάξει
μέσα στα σκοτάδια, γιατί να χαλάσει την ώρα του; Η ζωή, γύρω μας, είναι πολύ πιο σκοτεινή
από την όποια σκοτεινή ιστορία. Αρκεί. Δουλειά του συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών δεν
είναι να κρύψει καλά ένα μυστικό, αλλά να το παρουσιάσει καλά. Παρουσιάζω ένα μυστικό δεν
σημαίνει το αποκαλύπτω, αλλά παρέχω με συνέπεια ό,τι συμβάλει στην αποκάλυψή του.
Μια αστυνομική ιστορία πρέπει να είναι απλή. Το θέμα της μπορεί να είναι σκοτεινό,
περίπλοκο, αλλά η ίδια πρέπει να έχει απλότητα και διαύγεια. Αν ο αναγνώστης υποψιαστεί
πως ο συγγραφέας γνωρίζει περισσότερα απ’ όσα του λέει, θα τον εγκαταλείψει. Καλά θα
κάνει. Γιατί θα πρέπει κάποιος ν’ ασχολείται μ’ έναν άνθρωπο που δεν είναι ειλικρινής; Στην
προκειμένη περίπτωση, ανειλικρίνεια σημαίνει: έλλειψη ταλέντου.
Μια αστυνομική ιστορία εξηγεί ένα μυστήριο. Δεν εξηγεί την εξήγηση ενός μυστηρί-
ου. Δεν αφηγείται την προσπάθεια του ήρωα να λύσει το μυστήριο. Βάζει τον ήρωα να το
λύσει. Απλά αυτό. Ό,τι θα έκανε, δηλαδή, ο συγγραφέας αν ήταν ντετέκτιβ. Από μιαν άποψη,
κάθε αστυνομική ιστορία είναι ένα κομμάτι μιας φανταστικής αυτοβιογραφίας. Δεν θα ήταν
παράλογο κάποιος, που θέλει να αυτοβιογραφηθεί, να μας ζαλίζει με την περιπέτεια της
προσπάθειάς του να αυτοβιογραφηθεί; Ίσως, στη διάρκεια των πρώτων χρόνων του 20ού
αιώνα, η τακτική αυτή να έλεγε κάτι καινούργιο. Σήμερα είναι παρωχημένη και πάντως
καθόλου κατάλληλη για αστυνομικές ιστορίες. Συνεπώς, ο συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών οφείλει να είναι ήδη ντετέκτιβ ή τουλάχιστον να γνωρίζει τι θα έπρεπε να κάνει αν ήταν.
Για να γράψει κανείς μιαν αστυνομική ιστορία δεν χρειάζεται μολύβι και χαρτί ή μιαν
οθόνη κι ένα πληκτρολόγιο, πριν αφηγηματολογίας θα τον μπερδέψει, με ολέθρια αποτελέσματα. Οι μεγάλοι συγγραφείς δεν
γνώριζαν τίποτε για την αφηγηματολογία. Απλά αφηγούνταν, δημιουργούσαν τα έργα που θα
γίνονταν αργότερα αντικείμενο της αφηγηματολογίας. Άρα υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να
μάθει κανείς ν’ αφηγείται: ν’ ακούει αυτό που διαβάζει, υποθέτοντας πως ο συγγραφέας είναι
το πιο ειλικρινές άτομο στον κόσμο και πως αυτά που γράφει είναι πραγματικά.
Αυτό και... να ξέρει πώς να εντοπίζει και να λύνει μυστήρια.
Η δουλειά του ντετέκτιβ δεν είναι καθόλου εύκολη ούτε ακίνδυνη. Πρέπει να ξέρει
κανείς πως δεν μπορεί να κατηγορεί τον οποιονδήποτε ούτε να χτυπάει στο κεφάλι τον κάθε
ύποπτο. Ο ντετέκτιβ είναι απλά ένας σοβαρός άνθρωπος που λύνει μυστήρια με
διακριτικότητα. Αν αρχίσει να ανακατεύει τους πάντες και τα πάντα, δεν πρόκειται να κάνει τη
δουλειά του σωστά. Ο δολοφόνος θα τον καταλάβει και θα κρυφτεί καλύτερα και οι άλλοι
γύρω του θα τον περάσουν για τρελό. Βέβαια, το δεύτερο δεν κάνει μεγάλο κακό στην
περίπτωση της λογοτεχνίας, αλλά δεν λειτουργεί στην περίπτωση της αστυνομικής
λογοτεχνίας. Μια πρωτοποριακή ιστορία θα μπορούσε ίσως να παρουσιάζει τις περιπέτειες
του θεοπάλαβου συγγραφέα της, αλλά μια αστυνομική ιστορία δεν έχει νόημα αν ο
συγγραφέας δεν μπορεί να ξεχωρίσει έναν καταθλιπτικό σερβιτόρο από έναν μανιακό
δηλητηριαστή.
Ο ντετέκτιβ δεν χρειάζεται καπέλο, γυαλιά, καμπαρτίνα. Χρειάζεται τα απαραίτητα για
την έρευνά του. Tο σώμα του: πόδια για να πηγαίνει όπου τον πηγαίνουν οι υποψίες του,
χέρια για να πιάνει ό,τι δεν βρίσκεται ήδη στις τσέπες του και αισθήσεις για να αφομοιώνει
όλες τις λεπτομέρειες.
Ο ντετέκτιβ θα πρέπει να γνωρίζει πως το κυριότερο στοιχείο για τη λύση του
μυστηρίου βρίσκεται μπροστά του, στο πιο προφανές σημείο και πως δεν το βλέπει εύκολα
ακριβώς επειδή είναι τόσο προφανές. Θα πρέπει να σκέπτεται αρκετά επικίνδυνα, ώστε να
αποσύρει το βλέμμα του από το βάθος των πραγμάτων –που είναι μια σχολαστική κατασκευή–
και να το περιφέρει στην επιφάνεια, όπου βρίσκεται η ουσία των πραγμάτων. Η μεγαλύτερη
παγίδα είναι να νομίσει πως ο κόσμος αρχίζει από την αρχή και τελειώνει στο τέλος. Ο
κόσμος είναι κάθε φορά αυτό που απλώνεται γύρω στο άτομο. Το βάθος του βρίσκεται
μερικά χιλιοστά από την επιφάνεια του σώματος του ατόμου –είναι αυτό που όλοι μας
θεωρούμε «επιφάνεια», δηλαδή– και η επιφάνειά του εκτείνεται στο άπειρο, άσχετα αν εμείς
την ονομάζουμε «βάθος». Γι’αυτό άλλωστε την αστυνομική λογοτεχνία την επινόησε ένας
ποιητής, ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Δεν υπάρχει καλύτερο εγχειρίδιο για ντετέκτιβ από το κείμενο
Η Φιλοσοφία της Σύνθεσης, στο οποίο ο ποιητής εξηγεί πώς έγραψε το Κοράκι. Επιπλέον, η
ανάγνωση του έργου Είναι και Χρόνος του φιλοσόφου Μάρτιν Χάιντεγκερ έχει να προσφέρει σ’
έναν ντετέκτιβ πολύ περισσότερα από δεκάδες μέτριες αστυνομικές ιστορίες, αρκεί να το
διαβάσει σαν αστυνομική ιστορία: ο φιλόσοφος σκαρφίζεται εξαιρετικές μεθόδους για να
προσπελάσει την απάθεια της πραγματικότητας και να την ξεμπροστιάσει. Στην
πραγματικότητα, λέει πως για να μάθει κανείς τι κρύβουν τα πράγματα δεν έχει παρά να
ρωτήσει τα ίδια τα πράγματα και μάλιστα να τα πιάσει στα πράσα, την ώρα που παριστάνουν
τα αδιάφορα. Μεγάλο σχολείο είναι και Ο Λόγος Περί της Μεθόδου του Ρενέ Ντεκάρτ. Ο
φιλόσοφος προσπαθεί με προσεκτικά λογικά βήματα να ξεχωρίσει το όνειρο από την
πραγματικότητα, την ψευδαίσθηση από την αίσθηση. Η πρόταση «Σκέπτομαι άρα Υπάρχω»
–που δεν σημαίνει παρά: «Ο μοναδικός τρόπος για να εμπιστευθώ τη σκέψη μου είναι να
προϋποθέσω πως είμαι πραγματικός, όπως και τα πράγματα γύρω μου»– είναι αυτό που
δίνει στον Σέρλκοκ Χολμς τη δύναμη για να λύνει μυστήρια. Ας μην ξεχνάμε πως είναι
κοκαϊνομανής, με ιδιαίτερη τάση προς τις ψευδαισθήσεις. Ο μοναδικός τρόπος για να
βεβαιώνει την ύπαρξή του είναι να εμπιστεύεται τη σκέψη του. Ο σπουδαίος Φίλιπ Ντικ
ξανάγραψε τον Λόγο περί της Μεθόδου στο αριστούργημά του Μπορούν τα Ανδροειδή να
Ονειρευτούν ένα Ηλεκτρικό Πρόβατο; Εκεί, ο ντετέκτιβ Ρικ Ντέγκαρντ (Ρενέ Ντεκάρ,
ασφαλώς) πρέπει να βρει έναν τρόπο για να ξεχωρίσει τους πραγματικούς από τους
τεχνητούς ανθρώπους. Δεν τον βρίσκει, γιατί δεν έχει τη δύναμη να κοιτάξει μπροστά του,
το πιο κοντινό του πλάσμα, τη γυναίκα που αγαπά. Αν το έκανε, θα καταλάβαινε πως δεν
υπάρχει τρόπος, πως ο άνθρωπος είναι μια κατασκευή του ανθρώπου. Όλα αυτά είναι πολύ
πιο χρήσιμα από όλα τα εγχειρίδια ανακριτικής και εγκληματολογίας και αστυνομικής
έρευνας, που στο κάτω κάτω περιέχουν αξιόλογες γνώσεις τις οποίες μπορεί να αφομοιώσει
κανείς εύκολα.
Η ψυχολογία (ατομική και κοινωνική), η κοινωνιολογία (των ομάδων, των θεσμών
κ.λπ.), η σημειολογία, η επικοινωνιολογία και όλες οι ...λογίες, που με τόσο κόπο κατέκτησε
το ανθρώπινο πνεύμα έχουν να προσφέρουν στον ντετέκτιβ χίλιες δυο χρήσιμες
πληροφορίες, αλλά τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την πείρα και τη φαντασία του.
Πείρα: Αν δεν έχεις δει μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας θυμωμένος άνθρωπος,
δεν μπορείς να είσαι ποτέ βέβαιος για την αθωότητα οποιουδήποτε. Ο Ηρακλής Πουαρό
θεωρεί πάντα τους πάντες αθώους ή ένοχους. Αν νομίζεις πως η δουλειά του ντετέκτιβ είναι
τόσο εύκολη, ώστε τα στοιχεία να πέφτουν σαν ώριμα μήλα κάτω από τη μηλιά, τότε δεν
έχεις πείρα. Ο Μακ Μπαίην, στο Τσιμπούρι του, δείχνει πώς είναι δυνατόν να λύσει ένας
ντετέκτιβ ένα μεγάλο μυστήριο εντελώς κατασκευασμένο από ληστές. Όσο αυτός λύνει το
πρόβλημα μιας υποτιθέμενης δολοφονίας, εκείνοι ξαφρίζουν μια τράπεζα.
Φαντασία: Ο Αϊνστάιν είχε διαπιστώσει τα προβλήματα που δημιουργούσαν οι
έννοιες του χώρου και του χρόνου στη Φυσική, αλλά δεν προχώρησε στη θεωρία της
σχετικότητας πριν «φανταστεί» πώς μπορεί να ειδωθούν από την πλευρά του παρατηρητή.
Στην πραγματικότητα φαντάστηκε πως αυτός ήταν το κέντρο του σύμπαντος! Σημασία έχει
πως έκανε καλή δουλειά, αλλά η πρώτη σπίθα αυτής της δουλειάς οφειλόταν στη φαντασία
του.
Και όταν λέμε φαντασία εννοούμε τη διανοητική ικανότητα να συνδυάζουμε
πράγματα που μοιάζουν πολύ διαφορετικά. Έχει πολύ μεγάλη σημασία το γεγονός πως στην
πρώτη πρώτη αστυνομική ιστορία, Οι Φόνοι της Οδού Μοργκ –του Πόε– ο ντετέκτιβ
Αύγουστος Ντυπέν εντοπίζει το δολοφόνο χάρη στη φαντασία του. Παρατηρεί πως η
δύναμη του δράστη δεν είναι καθόλου ανθρώπινη και μαζεύει τις πρόσφατες εφημερίδες
προκειμένου να βρει κάτι, έστω φαινομενικά εντελώς άσχετο, για να το συσχετίσει με την
υπόθεση που ερευνά. Εμπιστεύεται την φαντασία του και εντοπίζει τον πίθηκο που έκανε
άθελά του τους φόνους.
Ο συγγραφέας μιας αστυνομικής ιστορίας, λοιπόν, πρέπει να διαθέτει το
ταμπεραμέντο, την πείρα, την φαντασία, τις γνώσεις ενός ντετέκτιβ. Αλλά η αστυνομική
ιστορία δεν είναι ένα από τα μυστήρια που οφείλει να λύσει. Η αστυνομική ιστορία είναι η
ιστορία που θα έλεγε στα εγγόνια του, μια νύχτα πλάι στη φωτιά. Το δυσκολότερο είναι να
καταφέρεις δυο τρεις μικρούς δαίμονες να μείνουν ακίνητοι για μερικά λεπτά.
