IF MAKING MOVIES IS A CRIME, THEN CRIME IS MY BUSINESSBlogger Templates

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Peter Gunn


1986 Video from Art of Noise full version  

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Αποστολίδης Ανδρεας: Βιβλιογραφία


 Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953.Είναι συγγραφέας, μεταφραστής και σκηνοθέτης. Έχει γράψει τα αστυνομικά μυθιστορήματα "Χαμένο Παιχνίδι"(1995), "Φάντασμα του Μετρό"(1996) και "Εγκλήματα στην Πανσιόν Απόλλων"(2000). Επίσης τις συλλογές διηγημάτων "Αστυνομικές ιστορίες για πέντε δεκαετίες"(1998) και "Ζωγραφικοί πίνακες και ιδιότροπα ζώα"(1998). Έχει μεταφράσει στην αστυνομική φιλολογία περισσότερα από τριάντα μυθιστορήματα των Χάμμετ, Τσάντλερ, Μπερνέτ, Γούλριτς, Τόμσον, Αμπλερ, Χάισμιθ, Μπάνκς, Κράμλευ, Τσάρυν, Ελλρόυ κλπ. Έχει γράψει επίμετρα / μελέτες για τους Χάμμετ, Τσάντλερ, Μπερνέτ, Κράμλευ, Ντύρενματ, Τσάρυν, Έλλρου και Χάισμιθ. Επίσης έχει μεταφράσει Στήβενσον, Κίπλινγκ, Ίσεργουντ, Καπότε, Λόντον, Μπέλαμυ, Αντερσον, Χάξλευ, Ουέλτυ και Ναμπόκωφ. Έχει γράψει ανάμεσα στα άλλα λογοτεχνικά επίμετρα και άρθρα, μια μελέτη για τον Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ. Ως σκηνοθέτης έχει γυρίσει δύο ταινίες μικρού μήκους και περισσότερα από σαράντα επεισόδια στις βραβευμένες τηλεοπτικές σειρές ‘’Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα’’ και ‘’Μονοπάτια της σκέψης’’.

Βιβλιογραφία:

- Αρχαιοκαπηλία και εμπόριο αρχαιοτήτων
- Εγκλήματα στην πανσιόν Απόλλων
- Ελληνικά εγκλήματα 3
- Λοβοτομή
- Αστυνομικές ιστορίες για πέντε δεκαετίες
- Το χαμένο παιχνίδι
- Το φάντασμα του μετρό
- Διαταραχές στα Μετέωρα
- Τα πολλά πρόσωπα του αστυνομικού μυθιστορήματος
- Βουντού x-men εναντίον ανθρώπων της σκιάς
- Ζωγραφικοί πινάκες και ιδιότροπα ζώα

Γιάννης Μαρής: Βιβλιογραφία & Φιλμογραφία



Ο Γιάννης Μαρής (αληθινό όνομα Ιωάννης ή Γιάννης Τσιριμώκος, του Δημοσθένη,1916-1979) ήταν Έλληνας δημοσιογράφος και συγγραφέας. Έγραψε δεκάδες βιβλία και σενάρια για τον κινηματογράφο και θεωρείται ο πατέρας του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα.

Ο Γιάννης Τσιριμώκος που κατάγονταν από γνωστή οικογένεια της Φθιώτιδας, γεννήθηκε στη Σκόπελο τον Ιανουάριο του 1916, όπου υπηρετούσε ο δικαστικός πατέρας του. Ο πολιτικός Ηλίας Τσιριμώκος (μετέπειτα βουλευτής, υπουργός και πρωθυπουργός) ήταν δεύτερός του εξάδελφος. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Χίο και στη Λάρισα και αργότερα φοίτησε στη Νομική Σχολή της Θεσσαλονίκης. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα και εντάχθηκε στο χώρο των σοσιαλιστών. Συμμετείχε μαζί με τον Ηλία Τσιριμώκο και τον Αλέξανδρο Σβώλο στην ίδρυση της «Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας» (ΕΛΔ) ενώ αργότερα προσχώρησε στο ΕΑΜ.
Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ξεκινάει να ασχολείται επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία. Εργάζεται στην εφημερίδα «Μάχη» σαν αρχισυντάκτης, σχολιογράφος και κριτικός κινηματογράφου. Μετά τις αποκαλύψεις που κάνει η εφημερίδα για τη Μακρόνησο θα διωχθεί και θα φυλακιστεί. Αποφυλακίστηκε με παρέμβαση της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και του Αλέξανδρου Σβώλου. Θα εργαστεί στις εφημερίδες «Προοδευτικός Φιλελεύθερος», «Ελεύθερος Λόγος», «Αθηναϊκή» για να καταλήξει τελικά στο συγκρότημα Μπότση («Ακρόπολις», «Απογευματινή», περιοδικό «Πρώτο»).