Πέμπτη, 06 Αυγούστου 2009
βιβλιο 1ο ‘‘Το έγκλημα δεν είναι ρουτίνα’’ (11 ιστοριες)
ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΣΑΚΑΔΑΣ σε πρώτο πρόσωπο
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΡΕΥΝΩΝ - ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΧΕΜΥΘΕIA
Ο Αμβρόσιος Σακάδας είναι ένα χαμένο κορμί. Ένας καθυστερημένος του ’68. Ένας ανώριμος σαρανταπεντάρης. Δεν στερείται σπουδών ούτε γνώσεων. Αγαπάει το διάβασμα κι έχει γνώμη σχεδόν για τα πάντα. Δεν επιδιώκει την επωνυμία. Την θεωρεί πηγή μπελάδων. Δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα που τον περιβάλει παρά μόνο σαν μια σύμβαση. Σαν μια σειρά από εικόνες και λεκτικά τερτίπια. Η ζωή γι’ αυτόν είναι μια χειρονομία, ένα παιχνίδι όπου δεν τον ενοχλεί συνεχώς να χάνει. Το μεγάλο ελάττωμα του όμως είναι η τεμπελιά. Ο Αμβρόσιος Σακάδας βαριέται. Η κλασική του παιδεία τον βοήθησε να διαπιστώσει ότι η εργασία ουδέποτε υπήρξε μια ελληνική αρετή, γιατί ποτέ δεν καταγράφεται ως τέτοια στα αρχαία κείμενα. Γι’ αυτό δεν κάνει τίποτα για να αλλάξει τη δική του πραγματικότητα. Θεωρεί ότι οι επιθυμίες, οι φαντασιώσεις και τα διάφορα κορόιδα που κυκλοφορούν ανάμεσα μας έλκουν τις αλλαγές και την εκπλήρωση τους πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ότι αν ξόδευε τις δυνάμεις του και κουραζόταν. Έτσι κάθεται και περιμένει. Αντιδρά μόνο σ’ένα πρωτογενές επίπεδο επιβίωσης κάνοντας περιστασιακά διάφορες δουλειές του ποδαριού. Η λιτή ζωή του στηρίζεται στα απολύτως αναγκαία: φαγητό, ύπνο, έρωτα, αλκοόλ και φυγή. Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν απλά την κοπανάει για κάπου αλλού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένας σύγχρονος φυγάδας η πιο σωστά ένας αναχωρητής που αντί να διαλέξει την έρημο επιλέγει συνεχώς μια πολύβουη πόλη. Άλλωστε στην έρημο θα ήταν από δύσκολο ως απίθανο να κάνει τον ντετέκτιβ. Θα ήταν επίσης δύσκολο να βρει κορόιδα και αλκοόλ. Και το χειρότερο, θα’πρεπε να προσεύχεται.
προσοχη:
Οι ιστορίες αυτές είναι αποτέλεσμα τυχαίων λαθών και μοιραίων συμπτώσεων. Οι χώροι, τα γεγονότα και τα πρόσωπα (εκτός από τον συγγραφέα) είναι φανταστικά. Οποιαδήποτε ομοιότητα η σχέση με την πραγματικότητα είναι απλά συμπτωματική..
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΡΕΥΝΩΝ - ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΧΕΜΥΘΕIA
Ο Αμβρόσιος Σακάδας είναι ένα χαμένο κορμί. Ένας καθυστερημένος του ’68. Ένας ανώριμος σαρανταπεντάρης. Δεν στερείται σπουδών ούτε γνώσεων. Αγαπάει το διάβασμα κι έχει γνώμη σχεδόν για τα πάντα. Δεν επιδιώκει την επωνυμία. Την θεωρεί πηγή μπελάδων. Δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα που τον περιβάλει παρά μόνο σαν μια σύμβαση. Σαν μια σειρά από εικόνες και λεκτικά τερτίπια. Η ζωή γι’ αυτόν είναι μια χειρονομία, ένα παιχνίδι όπου δεν τον ενοχλεί συνεχώς να χάνει. Το μεγάλο ελάττωμα του όμως είναι η τεμπελιά. Ο Αμβρόσιος Σακάδας βαριέται. Η κλασική του παιδεία τον βοήθησε να διαπιστώσει ότι η εργασία ουδέποτε υπήρξε μια ελληνική αρετή, γιατί ποτέ δεν καταγράφεται ως τέτοια στα αρχαία κείμενα. Γι’ αυτό δεν κάνει τίποτα για να αλλάξει τη δική του πραγματικότητα. Θεωρεί ότι οι επιθυμίες, οι φαντασιώσεις και τα διάφορα κορόιδα που κυκλοφορούν ανάμεσα μας έλκουν τις αλλαγές και την εκπλήρωση τους πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ότι αν ξόδευε τις δυνάμεις του και κουραζόταν. Έτσι κάθεται και περιμένει. Αντιδρά μόνο σ’ένα πρωτογενές επίπεδο επιβίωσης κάνοντας περιστασιακά διάφορες δουλειές του ποδαριού. Η λιτή ζωή του στηρίζεται στα απολύτως αναγκαία: φαγητό, ύπνο, έρωτα, αλκοόλ και φυγή. Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν απλά την κοπανάει για κάπου αλλού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένας σύγχρονος φυγάδας η πιο σωστά ένας αναχωρητής που αντί να διαλέξει την έρημο επιλέγει συνεχώς μια πολύβουη πόλη. Άλλωστε στην έρημο θα ήταν από δύσκολο ως απίθανο να κάνει τον ντετέκτιβ. Θα ήταν επίσης δύσκολο να βρει κορόιδα και αλκοόλ. Και το χειρότερο, θα’πρεπε να προσεύχεται.
προσοχη:
Οι ιστορίες αυτές είναι αποτέλεσμα τυχαίων λαθών και μοιραίων συμπτώσεων. Οι χώροι, τα γεγονότα και τα πρόσωπα (εκτός από τον συγγραφέα) είναι φανταστικά. Οποιαδήποτε ομοιότητα η σχέση με την πραγματικότητα είναι απλά συμπτωματική..
ιστορια 1η: ΠΑΡΤΙ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ
Αν τα οικονομικά σου είναι καλά μπορείς να έχεις τη σπιταρόνα σου και τη γραφειαρα σου. Αν όμως τα οικονομικά σου γλύφουν το πεζοδρόμιο τότε ένας μίζερος χώρος 50 τετραγωνικών με δυο δωμάτια, κουζίνα- μπάνιο, για σπίτι και γραφείο μαζί, -που στο εξής θα αποκαλούμε για συντομία ‘’γραφείο’’- σε κατατάσσουν επίσης στους τυχερούς αυτού του κόσμου γιατί ασφαλώς υπάρχουν και χειρότερα. Το μεσημέρι είχα πάρει την άδεια του ντετέκτιβ από τον υπαστυνόμο Ελπι, - και για να μην ξεχνιόμαστε, το Ελπις μας προκύπτει από το Ελπιδοφόρος- ένα λυκόσκυλο της τοπικής ασφάλειας που μου έδειξε παρ’ όλα αυτά λίγη συμπάθεια κι όταν είσαι καινούργιος και μόνος στη πόλη οποιαδήποτε προσφορά ακόμα κι αν προέρχεται από τον ίδιο τον κόμη Δράκουλα γίνεται ανάρπαστη. Το γιόρτασα με μια πολυέξοδη για μένα επίσκεψη στον ιππόδρομο -έχασα κάτι λίγες οικονομίες που μου βάραιναν την τσέπη και την συνείδηση, δηλ. σχεδόν ότι είχα και δεν είχα- και μετά με μια μπαροτσαρκα μέχρι που νύχτωσε για τα καλά. Είχα βλέπετε και τα γενέθλια μου. Πάρκαρα την αυτοκινητάρα μου, μάρκας πανάρχαιου Honda civic του ’75 στα 1300 κυβικά, στο διπλανό εγκαταλελειμμένο οικόπεδο και ανέβηκα τους εφτά ορόφους για το γραφείο μου με τα πόδια μια και το ασανσέρ γιόρταζε για πέμπτη μέρα αυτό το μήνα την ιστορική επέτειο του ΟΧΙ. Καμάρωσα για λίγο τη φρεσκοβαμμένη είσοδο που έμοιαζε με ρήγμα περισσότερο παρά με πόρτα και προσπάθησα να τη φανταστώ στολισμένη με την ταμπέλα -μαύρα γράμματα σε ματ επιφάνεια αλουμινίου- ‘’Αμβρόσιος Σακάδας, Γραφείο Ερευνών’’. Ο ιδρώτας έσταζε μέχρι τα παπούτσια μου- εφτά πατώματα για κάποιον που δεν διεκδικεί ορειβατικό ρεκόρ είναι όπως και να το κάνουμε λίγο κουραστικό- όταν η κύστη μου μου υπενθύμισε ότι δυο πόρτες έχει η ζωή. Άνοιξα την δεύτερη και μπήκα. Η μπανιέρα μου ήταν γεμάτη νερό και μέσα έπλεε μια ολόγυμνη γκόμενα με δυο χαμόγελα. Το δεύτερο στην καρωτίδα απ’ όπου ξεπηδούσε με μια νωχελική διάθεση το αίμα και τα έβαφε όλα ροζ. Το βρήκα παράλογο. Ποιος θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο και γιατί; Πάντως όχι η εταιρία υδρεύσεως.
Ξέχασα γιατί μπήκα στη τουαλέτα. Γύρισα στο χώρο του γραφείου και αισθάνθηκα ότι κάτι έπρεπε να πιω. Αυτό το κάτι ήταν μια βότκα. Τσίμπησα το μοναδικό μπουκάλι που βρήκα και γέμισα ένα ολόκληρο ποτήρι. Δεν ήταν το πρώτο της ημέρας και κάτι μου ‘λεγε ότι δεν θα ‘ταν ούτε το τελευταίο. Τις ξέρω κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Δε φτάνει ούτε ένα ολόκληρο μπουκάλι. Το ήπια σχεδόν μονορούφι και πιστέψτε με, πως μόνο και μόνο επειδή εξακολουθούσα να μην καταλαβαίνω τι μου συμβαίνει, το ξαναγέμισα αμέσως. Πριν προλάβω να το στείλω παρέα στο προηγούμενο, ακούστηκε ένας παράφωνος ήχος. Η βότκα -το μπουκάλι δηλ.- είχε ζωγραφισμένο πάνω του ένα ασπρόμαυρο πορτραίτο και από κάτω έγραφε ‘’Chopin’’ Polish Vodka. Ο ήχος όμως προερχόταν απ’ την πόρτα και ήταν ήχος κουδουνιού. Κακόφωνος ήχος κουδουνιού. Στο μέλλον, αν μετά απ’ αυτό που μου συνέβαινε υπήρχε μέλλον, θα προτιμούσα να μου χτυπούν τη πόρτα με το χέρι. Όχι όμως τόσο δυνατά. Μα τι στο διάολο. Κάποιος βάλθηκε να μου σπάσει την πόρτα. Ίσα που πρόλαβα ν’ ανοίξω, ενώ με μια ανάποδη κλωτσιά έσπρωξα πίσω μου να κλείσει την πόρτα του μπάνιου.
- Περιμένεις επισκέψεις; με ρώτησε ο υπαστυνόμος Έλπις καθως λαχανιασμενος αναζητούσε με το βλέμμα του ένα μέρος να καθίσει.
- Την εταιρία υδρεύσεως, απάντησα κοφτά κι του ‘κανα τόπο να περάσει. Σε τι οφείλω αυτό το ξαφνικό νυχτερινό ενδιαφέρον;
- Χρειάζεται ένταλμα για να μου προσφέρεις ένα ποτό; μου αντιγύρισε χαριτωμένα καθως ξάπλωνε σχεδόν στον καναπέ μου.
- Απ’ όλα τα μπαρ της γειτονιάς το σπίτι μου διάλεξες για να πιεις;
- Τα γύρισα όλα. 35 λεπτά σε περιμένω. Άλλωστε το δικό σου ποτό είναι νοστιμότερο, γιατί είναι κερασμένο.
- Δεν σας πληρώνουν καλά στο σώμα η η τράκα είναι η δίδυμη αδελφή σου; τον ειρωνεύτηκα.
Δεν απάντησε κι επωφελήθηκα να αδειάσω και το δεύτερο. Ύστερα έβαλα ένα ακόμα διπλό για μένα κι ένα απλό για τον Έλπι.
- Επειδή είσαι υπηρεσία, είπα χαριτωμένα καθως του το έδινα.
Ρούφηξε τη βότκα σα νερό.
- Και βέβαια είμαι υπηρεσία, είπε. Βαλε ένα δεύτερο σε παρακαλώ. Μην το λυπηθείς.
- Τι σοι αστυνομικός είσαι εσύ που περιδρομιάζεις έτσι τη βότκα μου, παρατήρησα. Μοιάζει να ήρθες απ’ την έρημο.