Ξεκίνησε το συγγραφικό του έργο στις αρχές της δεκαετίας του '50 δημοσιεύοντας σε συνέχειες στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Οικογένεια» το μυθιστόρημα του Έγκλημα στο Κολωνάκι (1953), με το οποίο και καθιερώθηκε από τους πρώτους συγγραφείς αστυνομικού μυθιστορήματος. Το μυθιστόρημά του αυτό που εκδόθηκε κανονικά λίγο αργότερα από τις εκδόσεις Ατλαντίς θα γνωρίσει τεράστια επιτυχία και έξι χρόνια αργότερα (1959) θα μεταφερθεί με παρόμοια επιτυχία στον κινηματογράφο. Συνεχίζει να γράφει ακούραστα για 25 και πλέον χρόνια αφήνοντας πίσω του πλειάδα αστυνομικών μυθιστορημάτων, περίπου είκοσι σενάρια και δύο θεατρικά.
Ο Ιωάννης Τσιριμώκος ήταν μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, της Εταιρίας Θεατρικών Συγγραφέων, καθώς και της Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου. Είχε λάβει μέρος σε δημοσιογραφικές αποστολές στη Κίνα, ΗΠΑ, Ρωσία, Ισπανία, Πορτογαλία, και ανατολικές Χώρες. Ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών και μιλούσε επίσης γαλλικά.
Υπήρξε πολυμαθέστατος και διέθετε το «χάρισμα του προφορικού λόγου», πήρε μάλιστα μέρος στο ρεπορτάζ για την διαλεύκανση της δολοφονίας του ανεξάρτητου βουλευτή της αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη.

Πέθανε στις 13 Νοεμβρίου του 1979 από καρκίνο του εγκεφάλου.

Αν και εμπορικά επιτυχημένος και δημοφιλής, ο Γιάννης Μαρής υπήρξε παραγνωρισμένος από τους κριτικούς στην εποχή του. Η ενασχόληση του με το είδος του αστυνομικού μυθιστορήματος που εντάσσονταν, από τους τότε κριτικούς, στην παραφιλολογία, του στέρησε την αναγνώριση σαν μεγάλου συγγραφέα. Πολλά χρόνια μετά αναγνωρίστηκε σαν κλασικός. Δημιουργός του θρυλικού χαρακτήρα Γεωργίου Μπέκα, χάρισε στην Ελληνική λογοτεχνία έναν ήρωα εφάμιλλο του Μεγκρέ.
Τα μυθιστορήματα του διαδραματίζονταν συχνά σε κοσμοπολίτικα μέρη με ήρωες εφοπλιστές, βιομηχάνους και καλλιτέχνες. Ο απλός κόσμος ήταν πάντα σε δεύτερη μοίρα, ενώ η αστυνομική πλοκή και το μυστήριο ήταν το πρόσχημα για να κερδίσει την προσοχή του αναγνώστη. Το πραγματικό ενδιαφέρον του ήταν η δημιουργία ατμόσφαιρας και οι ανθρώπινες σχέσεις. Η επιτυχία των μυθιστορημάτων εκείνων, που πουλούσαν εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα, οδήγησε στην δημιουργία σχολής συγγραφέων και (υποδεέστερων σε κάθε περίπτωση) μιμητών.
Πολλά από τα έργα του μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο, τόσο από τον ίδιο, όσο και μετά το θάνατο του, δημιουργώντας έτσι το αντίστοιχο του φιλμ νουάρ στο Ελληνικό σινεμά. Μερικές επίσης από τις πιο επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές τόσο της κρατικής όσο και της ιδιωτικής τηλεόρασης βασίστηκαν στα έργα του. Πολλά δε βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες.

Βιβλιογραφία:

- Ζήτημα ζωής και θανάτου
- Αμφιβολίες
- Υποψίες
- Αυτόπτης μάρτυς
- Ο δολοφόνος φορούσε σμόκιν
- Σκληρό παιχνίδι
- Μια γυναίκα από το παρελθόν
- Το καλοκαίρι του φόβου
- Υπόθεση εκβιασμού
- Χωρίς ταυτότητα
- Εκείνη τη νύχτα
- Ιντερμέτζο
- Αύριο και για πάντα
- Έγκλημα στη Μύκονο
- Νυχτερινό τηλεφώνημα
- Διακοπές στη Μύκονο
- Μωρό μου
- Περίπτωσις Χ - Ένα γράμμα στο ταξί
- Ο τέταρτος ύποπτος - Η κυρία της καμπίνας 17 - Μια νύχτα πρωτοχρονιάς
- Κουαρτέτο
- Ζήτημα εμπιστοσύνης
- Χωρίς τίτλο - Ένας ξένος στην πόλη - Γράμμα χωρίς αποστολέα
- Σκοτεινό μεσημέρι
- Απαγωγή
- Ιδιωτική υπόθεση
- Το χαμόγελο της Πυθίας
- Περιπέτεια στο Άγιο Όρος
- Περίπτωση ανάγκης
- Η τρίτη αλήθεια
- Επιχείρηση εκδίκηση
- Ταξίδι χωρίς γυρισμό
- Έγκλημα στο Κολωνάκι
- Η μελωδία του θανάτου
- Έγκλημα στα παρασκήνια
- Επιχείρηση ουράνιο τόξο
- Περιπέτεια
- Το χαμόγελο της Σφίγγας
- Το μεγάλο παιχνίδι
- Μπούμερανγκ
- Ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα
- Η εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη
- Το μυστικό του άσπρου βράχου
- Επικίνδυνο καλοκαίρι
- Αυστηρώς προσωπικόν
- Έξι εβδομάδες στις ανατολικές χώρες


Φιλμογραφία


- Το Χαμόγελο της Πυθίας (1979)
- Ζήτημα Ζωής και Θανάτου (1973)
- Αντάρτες των Πόλεων (1972)
- Ως την τελευταία Στιγμή (1972)
- Οι τελευταίοι του Ρούπελ (1971)
- Μια Γυναίκα Κατηγορείται (1966)
- Το Πρόσωπο της Ημέρας (1965)
- Αμφιβολίες (1964)
- Ο Μπαμπάς μου κι Εγώ (1963)
- Χωρίς ταυτότητα (1963)
- Ο Άντρας της Γυναίκας μου (1962)
- Λάθος στον Έρωτα (1961)
- Έγκλημα στα παρασκήνια (1960)
- Ένας Δον Ζουάν για Κλάματα (1960)
- Καλημέρα Αθήνα (1960)
- Έγκλημα στο Κολωνάκι (1959)
- Ένας Έλληνας στο Παρίσι (1959)
- Η Λίζα το 'σκασε (1959)
- Ο Άνθρωπος του Τρένου (1958)

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

ΤΟ FILM NOIR


ΤΟ FILM NOIR
των
Στάθη Βαλούκου & Βασίλη  Σπηλιόπουλου                                                                       
                                                                                                                                                17-04-2003


Το φιλμ νουάρ είναι ένας όρος, που περιγράφει το συγκεκριμένο ύφος ενός μεγάλου κύκλου αστυνομικών ταινιών, από αυτές που έγιναν στην Αμερική από τις αρχές τις δεκαετίας του ’40 ως το τέλος της δεκαετίας του ’50.

Πιο σωστά, θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει σαν μια κατηγορία αστυνομικών ταινιών, που διαφοροποιείται από τις υπόλοιπες αισθητικά, ιδεολογικά και τεχνικά. Αυτές οι διαφοροποιήσεις του χαρίζουν μια σημαντική ιδιαιτερότητα, έτσι ώστε μερικοί να το θεωρούν ξεχωριστό είδος ταινιών, όπως είναι το γουέστερν ή το μιούζικαλ. ʼλλοι προχωρώντας περισσότερο, μιλούν για σχολή, την πιο σημαντική και ίσως την μοναδική στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου.

Αυτές οι εκτιμήσεις φαίνονται υπερβολικές. Όσον αφορά την πρώτη, είναι σαφές ότι το φιλμ νουάρ δεν περιλαμβάνει στη δομή του μια σημαντικά διαφορετική αφηγηματική αυτοτέλεια και δεν προσδιορίζεται από επαρκείς συμβάσεις ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ξεχωριστό είδος.