- Απ’ την έρημο ήρθα, απάντησε και μου άρπαξε το ποτήρι απ’ τα χέρια. Εσύ και το γραφείο σου είστε μια όαση στη ρουτινιάρικη ζωή μου.
Γέλασε με το αστειάκι.
- Δεν το ‘πιασα αυτό, δήλωσα.
- Ξέρεις Αμβρόσιε ότι οι τοίχοι έχουν αυτιά και οι γείτονες τηλέφωνα; Ε! λοιπόν μας πήραν τηλέφωνο πριν από 40 λεπτά για να μας πουν ότι…. Μπορώ να ρίξω μια ματιά;
- Μα φυσικά . Σα στο σπίτι σου. Εκτός απ’ το μπάνιο…Εκεί……, έκανα παύση και του ‘κλεισα το μάτι, υπάρχει μια κυρία που δεν νομίζω όμως ότι θα’ πρεπε να ενοχλήσουμε.
- Περίεργο, είπε ο Ελπις. Χτύπησα πριν 15 λεπτά δεν μου άνοιξε κανείς. Και τώρα πριν ανέβω ο θυρωρός μου είπε ότι γύρισες μόνος.
- Δεν ξέρω πως τη βρίσκεις εσύ αλλά εγώ φροντίζω να’μαι διακριτικός και να μην κάνω βούκινο σ’ όλη τη γειτονιά με ποιον είμαι και τι κάνω στο σπίτι μου….. Ανέβηκε από τη σκάλα υπηρεσίας.
Μου έριξε ένα βλέμμα του τύπου… ,άσε καλύτερα.
- Βαλε ακόμη ένα σε παρακαλώ, μου είπε και μόλις γύρισα πετάχτηκε κι άνοιξε την πόρτα του μπάνιου.
Γέμισα με το πάσο το ποτήρι του για να του δώσω χρόνο ν’ απολαύσει το θέαμα. Εγώ δεν ήθελα να πιω άλλο. Ο Chopin στο κεφάλι μου άρχισε ήδη να βαράει στο πιάνο την nocturne νούμερο 3 σε Αλεγκρετο.
- Αυτή την κυρία εννοείς; μου φώναξε από μέσα.
- Ναι, γιατί; Δεν σου γεμίζει το μάτι; του είπα από κοντά.
- Δεν σχολιάζω αν ήταν η όχι καλή γκόμενα, αν αυτό εννοείς. Υπάρχουν μερικοί στη πόλη αυτή που θα μπορούσαν να έχουν κάποια γνώμη γι’ αυτό. Είμαι σίγουρος. Αναρωτιέμαι απλώς πως βρέθηκε εδώ, γιατί και πότε…, συμπλήρωσε. Η πληγή τρέχει σχεδόν ακόμα. Την ξέρεις;
- Εσύ τι λες, απάντησα και του πρότεινα το ποτήρι με τη βότκα.
- Ήμουν έτοιμος να καλέσω ταξί.
- Μην σκοτίζεσαι Αμβρόσιε, θα της βρούμε εμείς μεταφορικό μέσο. Όσο για σένα αρκεί να σου πω ότι….. είσαι ένας μαλάκας και μισός.
Έκανε μια κίνηση να πάρει το νερό που καιει αλλά μετάνιωσε.
- Άσε, είπε. Ήπια ήδη πολύ και η αλήθεια είναι ότι δεν τα περίμενα τόσο άσχημα τα πράγματα. Άλλωστε σε λίγο το σπίτι θα γεμίσει με καλεσμένους. Εσύ όμως μπορείς να πιεις όσο θέλεις. Θα σε βοηθήσει να μας δώσεις κάποιες εξηγήσεις. Γενέθλια δεν είπες ότι έχεις;
- Δεν είπα. Είπα;…… απόρησα εγώ. Στον ιππόδρομο ήμουν όλο το απόγευμα κι ύστερα έκανα μια μπαροτσαρκα στο Κολωνάκι.
- Άρα έχεις άλλοθι, Αμβρόσιε. Γιατί όμως έχεις άλλοθι τώρα, ειδικά τώρα; Μήπως γνώριζες ότι θα το χρειαστείς; Αυτό σε κάνει ακόμα πιο ύποπτο. Δεν το ξέρεις, κι απ’ τα κωλοβιβλία που σου αρέσει να διαβάζεις, πως οι αθώοι συνήθως δεν έχουν άλλοθι;
Ήπια τη βότκα απ’ το ποτήρι του Έλπι και κάθισα στον καναπέ μου αμίλητος. Μα την αλήθεια κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά.
- Κόψε τη πλάκα, είπα τσατισμένος.
Ο Ελπις κάθισε στο γραφείο μου και πήρε τηλέφωνο στο τμήμα.
- Ρένο εσύ;…Πάρε τα παιδιά κι ελάτε Σόλωνος 45, στον 7ο, γραφείο 74….Γιατί;….Για το πάρτι….Ποιο πάρτι;…To πάρτι γενεθλίων που μοιάζει περισσότερο με πάρτι αποχαιρετισμού…Θα πάρει σύνταξη κι εφάπαξ ένας εξυπνάκιας. Να του κρατήσουμε κι ένα μονόκλινο στο ευαγές…. Καλά είναι στον Κορυδαλλό… ότι πρέπει….Γιατί μονόκλινο;….Τον εγκατέλειψε η κυρά του και μαζί μ’ αυτήν έχασε και την τύχη του.
Δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά κι οι καλεσμένοι έφτασαν όλοι εδώ. Έφτιαχναν καφέδες και κάπνιζαν σαν να μην τρέχει τίποτα. Κατά ένα περίεργο τρόπο κανείς δεν ασχολιότανε μαζί μου αλλά ολονων η προσοχή ήταν στραμμένη στην κυρία της μπανιέρας λες κι ήταν αυτή η οικοδέσποινα. Ήταν όλοι τους πολύ ευγενικοί με ότι την αφορούσε: Αποτυπώματα, νύχια, κορώνες, θέση, θερμοκρασία και φωτογραφίες. Ο μόνος που με καταδέχτηκε ήταν ο Ελπις που μου ‘λεγε κάτι ιστορίες για ένα έξυπνο πουλί που πιάστηκε απ’ τη μύτη κι εγώ υποτίθεται ότι θα ‘πρεπε να καταλάβω ότι όλοι είναι καλοί μέχρι της αποδείξεως του εναντίου κι άλλα τέτοια. Ευτυχώς που μπορούσα να πίνω. Φυσικά όσο κι αν έψαξαν δεν βρήκαν πουθενά τα ρούχα της γκόμενας ώσπου βαρέθηκαν και ξεκουμπίστηκαν. Δυο νοσοκόμοι συνόδεψαν την κυρία σε λευκή συσκευασία δώρου στο κινητό ψυγείο- ασθενοφόρο, κι εγώ έμεινα πάλι μόνος. Η ώρα ήταν 4ρεις το πρωί. Ο μάγκας που οργάνωσε το κόλπο μπορει να μην κατάφερε να με κάνει να χάσω το κέφι μου αλλά κατάφερε να με κάνει να χάσω τον ύπνο μου.
Ο Chopin κοπανούσε ένα ξεκούρδιστο πιάνο όταν ήταν 5 χρονών, και ο ήχος έσκιζε καυτός το μυαλό μου όταν άνοιξα τα μάτια μου. Δυσκολεύτηκα να βρω το τηλέφωνο.
- Ναι….
- Ελπίζω να μην σε ξύπνησα. Ο Ελπις είμαι. Έρχομαι.
Το έκλεισα και προσπάθησα να κάνω μια ανακεφαλαίωση. Η γκόμενα ήλπιζα να ήταν όνειρο. Αυτό το χάος όμως ήταν σίγουρα το γραφείο μου. Υπήρχαν ποτήρια και τασάκια παντού. Μέχρι και γόπες στο πάτωμα. Τα ζώα του εγκληματολογικού πετούσαν τα τσιγάρα στο πάτωμα. Τεκέ το ‘καναν το γραφείο μου. Ευτυχώς που δεν έβαλα μοκέτα. Σηκώθηκα με κόπο. Η ώρα ήταν εννέα. Πέντε ώρες ύπνος δεν είναι αρκετές μετά από ένα γενέθλιο surprise- party. Σε κάτι τέτοιες ώρες είναι που συνειδητοποιείς ότι τίποτα δεν παει καλά και ότι ο πληθωρισμός που ξεπερνάει το 12% είναι το μικρότερο απ’ όλα τα κακά. Έκλεισα τα 47, αλλά απ’ ότι φαίνεται όχι και πολύ αισίως. Μετά από διάφορες περιπλανήσεις που κράτησαν είκοσι και πλέον χρόνια σε τόπους και επαγγέλματα αποφάσισα να γυρίσω στην πόλη που γεννήθηκα. Η Μαρία μια 28αρα ζουμερή κομμώτρια με ανοιχτό ξανθό μαλλί, βαμμένο ακόμα πιο ξανθό, ανέλαβε να με βοηθήσει να προσαρμοστώ πιο εύκολα. Την γοήτευαν αφ’ ενός οι ακαδημαϊκές μου γνώσεις – υπόλειμμα σπουδών στο εξωτερικό την δεκαετία του ’70, όταν ήθελα να γίνω ψυχίατρος και μετά κοινωνιολόγος και μετά αρχιτέκτονας- και αφ’ ετέρου το βίτσιο μου να κάνω έρωτα ντυμένος σε δημόσιους και ημιδημόσιους χώρους. Κι όπου δεν μας επέτρεπε ο χώρος, αναλάμβανε η ίδια να μου κάνει – κάτω απ’ το τραπέζι, στην τουαλέτα, στα τελευταία καθίσματα των κιν/φων η πίσω από το ασανσέρ κάποιας πολυκατοικίας- αυτό που αυτή ονόμαζε safe sex κι εγώ ‘’ξυπνάει μέσα μας τον πολιτισμό’’. Ο υπαστυνόμος Ελπις απ’ την άλλη, παλιός συμμαθητής απ’ το γυμνάσιο, ξέροντας την αγάπη μου για τα αστυνομικά μυθιστορήματα, μου’ βαλε την ιδέα να γίνω ιδιωτικός ντετέκτιβ. Όλα αυτά τριγύριζαν στο κεφάλι μου που βούιζε σαν τραίνο σε σκουριασμένη ράγα. Έριξα μια ματιά απ’ το παράθυρο. Κάποια κωλόπαιδα έγραψαν σ’ένα εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό μια μεγάλη αλήθεια.
‘’Αν η μαλακία ήταν εργόχειρο θα είχαμε κάνει την προίκα μας.’’
Σύρθηκα μέχρι το μπάνιο. Τα αίματα είχαν ξεραθεί. Δεν έκαναν καν τον κόπο να ρίξουν λίγο νερό στη μπανιέρα να τα ξεπλύνουν, τα καθάρματα. Σε δέκα λεπτά χτύπησε η πόρτα. Άνοιξα. Ο Ελπις είχε τα κέφια του. Με κοίταξε πάλι από πάνω μέχρι κάτω σαν να μην…άσε καλύτερα και μου το’ριξε δήθεν σαν απορία.
- Μπουγάδα έχεις;
- Ας πούμε ναι, του αντιγύρισα. Λέγε γρήγορα για να προλάβω και το κομμωτήριο.
- Στο ‘λεγα εγώ, συνέχισε γελώντας. Τέτοιο καλό παιδί και να μην βρίσκεις μια σωστή γυναίκα να νοικοκυρεύεις…..Όλο με κάτι πτώματα πας και μπλέκεσαι.
- Άκουσε να σου πω …
- Ξέρω , ξέρω, με διέκοψε. Χθες σε είδαν πολλά μάτια. Μέχρι κι ο αρχιφύλακας ο Μήτσου. Αυτός ήταν ο λόγος που κοιμήθηκες στο σπίτι σου κι όχι στο φρέσκο…..Χάσατε και οι δυο σ’ εκείνο το ψωφάλογο ‘’Θύελλα του Φαλήρου’’. Και μόνο τ’ όνομα είναι εντελώς γελοίο. …..Μα δε μου λες, που βρίσκει ο Μήτσου τα λεφτά να παίζει στον ιππόδρομο;
- Που θες να ξέρω. Μπορεί να τα βρίσκει στο Tide η να’χει μετοχές στο νεκροτομείο.
- Βότκα έχει; άλλαξε την συζήτηση.
- Χτες τα στεγνώσατε όλα. Ακόμα και το σαμπουάν μου ήπιατε. Αν θέλεις λίγο Ajax όμως ευχαρίστως. Μα αν είναι να’ρχεσαι να περιδρομιάζεις στο σπίτι μου φέρε και καμιά περισσευούμενη άδεια για μπαρ.
- Καλή ιδέα, είπε. Προσαρμόζεσαι. Γιατί έτσι όπως μπλέκεσαι την άλλη άδεια, του ντετέκτιβ, θα τη χάσεις κι ακόμα δεν την βγάλαμε
- Χέστηκα, είπα ξερά. Σαν μπάρμαν θα’χω τουλάχιστον να πίνω.
Κάθισε. Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε με το πάσο του. Τσακίστηκα να του φέρω ένα τασάκι πριν αρχίσει να ρίχνει τα’ αποτσίγαρα στο πάτωμα. Τράβηξε μια μεγάλη ρουφηξιά και φύσηξε δαχτυλίδια καπνού από το στόμα του.