Όσο για τη σχολή ένα κίνημα δηλαδή ανάλογο με τον ιταλικό νεορεαλισμό ή τη γαλλική «νουβέλ βάγκ», πρέπει να πούμε ότι αυτή προσδιορίζεται από μια ομάδα κινηματογραφιστών, που έχουν τις ίδιες πολιτικές και αισθητικές πεποιθήσεις και αναζητούν μια κοινή στιλίστικη προσέγγιση. Το φιλμ νουάρ προφανώς χαρακτηρίζεται από την τελευταία ιδιότητα και σε ένα συζητήσιμο βαθμό και από την πρώτη. Όμως δεν εμφανίζει στα σενάριά του ποικιλία κινηματογραφικών ειδών τέτοια, που να δικαιολογεί την εκτίμηση ότι πρόκειται για ολόκληρη σχολή. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μια ποικιλία ταινιών, που θα περιλάμβανε πολεμικές ταινίες, αλλά και ψυχολογικά μελοδράματα και θα μπορούσε να εκτείνεται σε όλο το φάσμα, ανάμεσα στα δύο υποθετικά άκρα κινηματογραφικού ύφους, του φρικιαστικού και του κωμικού.
(Διαφορές με το αστυνομικό φιλμ)

Ενώ, όμως, δεν αποτελεί ένα κινηματογραφικό είδος, ούτε μπορεί να χαρακτηριστεί σαν κίνημα ή σχολή, με την κλασική τουλάχιστον έννοια, το φιλμ νουάρ έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που προέρχονται από τον ευρέως νοούμενο χώρο της αστυνομικής ταινίας ενώ παράλληλα τον ξεπερνούν, ενσωματώνοντας στοιχεία και άλλων κινηματογραφικών ειδών. Ο βαθμός διαφοροποίησης του από το κλασικό αστυνομικό, τόσο σε επίπεδο ιδεολογίας, όσο και αισθητικής, σημειώνεται παρακάτω, αφού προηγουμένως θεωρήσουμε, αρκετά σχηματικά, ως ενιαία την προβληματική του τυπικού αστυνομικού, όπου το κυρίαρχο ερώτημα «ποιος είναι ο δολοφόνος» αποτελεί το λόγο ύπαρξης της ταινίας.

Η επισήμανση αυτών των διαφοροποιήσεων είναι απαραίτητη για να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε στις σωστές διαστάσεις τη σημασία του φιλμ νουάρ στο χώρο του αμερικανικού κινηματογράφου.

Ο φόνος: Ο φόνος ή γενικότερα το έγκλημα σε μια οργανωμένη κοινωνία είναι αναπόφευκτα φορτισμένο με όλα τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού γεγονότος. Στο τυπικό, όμως, αστυνομικό φιλμ –επέκταση της αγγλικής αστυνομικής νουβέλας- αυτό το κοινωνικό συμβάν αποδραματοποιείται, χάνει το κοινωνικό του νόημα και γίνεται τελικά ένα εγκεφαλικό παιχνίδι, ένα σταυρόλεξο που αναζητά τη λύση του στο αστικό σαλόνι.

Στο φιλμ νουάρ το έγκλημα διαπράττεται στα έγκατα της πόλης, και είναι προϊόν πάθους, αποτέλεσμα διακαούς επιθυμίας για έρωτα και χρήμα.

«Το φιλμ νουάρ παρέδωσε πάλι το έγκλημα στους ανθρώπους που έχουν λόγους να το διαπράξουν και δεν το κάνουν μόνο για να μας φορτώσουν με ένα πτώμα, και που μάλιστα έχουν στα χέρια τους το κατάλληλο ‘μέσο’, και όχι δηλητήριο, φαρμακερά τόξα και ψάρια τροπικά» (Ρ. Τσάντλερ, Η απλή τέχνη του φόνου, ελεύθερη απόδοση).

Η ιδεολογία: Αν θεωρηθεί ότι το έγκλημα είναι παραβίαση του ηθικού κώδικα, που κατά συνέπεια προκαλεί διασάλευση της κοινωνικής ισορροπίας, τότε πραγματικά ο κινηματογραφικός του χειρισμός ξεπερνάει τα όρια του επιμέρους γεγονότος και διατυπώνει μια συνολική θεώρηση για την κοινωνία.