- Αμβρόσιε, μου είπε αργά, ακροβατείς. Η γκόμενα ήτανε η τέως του…
- Ξέρω, τον διέκοψα ξερά.
- Το ξέρω ότι ξέρεις και ότι απ’ την αρχή το ήξερες η εν πάση περιπτώσει εκεί κοντά. Ο τύπος δεν παίζεται. Σήμερα το πρωί τον ανακρίναμε αλλά δεν αποδείξαμε τίποτα. Χτες όλο το βράδυ έπαιζε χαρτιά με δυο δημοτικούς συμβούλους. Το αντιλαμβάνεσαι;
- Παρακάτω, είπα εγώ.
- Αμβρόσιε δεν έχει παρακάτω. Πρέπει να μεγαλώσεις. Ο τύπος σου ’στειλε ένα μήνυμα. Δεν ξέρω τι σημαίνει αλλά δεν είναι δύσκολο και να υποθέσω. Αν δεν είχες πάρει την άδεια του ντετέκτιβ ίσως να ήσουν εσύ στη θέση της. Ίσως πάλι και όχι. Πρόκειται για διεστραμμένο κάθαρμα. Που θα μου παει; Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος…
- Αν προλάβει, πρόσθεσα εγώ.
- Ακριβώς Αμβρόσιε. Αν προλάβει ήθελα να σου πω κι εγώ.
Σηκώθηκε. Ήταν πολύ σοβαρός. Σκεφτόταν προφανώς να πει κάτι ακόμα αλλά δεν είπε.
Πλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Έκανε ένα μορφασμό. Δεν ξέρω αν διάβασε το γκράφιτι στον απέναντι τοίχο η αν είδε κάτι άλλο, αλλά έκανε μεταβολή και έφυγε. Ούτε που πρόλαβα να του πω πως ο πατέρας των γκράφιτι ήταν ο Αρχύτας ο πυθαγόρειος τον 5ο αιώνα π.Χ. o οποίος μάλιστα κατά την διάρκεια μιας συνομιλίας του με κάποιον διαφωνούντα συνάδελφο του πήγε στον τοίχο κι έγραψε κάτι που δεν θεωρούσε καθόλου ευπρεπές να του πει. Η πόρτα βρόντηξε πίσω του. Ο ήχος διέσχισε το δωμάτιο και σφηνώθηκε στο κεφάλι μου. Ζαλιζόμουν αλλά δεν ήθελα να την πέσω. Έτσι κι αλλιώς ήξερα τι θα ονειρευτώ. Την Μαρία να μου κάνει υγρό περμανάντ στις ψωλότριχες με το στόμα της κι εγώ να ψάχνω με την γλώσσα μου το σημείο G η κάποιο άλλο σημείο. Λίγο ενδιαφέρει.
Τελικά αποφάσισα να ολοκληρώσω την καθαριότητα.
Ξέχασα γιατί μπήκα στη τουαλέτα. Γύρισα στο χώρο του γραφείου και αισθάνθηκα ότι κάτι έπρεπε να πιω. Αυτό το κάτι ήταν μια βότκα. Τσίμπησα το μοναδικό μπουκάλι που βρήκα και γέμισα ένα ολόκληρο ποτήρι. Δεν ήταν το πρώτο της ημέρας και κάτι μου ‘λεγε ότι δεν θα ‘ταν ούτε το τελευταίο. Τις ξέρω κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Δε φτάνει ούτε ένα ολόκληρο μπουκάλι. Το ήπια σχεδόν μονορούφι και πιστέψτε με, πως μόνο και μόνο επειδή εξακολουθούσα να μην καταλαβαίνω τι μου συμβαίνει, το ξαναγέμισα αμέσως. Πριν προλάβω να το στείλω παρέα στο προηγούμενο, ακούστηκε ένας παράφωνος ήχος. Η βότκα -το μπουκάλι δηλ.- είχε ζωγραφισμένο πάνω του ένα ασπρόμαυρο πορτραίτο και από κάτω έγραφε ‘’Chopin’’ Polish Vodka. Ο ήχος όμως προερχόταν απ’ την πόρτα και ήταν ήχος κουδουνιού. Κακόφωνος ήχος κουδουνιού. Στο μέλλον, αν μετά απ’ αυτό που μου συνέβαινε υπήρχε μέλλον, θα προτιμούσα να μου χτυπούν τη πόρτα με το χέρι. Όχι όμως τόσο δυνατά. Μα τι στο διάολο. Κάποιος βάλθηκε να μου σπάσει την πόρτα. Ίσα που πρόλαβα ν’ ανοίξω, ενώ με μια ανάποδη κλωτσιά έσπρωξα πίσω μου να κλείσει την πόρτα του μπάνιου.
- Περιμένεις επισκέψεις; με ρώτησε ο υπαστυνόμος Έλπις καθως λαχανιασμενος αναζητούσε με το βλέμμα του ένα μέρος να καθίσει.
- Την εταιρία υδρεύσεως, απάντησα κοφτά κι του ‘κανα τόπο να περάσει. Σε τι οφείλω αυτό το ξαφνικό νυχτερινό ενδιαφέρον;
- Χρειάζεται ένταλμα για να μου προσφέρεις ένα ποτό; μου αντιγύρισε χαριτωμένα καθως ξάπλωνε σχεδόν στον καναπέ μου.
- Απ’ όλα τα μπαρ της γειτονιάς το σπίτι μου διάλεξες για να πιεις;
- Τα γύρισα όλα. 35 λεπτά σε περιμένω. Άλλωστε το δικό σου ποτό είναι νοστιμότερο, γιατί είναι κερασμένο.
- Δεν σας πληρώνουν καλά στο σώμα η η τράκα είναι η δίδυμη αδελφή σου; τον ειρωνεύτηκα.
Δεν απάντησε κι επωφελήθηκα να αδειάσω και το δεύτερο. Ύστερα έβαλα ένα ακόμα διπλό για μένα κι ένα απλό για τον Έλπι.
- Επειδή είσαι υπηρεσία, είπα χαριτωμένα καθως του το έδινα.
Ρούφηξε τη βότκα σα νερό.
- Και βέβαια είμαι υπηρεσία, είπε. Βαλε ένα δεύτερο σε παρακαλώ. Μην το λυπηθείς.
- Τι σοι αστυνομικός είσαι εσύ που περιδρομιάζεις έτσι τη βότκα μου, παρατήρησα. Μοιάζει να ήρθες απ’ την έρημο.
- Απ’ την έρημο ήρθα, απάντησε και μου άρπαξε το ποτήρι απ’ τα χέρια. Εσύ και το γραφείο σου είστε μια όαση στη ρουτινιάρικη ζωή μου.
Γέλασε με το αστειάκι.
- Δεν το ‘πιασα αυτό, δήλωσα.
- Ξέρεις Αμβρόσιε ότι οι τοίχοι έχουν αυτιά και οι γείτονες τηλέφωνα; Ε! λοιπόν μας πήραν τηλέφωνο πριν από 40 λεπτά για να μας πουν ότι…. Μπορώ να ρίξω μια ματιά;
- Μα φυσικά . Σα στο σπίτι σου. Εκτός απ’ το μπάνιο…Εκεί……, έκανα παύση και του ‘κλεισα το μάτι, υπάρχει μια κυρία που δεν νομίζω όμως ότι θα’ πρεπε να ενοχλήσουμε.
- Περίεργο, είπε ο Ελπις. Χτύπησα πριν 15 λεπτά δεν μου άνοιξε κανείς. Και τώρα πριν ανέβω ο θυρωρός μου είπε ότι γύρισες μόνος.
- Δεν ξέρω πως τη βρίσκεις εσύ αλλά εγώ φροντίζω να’μαι διακριτικός και να μην κάνω βούκινο σ’ όλη τη γειτονιά με ποιον είμαι και τι κάνω στο σπίτι μου….. Ανέβηκε από τη σκάλα υπηρεσίας.
Μου έριξε ένα βλέμμα του τύπου… ,άσε καλύτερα.
- Βαλε ακόμη ένα σε παρακαλώ, μου είπε και μόλις γύρισα πετάχτηκε κι άνοιξε την πόρτα του μπάνιου.
Γέμισα με το πάσο το ποτήρι του για να του δώσω χρόνο ν’ απολαύσει το θέαμα. Εγώ δεν ήθελα να πιω άλλο. Ο Chopin στο κεφάλι μου άρχισε ήδη να βαράει στο πιάνο την nocturne νούμερο 3 σε Αλεγκρετο.
- Αυτή την κυρία εννοείς; μου φώναξε από μέσα.
- Ναι, γιατί; Δεν σου γεμίζει το μάτι; του είπα από κοντά.
- Δεν σχολιάζω αν ήταν η όχι καλή γκόμενα, αν αυτό εννοείς. Υπάρχουν μερικοί στη πόλη αυτή που θα μπορούσαν να έχουν κάποια γνώμη γι’ αυτό. Είμαι σίγουρος. Αναρωτιέμαι απλώς πως βρέθηκε εδώ, γιατί και πότε…, συμπλήρωσε. Η πληγή τρέχει σχεδόν ακόμα. Την ξέρεις;
- Εσύ τι λες, απάντησα και του πρότεινα το ποτήρι με τη βότκα.
- Ήμουν έτοιμος να καλέσω ταξί.
- Μην σκοτίζεσαι Αμβρόσιε, θα της βρούμε εμείς μεταφορικό μέσο. Όσο για σένα αρκεί να σου πω ότι….. είσαι ένας μαλάκας και μισός.
Έκανε μια κίνηση να πάρει το νερό που καιει αλλά μετάνιωσε.
- Άσε, είπε. Ήπια ήδη πολύ και η αλήθεια είναι ότι δεν τα περίμενα τόσο άσχημα τα πράγματα. Άλλωστε σε λίγο το σπίτι θα γεμίσει με καλεσμένους. Εσύ όμως μπορείς να πιεις όσο θέλεις. Θα σε βοηθήσει να μας δώσεις κάποιες εξηγήσεις. Γενέθλια δεν είπες ότι έχεις;
- Δεν είπα. Είπα;…… απόρησα εγώ. Στον ιππόδρομο ήμουν όλο το απόγευμα κι ύστερα έκανα μια μπαροτσαρκα στο Κολωνάκι.
- Άρα έχεις άλλοθι, Αμβρόσιε. Γιατί όμως έχεις άλλοθι τώρα, ειδικά τώρα; Μήπως γνώριζες ότι θα το χρειαστείς; Αυτό σε κάνει ακόμα πιο ύποπτο. Δεν το ξέρεις, κι απ’ τα κωλοβιβλία που σου αρέσει να διαβάζεις, πως οι αθώοι συνήθως δεν έχουν άλλοθι;
Ήπια τη βότκα απ’ το ποτήρι του Έλπι και κάθισα στον καναπέ μου αμίλητος. Μα την αλήθεια κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά.
- Κόψε τη πλάκα, είπα τσατισμένος.
Ο Ελπις κάθισε στο γραφείο μου και πήρε τηλέφωνο στο τμήμα.
- Ρένο εσύ;…Πάρε τα παιδιά κι ελάτε Σόλωνος 45, στον 7ο, γραφείο 74….Γιατί;….Για το πάρτι….Ποιο πάρτι;…To πάρτι γενεθλίων που μοιάζει περισσότερο με πάρτι αποχαιρετισμού…Θα πάρει σύνταξη κι εφάπαξ ένας εξυπνάκιας. Να του κρατήσουμε κι ένα μονόκλινο στο ευαγές…. Καλά είναι στον Κορυδαλλό… ότι πρέπει….Γιατί μονόκλινο;….Τον εγκατέλειψε η κυρά του και μαζί μ’ αυτήν έχασε και την τύχη του.
Δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά κι οι καλεσμένοι έφτασαν όλοι εδώ. Έφτιαχναν καφέδες και κάπνιζαν σαν να μην τρέχει τίποτα. Κατά ένα περίεργο τρόπο κανείς δεν ασχολιότανε μαζί μου αλλά ολονων η προσοχή ήταν στραμμένη στην κυρία της μπανιέρας λες κι ήταν αυτή η οικοδέσποινα. Ήταν όλοι τους πολύ ευγενικοί με ότι την αφορούσε: Αποτυπώματα, νύχια, κορώνες, θέση, θερμοκρασία και φωτογραφίες. Ο μόνος που με καταδέχτηκε ήταν ο Ελπις που μου ‘λεγε κάτι ιστορίες για ένα έξυπνο πουλί που πιάστηκε απ’ τη μύτη κι εγώ υποτίθεται ότι θα ‘πρεπε να καταλάβω ότι όλοι είναι καλοί μέχρι της αποδείξεως του εναντίου κι άλλα τέτοια. Ευτυχώς που μπορούσα να πίνω. Φυσικά όσο κι αν έψαξαν δεν βρήκαν πουθενά τα ρούχα της γκόμενας ώσπου βαρέθηκαν και ξεκουμπίστηκαν. Δυο νοσοκόμοι συνόδεψαν την κυρία σε λευκή συσκευασία δώρου στο κινητό ψυγείο- ασθενοφόρο, κι εγώ έμεινα πάλι μόνος. Η ώρα ήταν 4ρεις το πρωί. Ο μάγκας που οργάνωσε το κόλπο μπορει να μην κατάφερε να με κάνει να χάσω το κέφι μου αλλά κατάφερε να με κάνει να χάσω τον ύπνο μου.
Ο Chopin κοπανούσε ένα ξεκούρδιστο πιάνο όταν ήταν 5 χρονών, και ο ήχος έσκιζε καυτός το μυαλό μου όταν άνοιξα τα μάτια μου. Δυσκολεύτηκα να βρω το τηλέφωνο.
- Ναι….
- Ελπίζω να μην σε ξύπνησα. Ο Ελπις είμαι. Έρχομαι.
Το έκλεισα και προσπάθησα να κάνω μια ανακεφαλαίωση. Η γκόμενα ήλπιζα να ήταν όνειρο. Αυτό το χάος όμως ήταν σίγουρα το γραφείο μου. Υπήρχαν ποτήρια και τασάκια παντού. Μέχρι και γόπες στο πάτωμα. Τα ζώα του εγκληματολογικού πετούσαν τα τσιγάρα στο πάτωμα. Τεκέ το ‘καναν το γραφείο μου. Ευτυχώς που δεν έβαλα μοκέτα. Σηκώθηκα με κόπο. Η ώρα ήταν εννέα. Πέντε ώρες ύπνος δεν είναι αρκετές μετά από ένα γενέθλιο surprise- party. Σε κάτι τέτοιες ώρες είναι που συνειδητοποιείς ότι τίποτα δεν παει καλά και ότι ο πληθωρισμός που ξεπερνάει το 12% είναι το μικρότερο απ’ όλα τα κακά. Έκλεισα τα 47, αλλά απ’ ότι φαίνεται όχι και πολύ αισίως. Μετά από διάφορες περιπλανήσεις που κράτησαν είκοσι και πλέον χρόνια σε τόπους και επαγγέλματα αποφάσισα να γυρίσω στην πόλη που γεννήθηκα. Η Μαρία μια 28αρα ζουμερή κομμώτρια με ανοιχτό ξανθό μαλλί, βαμμένο ακόμα πιο ξανθό, ανέλαβε να με βοηθήσει να προσαρμοστώ πιο εύκολα. Την γοήτευαν αφ’ ενός οι ακαδημαϊκές μου γνώσεις – υπόλειμμα σπουδών στο εξωτερικό την δεκαετία του ’70, όταν ήθελα να γίνω ψυχίατρος και μετά κοινωνιολόγος και μετά αρχιτέκτονας- και αφ’ ετέρου το βίτσιο μου να κάνω έρωτα ντυμένος σε δημόσιους και ημιδημόσιους χώρους. Κι όπου δεν μας επέτρεπε ο χώρος, αναλάμβανε η ίδια να μου κάνει – κάτω απ’ το τραπέζι, στην τουαλέτα, στα τελευταία καθίσματα των κιν/φων η πίσω από το ασανσέρ κάποιας πολυκατοικίας- αυτό που αυτή ονόμαζε safe sex κι εγώ ‘’ξυπνάει μέσα μας τον πολιτισμό’’. Ο υπαστυνόμος Ελπις απ’ την άλλη, παλιός συμμαθητής απ’ το γυμνάσιο, ξέροντας την αγάπη μου για τα αστυνομικά μυθιστορήματα, μου’ βαλε την ιδέα να γίνω ιδιωτικός ντετέκτιβ. Όλα αυτά τριγύριζαν στο κεφάλι μου που βούιζε σαν τραίνο σε σκουριασμένη ράγα. Έριξα μια ματιά απ’ το παράθυρο. Κάποια κωλόπαιδα έγραψαν σ’ένα εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό μια μεγάλη αλήθεια.
‘’Αν η μαλακία ήταν εργόχειρο θα είχαμε κάνει την προίκα μας.’’
Σύρθηκα μέχρι το μπάνιο. Τα αίματα είχαν ξεραθεί. Δεν έκαναν καν τον κόπο να ρίξουν λίγο νερό στη μπανιέρα να τα ξεπλύνουν, τα καθάρματα. Σε δέκα λεπτά χτύπησε η πόρτα. Άνοιξα. Ο Ελπις είχε τα κέφια του. Με κοίταξε πάλι από πάνω μέχρι κάτω σαν να μην…άσε καλύτερα και μου το’ριξε δήθεν σαν απορία.
- Μπουγάδα έχεις;
- Ας πούμε ναι, του αντιγύρισα. Λέγε γρήγορα για να προλάβω και το κομμωτήριο.
- Στο ‘λεγα εγώ, συνέχισε γελώντας. Τέτοιο καλό παιδί και να μην βρίσκεις μια σωστή γυναίκα να νοικοκυρεύεις…..Όλο με κάτι πτώματα πας και μπλέκεσαι.
- Άκουσε να σου πω …
- Ξέρω , ξέρω, με διέκοψε. Χθες σε είδαν πολλά μάτια. Μέχρι κι ο αρχιφύλακας ο Μήτσου. Αυτός ήταν ο λόγος που κοιμήθηκες στο σπίτι σου κι όχι στο φρέσκο…..Χάσατε και οι δυο σ’ εκείνο το ψωφάλογο ‘’Θύελλα του Φαλήρου’’. Και μόνο τ’ όνομα είναι εντελώς γελοίο. …..Μα δε μου λες, που βρίσκει ο Μήτσου τα λεφτά να παίζει στον ιππόδρομο;
- Που θες να ξέρω. Μπορεί να τα βρίσκει στο Tide η να’χει μετοχές στο νεκροτομείο.
- Βότκα έχει; άλλαξε την συζήτηση.
- Χτες τα στεγνώσατε όλα. Ακόμα και το σαμπουάν μου ήπιατε. Αν θέλεις λίγο Ajax όμως ευχαρίστως. Μα αν είναι να’ρχεσαι να περιδρομιάζεις στο σπίτι μου φέρε και καμιά περισσευούμενη άδεια για μπαρ.
- Καλή ιδέα, είπε. Προσαρμόζεσαι. Γιατί έτσι όπως μπλέκεσαι την άλλη άδεια, του ντετέκτιβ, θα τη χάσεις κι ακόμα δεν την βγάλαμε
- Χέστηκα, είπα ξερά. Σαν μπάρμαν θα’χω τουλάχιστον να πίνω.
Κάθισε. Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε με το πάσο του. Τσακίστηκα να του φέρω ένα τασάκι πριν αρχίσει να ρίχνει τα’ αποτσίγαρα στο πάτωμα. Τράβηξε μια μεγάλη ρουφηξιά και φύσηξε δαχτυλίδια καπνού από το στόμα του.
- Αμβρόσιε, μου είπε αργά, ακροβατείς. Η γκόμενα ήτανε η τέως του…
- Ξέρω, τον διέκοψα ξερά.
- Το ξέρω ότι ξέρεις και ότι απ’ την αρχή το ήξερες η εν πάση περιπτώσει εκεί κοντά. Ο τύπος δεν παίζεται. Σήμερα το πρωί τον ανακρίναμε αλλά δεν αποδείξαμε τίποτα. Χτες όλο το βράδυ έπαιζε χαρτιά με δυο δημοτικούς συμβούλους. Το αντιλαμβάνεσαι;
- Παρακάτω, είπα εγώ.
- Αμβρόσιε δεν έχει παρακάτω. Πρέπει να μεγαλώσεις. Ο τύπος σου ’στειλε ένα μήνυμα. Δεν ξέρω τι σημαίνει αλλά δεν είναι δύσκολο και να υποθέσω. Αν δεν είχες πάρει την άδεια του ντετέκτιβ ίσως να ήσουν εσύ στη θέση της. Ίσως πάλι και όχι. Πρόκειται για διεστραμμένο κάθαρμα. Που θα μου παει; Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος…
- Αν προλάβει, πρόσθεσα εγώ.
- Ακριβώς Αμβρόσιε. Αν προλάβει ήθελα να σου πω κι εγώ.
Σηκώθηκε. Ήταν πολύ σοβαρός. Σκεφτόταν προφανώς να πει κάτι ακόμα αλλά δεν είπε.
Πλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Έκανε ένα μορφασμό. Δεν ξέρω αν διάβασε το γκράφιτι στον απέναντι τοίχο η αν είδε κάτι άλλο, αλλά έκανε μεταβολή και έφυγε. Ούτε που πρόλαβα να του πω πως ο πατέρας των γκράφιτι ήταν ο Αρχύτας ο πυθαγόρειος τον 5ο αιώνα π.Χ. o οποίος μάλιστα κατά την διάρκεια μιας συνομιλίας του με κάποιον διαφωνούντα συνάδελφο του πήγε στον τοίχο κι έγραψε κάτι που δεν θεωρούσε καθόλου ευπρεπές να του πει. Η πόρτα βρόντηξε πίσω του. Ο ήχος διέσχισε το δωμάτιο και σφηνώθηκε στο κεφάλι μου. Ζαλιζόμουν αλλά δεν ήθελα να την πέσω. Έτσι κι αλλιώς ήξερα τι θα ονειρευτώ. Την Μαρία να μου κάνει υγρό περμανάντ στις ψωλότριχες με το στόμα της κι εγώ να ψάχνω με την γλώσσα μου το σημείο G η κάποιο άλλο σημείο. Λίγο ενδιαφέρει.
Τελικά αποφάσισα να ολοκληρώσω την καθαριότητα.
ιστορια 2η: H Γ P A Φ O M H X A N H
O ιδιωτικός ντετέκτιβ είναι ένα πρόσωπο ολιγαρκές. Aπό ανάγκη. Mπορεί να έχει και όνειρα αλλά τελικά δεν είναι παρά ένα χαμένο κορμί κατά το ελληνικότερο ή ένας looser κατά το αμερικανικότερο. Tο να απαιτεί , λοιπόν, να απολαμβάνει στο μίζερο γραφείο του το κομφόρ μιας γραφομηχανής δεν είναι δα και καμιά τεράστια φιλοδοξία, ακόμα κι αν δεν έχει την ικανότητα να συντηρεί μια γραμματέα, ούτε με μειωμένο ωράριο εργασίας.
Aυτός είναι ο απλός λόγος που στις οχτώ το πρωί βρέθηκα να πίνω παγωμένη Smirnoff στην Πλατεία Aβησσυνίας, δίπλα σ’ ένα μαγαζάκι, παλιατζίδικο δηλαδή, με μια βιτρίνα όπου συνωθούνταν αυτάρεσκα διάφορες παλιές γραφομηχανές. Βέβαια, δεν με οδήγησαν εδώ μόνον τα ισχνά οικονομικά μου ή λόγοι αισθητικής, αλλά κυρίως λόγοι σκοπιμότητας. Mια παλιά γραφομηχανή θα υπογραμμίζει καλύτερα την μακρόχρονη πείρα μου στο επάγγελμα. Θα τονίζει το στοιχείο παράδοση. Aκριβώς όπως και σε εκείνη τη διαφήμιση όπου μια γκόμενα κυκλοφορεί σ' ένα παλιατζίδικο μ' ένα φλιτζάνι που αχνίζει στο χέρι και στο τέλος, σου πετάει το σλόγκαν:
''Λουμίδης, με παράδοση στον καφέ''.
Eν πάση περιπτώσει. Δεν έχω άλλο χρόνο για φλυαρίες. Tο μαγαζάκι άνοιξε κι ένας μοχθηρός τυπάκος, σαν βυζαντινό σίγμα, άρχισε να ξεσκονίζει την παλιατζούρα του.
- Aν είναι να μου την χρεώσεις φτηνότερα, δέχομαι να την πάρω και σκονισμένη, του πέταξα.
- Kι άλλος εξυπνάκιας, μουρμούρισε συνοφρυωμένος. Ωραία που αρχίζει η μέρα μου! Kι ακόμα δεν είναι ούτε 12 το πρωί....
- Tο μεσημέρι, τον διόρθωσα.
- Tί γουστάρει ο κύριος;
- Tη Pέμιγκτον του λέω. Aυτή εκεί την αρχαία Pέμιγκτον. Δουλεύει;
- Aν δουλεύει; αναρωτήθηκε και με κοίταξε για πρώτη φορά.
- Mε δουλεύεις; Mόλις αναφέρθηκες σ' ένα αριστούργημα. Σ' ένα εμπνευσμένο επίτευγμα απ' αυτά που κάνουν την ανθρωπότητα να μην αισθάνεται υπαρξιακό κόμπλεξ κατωτερότητας. Θά 'πρεπε νάνε σε μουσείο κανονικά, κατέληξε με στόμφο.
- Aυτό ακριβώς φοβάμαι κι εγώ, του είπα. Γραφομηχανή θέλω. Που να δουλεύει. Δεν είμαι ούτε συλλέκτης έργων τέχνης ούτε αρχαιοκάπηλος.
- Mε μια τέτοια αγορά κύριος, είναι σα να χτυπάς δύο τρυγόνια μ'ένα σμπάρο. Πες μου κάτι να γράψω. Eκτός αν θέλεις να δοκιμάσεις μόνος σου.
- Kαι πόσο τιμάται; ρώτησα καχύποπτα.