Στο χώρο του φιλμ νουάρ, η απάντηση στο ερώτημα «ποιος είναι ο δολοφόνος», ακόμα και όταν μπαίνει αυτό το ερώτημα, δε θεωρείται ότι λύνει το πρόβλημα. Η πορεία προς τη λύση του αινίγματος σημαδεύεται από καταλυτικές αποκαλύψεις, όσον αφορά τη «φύση» των ηρώων (και βεβαίως όχι μόνο των ενόχων) αλλά και των κοινωνικών δομών. Οι ισορροπίες που διαταράχθηκαν δεν επανέρχονται και το ρήγμα παραμένει αγεφύρωτο.

Οι ήρωες του τυπικού αστυνομικού φιλμ βιώνουν έναν ατομικό προσωπικό χρόνο, ουσιαστικά ασύμπτωτο προς το συλλογικό ιστορικό χρόνο της εποχής. Δημιουργούν ένα σχηματικό μικρόκοσμο που ολοκληρώνεται και εξαντλείται στα πλαίσια του φιλμ.

Για τις ταινίες νουάρ ο χρόνος είναι απαραίτητη συντεταγμένη καθώς ολοκληρώνεται από τις σχέσεις των ηρώων με την ιστορική συγκυρία. Ο χωροχρόνος και τα χαρακτηριστικά του «κρύβονται» πίσω από κάθε ιδιαιτερότητα που φαίνεται προσωπική. Οι σχιζοφρενείς ήρωες, οι φιλόδοξοι δολοφόνοι και η έκρηξη του σεξουαλικού πάθους φέρνουν το στίγμα των κοινωνικών και ιστορικών γεγονότων.

Η ανεργία η οικονομική κρίση, ο φόβος του πολέμου καθορίζουν τους ήρωες και δημιουργούν τις ψυχώσεις τους. Ο ιστορικός χρόνος είναι παρών, έτσι που το φιλμ νουάρ εμφανίζεται στο χώρο του σινεμά σαν ένα σύμπτωμα της γενικότερης κρίσης του αστικού πολιτισμού και των αξιών του.

Η αισθητική: Το φιλμ νουάρ υλοποίησε τις παραπάνω παραδοχές στο χώρο της αισθητικής, ξεπερνώντας τις συμβατικές αφηγηματικές και εικαστικές φόρμες που είχαν δημιουργηθεί από το κλασικό αστυνομικό φιλμ. Η ασυνεχής αφήγηση, οι απροσδόκητες γωνίες λήψης, το βάθος του πεδίου και οι εφιαλτικές φωτοσκιάσεις, στοιχεία που υιοθέτησε το φιλμ νουάρ και που σε ένα βαθμό κατάγονται από το μακρινό παρελθόν του γερμανικού εξπρεσιονισμού, προσδίδουν στο φιλμ νουάρ μοναδική δραματική ένταση και τέτοια συμπαγή λογική, που σπάνια συναντιέται στο χώρο του κινηματογράφου.

Ο ήρωας: Το αστυνομικό φιλμ καθώς και το φιλμ νουάρ στο βαθμό που συνιστούν ένα «μυστήριο» που επιζητά τη λύση του, κάνουν απαραίτητη την παρουσία του ντετέκτιβ, που θα ερευνήσει την υπόθεση και θα την οδηγήσει στην λύση της.

Οι ιστορίες, όμως, με ντετέκτιβ, που υιοθετούν το μοτίβο της «αναζήτησης του δράστη», ενώ στο φιλμ νουάρ αποτελούν μικρό μόνο μέρος από την πλατιά γκάμα του, στο αστυνομικό φιλμ αποτελούν τη μοναδική παραλλαγή του, και οποιαδήποτε προσπάθεια υπονόμευσης αυτού του μοτίβου θα αναιρούσε τον χαρακτήρα του.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό που επιβάλλεται από τη μοναδικότητα του μοτίβου αναζήτησης του δράστη, αλλά και από τη μανιχαϊστική φιλοσοφία του αστυνομικού φιλμ, που χωρίζει τον κόσμο με στεγανά σε «καλούς» και σε «κακούς» , είναι η έλλειψη χαρακτηρολογικής εξέλιξης των ηρώων σε σχέση με τον πραγματικό και φιλμικό χρόνο. Η ανακάλυψη του ενόχου και η εξιχνίαση του μυστηρίου επιβεβαιώνουν το ανεξέλικτο «στάτους» των χαρακτήρων και των σχέσεων του φιλμικού μικρόκοσμου που εγκαθιδρύει το αστυνομικό φιλμ, καθώς και την απουσία του χρόνου ως προσδιοριστικού και εξελικτικού παράγοντα.