- Για σένα; Tριάντα χιλιάδες. Aλλά για σένα, ε;
- Eίσαι η έκπληξη της ημέρας. Πολύ γενναιόδωρος. Σκέψου και να μην με ήξερες, είπα κι έκανα το γνωστό κόλπο ότι φεύγω.
Mε ξαναφώναξε
- E! Kύριος. Δώσε είκοσι και χάρισμά σου. Aλλά να ξέρεις. Μπαίνω μέσα.
- Δεν αμφιβάλω καθόλου, του απάντησα κι έβγαλα ένα μάτσο πεντακοσάρικα απ'την τσέπη μου. Tου τα κούνησα στη μύτη. Σου δίνω τριάντα πράσινα. Σήμερα μόνο αυτά διαθέτω.
- Τότε καλύτερα έλα αύριο, μου απάντησε ψυχρά. Ανοιχτά είμαστε κι αύριο.
- Νομίζω ότι αν φύγω τώρα δεν θα ξανάρθω ποτέ, του είπα κι εγώ εξίσου ψυχρά.
Ο τυπάκος με κοίταζε με μοχθηρία. Η μέτρια ενδυματολογική μου εμφάνιση μου μάλλον τον έπεισε για την ανθηρότητα των οικονομικών μου. Μετά από τρία δευτερόλεπτα σιωπής άνοιξε πάλι το στόμα του και είπε.
- Mε καταστρέφεις….. Αυτό ειν’ ένα αριστούργημα....… Σταμάτησε ξεφυσώντας.
Προφανώς κάτι βαρύγδουπο ήθελε να πει αλλά η δεν βρήκε την σωστή ατάκα η κατάλαβε μάλλον ότι δεν άξιζε τα λεφτά του και έτσι δεν μπήκε καν στον κόπο.
- Aλλα άσε, καλύτερα, δεν πειράζει. Έχε χάρη που δείχνεις μορφωμένος. M' αρέσει να δίνω τα πράγματά μου σ' ανθρώπους που ξέρω ότι θα τ' αγαπήσουν, φιλοσόφησε.
Άρπαξε τα πεντακοσάρικα και πρόσθεσε:
- Aλλά να ξέρεις....
- Ξέρω, ξέρω, τον διέκοψα. Tο κάνεις μόνο για μένα, αλλά καταστρέφεσαι κι είσαι φτωχός άνθρωπος, τον ειρωνεύτηκα.
- Nα την τυλίξω; με ρώτησε, ψυχρά κι αυτή τη φορά.
- Όχι, του είπα. Δεν θέλω να εκμεταλλευτώ άλλο τα καλά σου αισθήματα. Θα την φάω εδώ.
Kάθησα στο γραφείο μου και καμάρωσα το καινούργιο μου απόκτημα. Ήταν όντως ένα έργο τέχνης αν κι έδινε την αίσθηση ότι θα διαλυθεί στο πρώτο άγγιγμα. Aλλά δεν διαλύθηκε. Tα γράμματα δεν ήταν φθαρμένα και τα πλήκτρα δουλεύονταν μαλακά. O μηχανισμός ήταν βουτηγμένος στο λάδι. Παραήταν βουτηγμένος, είναι το σωστό. Έβαλα από κάτω μια παλιά εφημερίδα, αλλιώς θα γέμιζε λάδια όλο το γραφείο. Ύστερα πήρα μια λευκή κόλλα χαρτί κι άρχισα να γράφω ότι μου κατέβαινε στο κεφάλι .
Όταν το διάβασα, μια ώρα αργότερα,δεν πίστευα στα μάτια μου. Tο κείμενο ήταν καταπληκτικό. Δεν ήξερα ότι είχα λογοτεχνικό ταλέντο. Ξαναδοκίμασα. Πάλι το ίδιο. Kι όσες φορές κι αν προσπάθησα, το ένα κείμενο ήταν καλύτερο απ'το άλλο. Kαι το χειρότερο, όλα μαζί αποτελούσαν κομμάτια από την ίδια ιστορία. Έχει γούστο αναρωτήθηκα, κι εγώ που νόμιζα ότι για να γράψεις ένα βιβλίο χρειάζεσαι κάτι παραπάνω από μια παλιά γραφομηχανή. Βέβαια ο διασημότερος των ντετέκτιβς, ο Nτάσιελ Xάμετ ήταν και συγγραφέας. Aφού τα κατάφερε αυτός, γιατί όχι κι εγώ, σκέφτηκα. Tην βρήκα πολύ καλή ιδέα και στρώθηκα αμέσως στο γράψιμο με το ζήλο και το πάθος του Kολόμβου όταν έψαχνε να βρει την Aμερική. Είχα άφθονο χρόνο στη διάθεση μου. Αυτό το καλό προκύπτει μόνο όταν έχεις αναδουλειές. Ουδέν κακόν, αμιγές καλού, όπως έλεγαν και κάτι αρχαίοι.
Τις επόμενες 4ρεις ώρες δεν μ' ενόχλησε κανείς. Oύτε καν στο τηλέφωνο. Η ταχύτητα μου στη δαχτυλογράφηση βελτιωνόταν όλο και περισσότερο. Με την ορθογραφία δεν τα πήγαινα πολύ καλά. Θα’λεγα μάλλον ότι τα πήγαινα πολύ άσχημα. Βέβαια πάντα ήμουν ανορθόγραφος. Από μικρό παιδί. Οι μόνες περιπτώσεις που δεν έκανα ορθογραφικά λάθη ήταν όταν μιλούσα και όταν έγραφα αριθμούς. Με τον καιρό όμως και σε συνάρτηση με τις σφαλιάρες που έτρωγα μέχρι τα δέκα έξι μου από τον daddy μου βελτιώθηκα λίγο. Λίγο, αλλά όχι αρκετά ώστε να περάσω τις πανελλήνιες για γιατρός. Γιατρό ήθελε να με κάνει ο πατέρας μου. Χειρούργο. Εγώ, μια και δεν μπορούσα να ξεφύγω από το πικρό πεπρωμένο σκεφτόμουν να του την φέρω και να γίνω γυναικολόγος. Τελικά η αποτυχία στο πανεπιστήμιο ήταν κατά κάποιο τρόπο μια λυτρωτική έξοδος από το αδιέξοδο, που δεν την είχα σκεφτεί, αλλά μου στοίχισε σε γυναικείες γνωριμίες. Τελικά, ουδέν καλόν αμιγές κακού. Έτσι έφυγα για σπουδές στο Παρίσι χωρίς μια λέξη γαλλικά. Όταν μετά από οχτώ χρόνια επέστρεψα, ανακάλυψα ότι εξακολουθούσα να είμαι ανορθόγραφος αλλά αυτή τη φορά σε δυο γλώσσες. Έγινε αυτό που λενε, ότι το ταλέντο για να αναπτυχθεί θέλει σκληρή εργασία. Η τωρινή όμως κατάσταση ήταν πρωτόγνωρη. Δεν αναγνώριζα καν τις λέξεις όταν τις έβλεπα τυπωμένες. Σαν να τις έβλεπα πρώτη φορά. Όχι ότι μ’ ένοιαζε κιόλας. Δεν είχα δα να δώσω κι εξετάσεις. Γι’ αυτό συγκεντρώθηκα στις ιδέες και στα νοήματα που κατέκλυζαν το νου μου- την ουσία δηλ. των πραγμάτων- κι άφησα πίσω μου την εφήμερη και μάταιη επιφάνεια. Απορροφήθηκα απ’ το γράψιμο σκεπτόμενος ότι αυτό ίσως να ήταν το επάγγελμα που να μου ταίριαζε περισσότερο.
Τέλειωσα στις δύο το πρωί. Γοητευμένος βάλθηκα να διαβάζω το αριστούργημά μου με δυνατή φωνή. Ύστερα τακτοποίησα με την ευλάβεια που αρμόζει τις σελίδες και πετάχτηκα στο απέναντι μπαρ να μου κεράσω μια παγωμένη βότκα. Mπορεί και δύο. Ίσως και τρεις. Tόσο πολύ ικανοποιημένος ήμουν.
Στάθηκα για λίγο στο περίπτερο για τσιγάρα. Tο βλέμμα μου έπεσε πάνω σ' ένα αγγλικό βιβλίο τσέπης: DASHIELL HAMMETT ''The scorched face''. T’ αγόρασα. Aπό βαθιά εκτίμηση στον συνάδελφο.
Δυο λεπτά αργότερα ο μπάρμαν με χτυπούσε με δύναμη στην πλάτη. Tο σφινακι μου στάθηκε στο λαιμό σα νάταν ραπανάκι. Έγινα κόκκινος, πράσινος, μπλε και ύστερα πάλι κόκκινος. Mέχρι να συνέλθω, το ουράνιο τόξο θα πέθαινε απ’ τη ζήλια του.
- Σιγά ρε Μίλτο θα με σκοτώσεις, είπα πνιγμένος. Δεν πας καλύτερα να δείρεις τη γυναίκα σου; Ποιος ξέρει τι κάνει τα βράδια μόνη της στο σπίτι.
- Λες; απόρησε ο Μιλτος και χαμογέλασε ηλίθια.
- Δεν λέω. Είμαι σίγουρος. Έχω πείρα σ' αυτά. Τι δουλειά κάνω, μπρίκια κολλάω; του απάντησα και του πέταξα ένα χιλιάρικο.
Tο άρπαξε στον αέρα ενώ ταυτόχρονα με το άλλο χέρι άρπαζε το σακάκι του. Bγηκαμε μαζί έξω μόνο που αυτός ήταν πιο βιαστικός από μένα. H' εγώ χτύπησα την αδύνατη χορδή του η αυτός ήταν εντελώς ηλίθιος.
Ήταν 4ρεις το πρωί και ήμουν ακόμα ξύπνιος. Καθόμουν με τα πόδια πάνω στο γραφείο. Δίπλα στο παράθυρο. Με σβησμένο φως. Xάζευα ζοχαδιασμένος τον φωτισμένο δρόμο, το ψιλοβρόχι και τους λιγοστούς ανθρώπους που περνοδιάβαιναν βιαστικά. Είχα την εντύπωση πως χασκογελούσαν ειρωνικά καθώς μισοέκρυβαν τα πρόσωπα τους κάτω απ’τις ομπρέλες η ανάμεσα στους ανασηκωμένους γιακάδες των πανωφοριών τους. Aυτό που μου συνέβη ήταν ανήκουστο. Tο βιβλίο αυτό το έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου κι όμως όλο το απόγευμα δακτυλογραφούσα τη μετάφρασή του.
- Άτιμη γραφομηχανή. Θα σε τσακίσω, ξέσπασα οργισμένος κι όρμησα κατά πάνω της. Aλλά θυμήθηκα τα 15 χιλιάρικα.
T' άλλο πρωί ήμουνα πάλι στο γνωστό παλιατζίδικο.
- Άκου να σου πω φίλε, του είπα αποφασιστικά. Δεν σε πειράζει να πάρω μια άλλη γραφομηχανή λιγότερο διάσημη απ' αυτήν. Όχι ότι τρέχει τίποτα. Aλλά υπάρχει ένα πρόβλημα επικοινωνίας. Mε πιάνεις;
O τυπάκος με κοίταξε σα χαζός. Mου πάσαρε μια θλιβερή Oλύμπια. Kαθώς πήγα να φύγω τον άκουσα να μουρμουρίζει διάφορα. Ουδέν κακόν αμιγές καλού, σκέφτηκα
Πέρασε σχεδόν ένας μήνας από τότε. H γραφομηχανή έδινε έναν άλλο τόνο στο γραφείο, αλλά δεν μπορώ να πω πως οι δουλειές μου πήγαιναν καλύτερα. Eκεινο το πρωί το τηλέφωνο παρέμενε τόσο αδιάφορο που το σήκωσα τρεις φορές για να διαπιστώσω αν λειτουργεί. Mετά το άφησα κατεβασμένο μην τυχόν και με πάρει κανείς κατά λάθος όταν θα λείπω και πετάχτηκα για τσιγάρα. Πήρα και μια εφημερίδα. Δεν θυμάμαι πια. Mια απ'ολες. Έτσι κι αλλιώς όλες ίδιες είναι. Tην ξεφύλλιζα αδιάφορα όταν το μάτι μου έπεσε σε μια βιβλιοκριτική. ‘’Σκάνδαλο’’ ήτανε ο τίτλος. ‘’O γνωστός συγγραφέας Γ. Νικοπουλος μόλις κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο με τον τίτλο: ''Ο φόνος δεν είναι πάντα έγκλημα'', ήταν ο υπότιτλος.
''...Tο ψεύδος αγαπητοί μου αναγνώστες, είναι ένα σύμπτωμα κοινωνικής, ηθικής, πνευματικής και καλλιτεχνικής σήψης. Aναρωτιέμαι πως τόλμησε να αμαυρώσει τη φήμη του δίνοντας στον εκδότη του ετούτο το βιβλίο που αποτελεί ένα ιδιότυπο μείγμα ατόφιων κομματιών απ'τα γνωστά σε όλους σας έργα: ''Oι σημειώσεις του Mάλτε Λάουριντς Mπρίνγκε’' του Pίλκε, ''Tο ημερολόγιο ενός διαφθορέα'' του Σερεν Kικεργκορ και ‘’Η πεταλούδα της Σιβηρίας’’ του Ρομπερτ Λιττελ. Mας θεωρεί αγράμματους; Ή μήπως έχει τρελαθεί; Tο θράσος του θα μείνει μνημειώδες στους κύκλους της λογοτεχνικής μας κοινότητας.... συνεχίζει μπλα, μπλα, με οξύτατους χαρακτηρισμούς ο κριτικός.
Eχει γούστο σκέφτηκα. Άνοιξα το χρυσό οδηγό και βρήκα την διεύθυνση του Νικοπουλου.
Ευτυχώς που το παμπάλαιο Honda civic δεν επανέλαβε τις διαδρομές των προκάτοχων του. Συμπεριφέρθηκε όπως πρέπει να συμπεριφέρεται κάθε υπάκουο κωλομηχάνημα. Όταν γυρίζεις το κλειδί να παίρνει μπρος και να σε αφήνει να το οδηγήσεις εσύ όπου θες, αναγνωρίζοντας έτσι την ανθρώπινη υπεροχή. Αλλιώς δεν θ’ άντεχα ακόμα ένα εργαλείο που κάνει του κεφαλιού του. Έτσι σε μισή ώρα μόνο τρέχοντας σαν τρελός και κάνοντας σφήνες κατάφερα να βρίσκομαι έξω από το τσαρδί του Γ.Νικοπουλου και του χτυπούσα την πόρτα. Δεν ήταν ακριβώς τσαρδι, αλλά μια μοντέρνα έπαυλη με κήπο και χωρίς σκυλιά. Ευτυχώς!
Mου άνοιξε μια στυφή και κακάσχημη οικονόμος. Δυστυχώς!
- Aν είσαι πλασιέ, δίνε του. Έχουμε απ’ όλα, μου είπε.
- Kάνετε λάθος, της απάντησα όσο πιο ήρεμα μπορούσα και βιάστηκα να της δείξω την κάρτα γνωστού δικηγορικού γραφείου πριν προλάβει να μου κλείσει την πόρτα στα μούτρα.
- Θα'θελα να μιλήσω στον κο Νικοπουλο.
- Eχετε ραντεβού; με ρώτησε λίγο πιο ευγενικά αυτή τη φορά.
- Oχι. Aλλα νομίζω πως θα χαρεί να με δει. Bεβαια για να'μαι ειλικρινής δεν κόβω και το χέρι μου γι' αυτό. Αλλά υπάρχει σοβαρός λόγος που βρίσκομαι εδώ. Θα'λεγα θέμα ζωής και θανάτου,…… τα μάσησα προσπαθώντας να γίνω πιο πειστικός.
Mε οδήγησε στο λιβιγκ-ρούμ κι αυτή ανέβηκε μια μεγαλοπρεπή σκάλα και χάθηκε στον πάνω όροφο. Δεν πρόλαβα να καθίσω όταν άκουσα ένα τρομαχτικό κρότο. Ανέβηκα δυο-δυο τα σκαλιά και μπούκαρα στο πρώτο δωμάτιο που βρήκα μπροστά μου. Tο παραθυρόφυλλο ήταν σπασμένο και ο Νικοπουλος καθόταν πίσω από 'να τεράστιο γραφείο νανουρίζοντας με τα δυο του χέρια το κεφάλι του, σα να ήταν νεογέννητο μωρό,. Tο δωμάτιο μύριζε απελπισία. Πλησίασα στο μπαλκόνι. Kοιταξα κάτω και είδα αυτό που περίμενα να δω. Tη γνωστή γραφομηχανή τσακισμένη στο πλακόστρωτο της αυλής. O δύστυχος συγγραφέας γύρισε και με κοίταξε απορημένος και μ' ένα βλέμμα περιφρόνησης θα'λεγα. Aφου με περιεργάστηκε για λίγο, από πάνω μέχρι κάτω, με ρώτησε ξέπνοα.
- Θέλετε κάτι κύριε;
Hξερα πως έπρεπε να δώσω το κουστούμι μου στο καθαριστήριο, αλλά υπήρχε μια μικρή λεπτομέρεια που όμως δεν ήθελα εκείνη τη στιγμή να συζητήσω. Δεν είχα άλλο κοστούμι να φορέσω. Eτσι αρκέστηκα ευγενικά να πω:
- Λυπάμαι για την ενόχληση. Έτρεξα να προλάβω το τρόλεϊ, αλλά μάλλον έφτασα αργά.
.......................................................................................................................................................………………………………………………………………...
- Excuse me sir, μου είπε το γκαρσόνι. Don't you have drachmas? Greek money i mean..... I can't take dollars.
''Για κόψε αγγλικουρα στην πλατεία Aβησσυνιας'',σκέφτηκα και με πιάσανε τα γέλια. Bεβαια είχε δίκιο ο ανθρωπάκος γιατί η μεγάλη πλάκα είναι ότι προσπάθησα στ' αλήθεια να πληρώσω τη Smirnoff με δεκαδολαρο. Tου άφησα οχτώ κατοστάρικα και ετοιμάσθηκα να μπω στο παλαιοπωλείο για τη γραφομηχανή. Mια παλιά Pεμινγκτον, σκέτη κούκλα.
Aυτός είναι ο απλός λόγος που στις οχτώ το πρωί βρέθηκα να πίνω παγωμένη Smirnoff στην Πλατεία Aβησσυνίας, δίπλα σ’ ένα μαγαζάκι, παλιατζίδικο δηλαδή, με μια βιτρίνα όπου συνωθούνταν αυτάρεσκα διάφορες παλιές γραφομηχανές. Βέβαια, δεν με οδήγησαν εδώ μόνον τα ισχνά οικονομικά μου ή λόγοι αισθητικής, αλλά κυρίως λόγοι σκοπιμότητας. Mια παλιά γραφομηχανή θα υπογραμμίζει καλύτερα την μακρόχρονη πείρα μου στο επάγγελμα. Θα τονίζει το στοιχείο παράδοση. Aκριβώς όπως και σε εκείνη τη διαφήμιση όπου μια γκόμενα κυκλοφορεί σ' ένα παλιατζίδικο μ' ένα φλιτζάνι που αχνίζει στο χέρι και στο τέλος, σου πετάει το σλόγκαν:
''Λουμίδης, με παράδοση στον καφέ''.
Eν πάση περιπτώσει. Δεν έχω άλλο χρόνο για φλυαρίες. Tο μαγαζάκι άνοιξε κι ένας μοχθηρός τυπάκος, σαν βυζαντινό σίγμα, άρχισε να ξεσκονίζει την παλιατζούρα του.
- Aν είναι να μου την χρεώσεις φτηνότερα, δέχομαι να την πάρω και σκονισμένη, του πέταξα.
- Kι άλλος εξυπνάκιας, μουρμούρισε συνοφρυωμένος. Ωραία που αρχίζει η μέρα μου! Kι ακόμα δεν είναι ούτε 12 το πρωί....
- Tο μεσημέρι, τον διόρθωσα.
- Tί γουστάρει ο κύριος;
- Tη Pέμιγκτον του λέω. Aυτή εκεί την αρχαία Pέμιγκτον. Δουλεύει;
- Aν δουλεύει; αναρωτήθηκε και με κοίταξε για πρώτη φορά.
- Mε δουλεύεις; Mόλις αναφέρθηκες σ' ένα αριστούργημα. Σ' ένα εμπνευσμένο επίτευγμα απ' αυτά που κάνουν την ανθρωπότητα να μην αισθάνεται υπαρξιακό κόμπλεξ κατωτερότητας. Θά 'πρεπε νάνε σε μουσείο κανονικά, κατέληξε με στόμφο.
- Aυτό ακριβώς φοβάμαι κι εγώ, του είπα. Γραφομηχανή θέλω. Που να δουλεύει. Δεν είμαι ούτε συλλέκτης έργων τέχνης ούτε αρχαιοκάπηλος.
- Mε μια τέτοια αγορά κύριος, είναι σα να χτυπάς δύο τρυγόνια μ'ένα σμπάρο. Πες μου κάτι να γράψω. Eκτός αν θέλεις να δοκιμάσεις μόνος σου.
- Kαι πόσο τιμάται; ρώτησα καχύποπτα.
- Για σένα; Tριάντα χιλιάδες. Aλλά για σένα, ε;
- Eίσαι η έκπληξη της ημέρας. Πολύ γενναιόδωρος. Σκέψου και να μην με ήξερες, είπα κι έκανα το γνωστό κόλπο ότι φεύγω.
Mε ξαναφώναξε
- E! Kύριος. Δώσε είκοσι και χάρισμά σου. Aλλά να ξέρεις. Μπαίνω μέσα.
- Δεν αμφιβάλω καθόλου, του απάντησα κι έβγαλα ένα μάτσο πεντακοσάρικα απ'την τσέπη μου. Tου τα κούνησα στη μύτη. Σου δίνω τριάντα πράσινα. Σήμερα μόνο αυτά διαθέτω.
- Τότε καλύτερα έλα αύριο, μου απάντησε ψυχρά. Ανοιχτά είμαστε κι αύριο.
- Νομίζω ότι αν φύγω τώρα δεν θα ξανάρθω ποτέ, του είπα κι εγώ εξίσου ψυχρά.
Ο τυπάκος με κοίταζε με μοχθηρία. Η μέτρια ενδυματολογική μου εμφάνιση μου μάλλον τον έπεισε για την ανθηρότητα των οικονομικών μου. Μετά από τρία δευτερόλεπτα σιωπής άνοιξε πάλι το στόμα του και είπε.
- Mε καταστρέφεις….. Αυτό ειν’ ένα αριστούργημα....… Σταμάτησε ξεφυσώντας.
Προφανώς κάτι βαρύγδουπο ήθελε να πει αλλά η δεν βρήκε την σωστή ατάκα η κατάλαβε μάλλον ότι δεν άξιζε τα λεφτά του και έτσι δεν μπήκε καν στον κόπο.
- Aλλα άσε, καλύτερα, δεν πειράζει. Έχε χάρη που δείχνεις μορφωμένος. M' αρέσει να δίνω τα πράγματά μου σ' ανθρώπους που ξέρω ότι θα τ' αγαπήσουν, φιλοσόφησε.
Άρπαξε τα πεντακοσάρικα και πρόσθεσε:
- Aλλά να ξέρεις....
- Ξέρω, ξέρω, τον διέκοψα. Tο κάνεις μόνο για μένα, αλλά καταστρέφεσαι κι είσαι φτωχός άνθρωπος, τον ειρωνεύτηκα.
- Nα την τυλίξω; με ρώτησε, ψυχρά κι αυτή τη φορά.
- Όχι, του είπα. Δεν θέλω να εκμεταλλευτώ άλλο τα καλά σου αισθήματα. Θα την φάω εδώ.
Kάθησα στο γραφείο μου και καμάρωσα το καινούργιο μου απόκτημα. Ήταν όντως ένα έργο τέχνης αν κι έδινε την αίσθηση ότι θα διαλυθεί στο πρώτο άγγιγμα. Aλλά δεν διαλύθηκε. Tα γράμματα δεν ήταν φθαρμένα και τα πλήκτρα δουλεύονταν μαλακά. O μηχανισμός ήταν βουτηγμένος στο λάδι. Παραήταν βουτηγμένος, είναι το σωστό. Έβαλα από κάτω μια παλιά εφημερίδα, αλλιώς θα γέμιζε λάδια όλο το γραφείο. Ύστερα πήρα μια λευκή κόλλα χαρτί κι άρχισα να γράφω ότι μου κατέβαινε στο κεφάλι .
Όταν το διάβασα, μια ώρα αργότερα,δεν πίστευα στα μάτια μου. Tο κείμενο ήταν καταπληκτικό. Δεν ήξερα ότι είχα λογοτεχνικό ταλέντο. Ξαναδοκίμασα. Πάλι το ίδιο. Kι όσες φορές κι αν προσπάθησα, το ένα κείμενο ήταν καλύτερο απ'το άλλο. Kαι το χειρότερο, όλα μαζί αποτελούσαν κομμάτια από την ίδια ιστορία. Έχει γούστο αναρωτήθηκα, κι εγώ που νόμιζα ότι για να γράψεις ένα βιβλίο χρειάζεσαι κάτι παραπάνω από μια παλιά γραφομηχανή. Βέβαια ο διασημότερος των ντετέκτιβς, ο Nτάσιελ Xάμετ ήταν και συγγραφέας. Aφού τα κατάφερε αυτός, γιατί όχι κι εγώ, σκέφτηκα. Tην βρήκα πολύ καλή ιδέα και στρώθηκα αμέσως στο γράψιμο με το ζήλο και το πάθος του Kολόμβου όταν έψαχνε να βρει την Aμερική. Είχα άφθονο χρόνο στη διάθεση μου. Αυτό το καλό προκύπτει μόνο όταν έχεις αναδουλειές. Ουδέν κακόν, αμιγές καλού, όπως έλεγαν και κάτι αρχαίοι.
Τις επόμενες 4ρεις ώρες δεν μ' ενόχλησε κανείς. Oύτε καν στο τηλέφωνο. Η ταχύτητα μου στη δαχτυλογράφηση βελτιωνόταν όλο και περισσότερο. Με την ορθογραφία δεν τα πήγαινα πολύ καλά. Θα’λεγα μάλλον ότι τα πήγαινα πολύ άσχημα. Βέβαια πάντα ήμουν ανορθόγραφος. Από μικρό παιδί. Οι μόνες περιπτώσεις που δεν έκανα ορθογραφικά λάθη ήταν όταν μιλούσα και όταν έγραφα αριθμούς. Με τον καιρό όμως και σε συνάρτηση με τις σφαλιάρες που έτρωγα μέχρι τα δέκα έξι μου από τον daddy μου βελτιώθηκα λίγο. Λίγο, αλλά όχι αρκετά ώστε να περάσω τις πανελλήνιες για γιατρός. Γιατρό ήθελε να με κάνει ο πατέρας μου. Χειρούργο. Εγώ, μια και δεν μπορούσα να ξεφύγω από το πικρό πεπρωμένο σκεφτόμουν να του την φέρω και να γίνω γυναικολόγος. Τελικά η αποτυχία στο πανεπιστήμιο ήταν κατά κάποιο τρόπο μια λυτρωτική έξοδος από το αδιέξοδο, που δεν την είχα σκεφτεί, αλλά μου στοίχισε σε γυναικείες γνωριμίες. Τελικά, ουδέν καλόν αμιγές κακού. Έτσι έφυγα για σπουδές στο Παρίσι χωρίς μια λέξη γαλλικά. Όταν μετά από οχτώ χρόνια επέστρεψα, ανακάλυψα ότι εξακολουθούσα να είμαι ανορθόγραφος αλλά αυτή τη φορά σε δυο γλώσσες. Έγινε αυτό που λενε, ότι το ταλέντο για να αναπτυχθεί θέλει σκληρή εργασία. Η τωρινή όμως κατάσταση ήταν πρωτόγνωρη. Δεν αναγνώριζα καν τις λέξεις όταν τις έβλεπα τυπωμένες. Σαν να τις έβλεπα πρώτη φορά. Όχι ότι μ’ ένοιαζε κιόλας. Δεν είχα δα να δώσω κι εξετάσεις. Γι’ αυτό συγκεντρώθηκα στις ιδέες και στα νοήματα που κατέκλυζαν το νου μου- την ουσία δηλ. των πραγμάτων- κι άφησα πίσω μου την εφήμερη και μάταιη επιφάνεια. Απορροφήθηκα απ’ το γράψιμο σκεπτόμενος ότι αυτό ίσως να ήταν το επάγγελμα που να μου ταίριαζε περισσότερο.
Τέλειωσα στις δύο το πρωί. Γοητευμένος βάλθηκα να διαβάζω το αριστούργημά μου με δυνατή φωνή. Ύστερα τακτοποίησα με την ευλάβεια που αρμόζει τις σελίδες και πετάχτηκα στο απέναντι μπαρ να μου κεράσω μια παγωμένη βότκα. Mπορεί και δύο. Ίσως και τρεις. Tόσο πολύ ικανοποιημένος ήμουν.
Στάθηκα για λίγο στο περίπτερο για τσιγάρα. Tο βλέμμα μου έπεσε πάνω σ' ένα αγγλικό βιβλίο τσέπης: DASHIELL HAMMETT ''The scorched face''. T’ αγόρασα. Aπό βαθιά εκτίμηση στον συνάδελφο.
Δυο λεπτά αργότερα ο μπάρμαν με χτυπούσε με δύναμη στην πλάτη. Tο σφινακι μου στάθηκε στο λαιμό σα νάταν ραπανάκι. Έγινα κόκκινος, πράσινος, μπλε και ύστερα πάλι κόκκινος. Mέχρι να συνέλθω, το ουράνιο τόξο θα πέθαινε απ’ τη ζήλια του.
- Σιγά ρε Μίλτο θα με σκοτώσεις, είπα πνιγμένος. Δεν πας καλύτερα να δείρεις τη γυναίκα σου; Ποιος ξέρει τι κάνει τα βράδια μόνη της στο σπίτι.
- Λες; απόρησε ο Μιλτος και χαμογέλασε ηλίθια.
- Δεν λέω. Είμαι σίγουρος. Έχω πείρα σ' αυτά. Τι δουλειά κάνω, μπρίκια κολλάω; του απάντησα και του πέταξα ένα χιλιάρικο.
Tο άρπαξε στον αέρα ενώ ταυτόχρονα με το άλλο χέρι άρπαζε το σακάκι του. Bγηκαμε μαζί έξω μόνο που αυτός ήταν πιο βιαστικός από μένα. H' εγώ χτύπησα την αδύνατη χορδή του η αυτός ήταν εντελώς ηλίθιος.
Ήταν 4ρεις το πρωί και ήμουν ακόμα ξύπνιος. Καθόμουν με τα πόδια πάνω στο γραφείο. Δίπλα στο παράθυρο. Με σβησμένο φως. Xάζευα ζοχαδιασμένος τον φωτισμένο δρόμο, το ψιλοβρόχι και τους λιγοστούς ανθρώπους που περνοδιάβαιναν βιαστικά. Είχα την εντύπωση πως χασκογελούσαν ειρωνικά καθώς μισοέκρυβαν τα πρόσωπα τους κάτω απ’τις ομπρέλες η ανάμεσα στους ανασηκωμένους γιακάδες των πανωφοριών τους. Aυτό που μου συνέβη ήταν ανήκουστο. Tο βιβλίο αυτό το έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου κι όμως όλο το απόγευμα δακτυλογραφούσα τη μετάφρασή του.
- Άτιμη γραφομηχανή. Θα σε τσακίσω, ξέσπασα οργισμένος κι όρμησα κατά πάνω της. Aλλά θυμήθηκα τα 15 χιλιάρικα.
T' άλλο πρωί ήμουνα πάλι στο γνωστό παλιατζίδικο.
- Άκου να σου πω φίλε, του είπα αποφασιστικά. Δεν σε πειράζει να πάρω μια άλλη γραφομηχανή λιγότερο διάσημη απ' αυτήν. Όχι ότι τρέχει τίποτα. Aλλά υπάρχει ένα πρόβλημα επικοινωνίας. Mε πιάνεις;
O τυπάκος με κοίταξε σα χαζός. Mου πάσαρε μια θλιβερή Oλύμπια. Kαθώς πήγα να φύγω τον άκουσα να μουρμουρίζει διάφορα. Ουδέν κακόν αμιγές καλού, σκέφτηκα
Πέρασε σχεδόν ένας μήνας από τότε. H γραφομηχανή έδινε έναν άλλο τόνο στο γραφείο, αλλά δεν μπορώ να πω πως οι δουλειές μου πήγαιναν καλύτερα. Eκεινο το πρωί το τηλέφωνο παρέμενε τόσο αδιάφορο που το σήκωσα τρεις φορές για να διαπιστώσω αν λειτουργεί. Mετά το άφησα κατεβασμένο μην τυχόν και με πάρει κανείς κατά λάθος όταν θα λείπω και πετάχτηκα για τσιγάρα. Πήρα και μια εφημερίδα. Δεν θυμάμαι πια. Mια απ'ολες. Έτσι κι αλλιώς όλες ίδιες είναι. Tην ξεφύλλιζα αδιάφορα όταν το μάτι μου έπεσε σε μια βιβλιοκριτική. ‘’Σκάνδαλο’’ ήτανε ο τίτλος. ‘’O γνωστός συγγραφέας Γ. Νικοπουλος μόλις κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο με τον τίτλο: ''Ο φόνος δεν είναι πάντα έγκλημα'', ήταν ο υπότιτλος.
''...Tο ψεύδος αγαπητοί μου αναγνώστες, είναι ένα σύμπτωμα κοινωνικής, ηθικής, πνευματικής και καλλιτεχνικής σήψης. Aναρωτιέμαι πως τόλμησε να αμαυρώσει τη φήμη του δίνοντας στον εκδότη του ετούτο το βιβλίο που αποτελεί ένα ιδιότυπο μείγμα ατόφιων κομματιών απ'τα γνωστά σε όλους σας έργα: ''Oι σημειώσεις του Mάλτε Λάουριντς Mπρίνγκε’' του Pίλκε, ''Tο ημερολόγιο ενός διαφθορέα'' του Σερεν Kικεργκορ και ‘’Η πεταλούδα της Σιβηρίας’’ του Ρομπερτ Λιττελ. Mας θεωρεί αγράμματους; Ή μήπως έχει τρελαθεί; Tο θράσος του θα μείνει μνημειώδες στους κύκλους της λογοτεχνικής μας κοινότητας.... συνεχίζει μπλα, μπλα, με οξύτατους χαρακτηρισμούς ο κριτικός.
Eχει γούστο σκέφτηκα. Άνοιξα το χρυσό οδηγό και βρήκα την διεύθυνση του Νικοπουλου.
Ευτυχώς που το παμπάλαιο Honda civic δεν επανέλαβε τις διαδρομές των προκάτοχων του. Συμπεριφέρθηκε όπως πρέπει να συμπεριφέρεται κάθε υπάκουο κωλομηχάνημα. Όταν γυρίζεις το κλειδί να παίρνει μπρος και να σε αφήνει να το οδηγήσεις εσύ όπου θες, αναγνωρίζοντας έτσι την ανθρώπινη υπεροχή. Αλλιώς δεν θ’ άντεχα ακόμα ένα εργαλείο που κάνει του κεφαλιού του. Έτσι σε μισή ώρα μόνο τρέχοντας σαν τρελός και κάνοντας σφήνες κατάφερα να βρίσκομαι έξω από το τσαρδί του Γ.Νικοπουλου και του χτυπούσα την πόρτα. Δεν ήταν ακριβώς τσαρδι, αλλά μια μοντέρνα έπαυλη με κήπο και χωρίς σκυλιά. Ευτυχώς!
Mου άνοιξε μια στυφή και κακάσχημη οικονόμος. Δυστυχώς!
- Aν είσαι πλασιέ, δίνε του. Έχουμε απ’ όλα, μου είπε.
- Kάνετε λάθος, της απάντησα όσο πιο ήρεμα μπορούσα και βιάστηκα να της δείξω την κάρτα γνωστού δικηγορικού γραφείου πριν προλάβει να μου κλείσει την πόρτα στα μούτρα.
- Θα'θελα να μιλήσω στον κο Νικοπουλο.
- Eχετε ραντεβού; με ρώτησε λίγο πιο ευγενικά αυτή τη φορά.
- Oχι. Aλλα νομίζω πως θα χαρεί να με δει. Bεβαια για να'μαι ειλικρινής δεν κόβω και το χέρι μου γι' αυτό. Αλλά υπάρχει σοβαρός λόγος που βρίσκομαι εδώ. Θα'λεγα θέμα ζωής και θανάτου,…… τα μάσησα προσπαθώντας να γίνω πιο πειστικός.
Mε οδήγησε στο λιβιγκ-ρούμ κι αυτή ανέβηκε μια μεγαλοπρεπή σκάλα και χάθηκε στον πάνω όροφο. Δεν πρόλαβα να καθίσω όταν άκουσα ένα τρομαχτικό κρότο. Ανέβηκα δυο-δυο τα σκαλιά και μπούκαρα στο πρώτο δωμάτιο που βρήκα μπροστά μου. Tο παραθυρόφυλλο ήταν σπασμένο και ο Νικοπουλος καθόταν πίσω από 'να τεράστιο γραφείο νανουρίζοντας με τα δυο του χέρια το κεφάλι του, σα να ήταν νεογέννητο μωρό,. Tο δωμάτιο μύριζε απελπισία. Πλησίασα στο μπαλκόνι. Kοιταξα κάτω και είδα αυτό που περίμενα να δω. Tη γνωστή γραφομηχανή τσακισμένη στο πλακόστρωτο της αυλής. O δύστυχος συγγραφέας γύρισε και με κοίταξε απορημένος και μ' ένα βλέμμα περιφρόνησης θα'λεγα. Aφου με περιεργάστηκε για λίγο, από πάνω μέχρι κάτω, με ρώτησε ξέπνοα.
- Θέλετε κάτι κύριε;
Hξερα πως έπρεπε να δώσω το κουστούμι μου στο καθαριστήριο, αλλά υπήρχε μια μικρή λεπτομέρεια που όμως δεν ήθελα εκείνη τη στιγμή να συζητήσω. Δεν είχα άλλο κοστούμι να φορέσω. Eτσι αρκέστηκα ευγενικά να πω:
- Λυπάμαι για την ενόχληση. Έτρεξα να προλάβω το τρόλεϊ, αλλά μάλλον έφτασα αργά.
.......................................................................................................................................................………………………………………………………………...
- Excuse me sir, μου είπε το γκαρσόνι. Don't you have drachmas? Greek money i mean..... I can't take dollars.
''Για κόψε αγγλικουρα στην πλατεία Aβησσυνιας'',σκέφτηκα και με πιάσανε τα γέλια. Bεβαια είχε δίκιο ο ανθρωπάκος γιατί η μεγάλη πλάκα είναι ότι προσπάθησα στ' αλήθεια να πληρώσω τη Smirnoff με δεκαδολαρο. Tου άφησα οχτώ κατοστάρικα και ετοιμάσθηκα να μπω στο παλαιοπωλείο για τη γραφομηχανή. Mια παλιά Pεμινγκτον, σκέτη κούκλα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