Στο φιλμ νουάρ ο φιλμικός χρόνος καταγράφει το σημείο ρήξης των ηρώων με την τυπική μικροαστική ζωή τους, καθώς παρασύρονται σε ένα εγκληματικό παιχνίδι, ανατρέποντας συνήθειες και κατακτήσεις μιας ολόκληρης ζωής.

Αν ο φιλμικός χρόνος στο χώρο του αστυνομικού φιλμ ταυτίζεται με τον απαραίτητο χρόνο για τη διαλεύκανση του εγκλήματος, στο φιλμ νουάρ καταγράφεται ως ο χρόνος που απαιτείται για να εξελιχτεί ο μικροαστός υπάλληλος σε επικίνδυνο δολοφόνο, οι φιλήσυχες νοικοκυρές σε «μοιραίες» γυναίκες.

Στο φιλμ νουάρ οι ήρωες δεν εισάγονται ως δολοφόνοι, δημιουργούνται στη χρονική διάρκεια του φιλμ.

Η κλασική φιγούρα του ευτραφή συνταξιούχου Ηρακλή Πουαρό συνιστά τον τυπικό ντετέκτιβ, τόσο στην εγγλέζικη αστυνομική νουβέλα, όσο και στο αστυνομικό φιλμ. Το κυριότερο χαρακτηριστικό του είναι αναμφισβήτητα ο «τρόπος» που ερευνά τα και τελικά επιλύει το μυστήριο. Ένας τρόπος που συνίσταται αποκλειστικά και μόνο σε μια πολύπλοκη, σχεδόν λαβυρινθώδη διανοητική εργασία. Βυθισμένος σε μια πολυθρόνα, ανασυνθέτει τα γεγονότα με εξαιρετική αυτοπεποίθηση και διαμέσου μιας συστηματικής «λογικής» επεξεργασίας των δεδομένων ανακαλύπτει τη μοιραία αντίφαση και οδηγείται στο δολοφόνο.

Αντίθετα, για τον Φίλιπ Μάρλοου, τον τυπικό «σκληροτράχηλο ντετέκτιβ» του φιλμ νουάρ που ζει σε έναν βίαιο κόσμο, η κάθε υπόθεση είναι ένας διαρκής κίνδυνος. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να διακινδυνέψει ο ίδιος χρησιμοποιώντας τις γροθιές του και το πιστόλι του . Οι αμφιβολίες και τα προσωπικά του τραύματα τεκμηριώνουν την ουσιαστική «συμμετοχή του» στο δράμα.

Η αφήγηση: Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι δομημένο πάνω σε μια αυστηρή λογική. Ό, τι και να γίνει , όσο ετερόκλητα και παράλογα κι αν είναι εκ πρώτης όψεως τα γεγονότα και οι χαρακτήρες, στο τέλος όλα θα πρέπει να βρουν μια λογική ερμηνεία, ένα αδιόρατο νήμα θα πρέπει να συνδέσει και επεξηγήσει τα πάντα. Ο συγγραφέας δικαιούται να κάνει τους πιο τολμηρούς ακροβατισμούς , αλλά πάντα με τη συμβατική «υποχρέωση» να αποδείξει, στο τέλος, την ισχυρή και αναντίρρητη συνέχεια των γεγονότων.

Το τυπικό αστυνομικό φιλμ μυστηρίου, βασισμένο στα μυθιστορήματα του Κόναν Ντόιλ, της Αγκάθα Κρίστι, του Ζ. Σιμενόν, είναι βασισμένο κυρίως σε αυτήν την αρχή, της λογικής. Έτσι η αφήγησή του είναι αναπόφευκτα γραμμική, παρατακτική, χωρίς πειραματισμούς στη «φόρμα». Τα ευρήματα παραμένουν εξεζητημένα και ο ντετέκτιβ θυμίζει εντομολόγο στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει το θεατή.

Στο φιλμ νουάρ οι προτεραιότητες είναι διαφορετικές, το κυρίαρχο στοιχείο δεν είναι η λογική, αλλά το πάθος και η αίσθηση της απόγνωσης. Η αφήγηση, αισθηματική, συγκοπτόμενη, ασυνεχής, προσδιορίζει την ατμόσφαιρα που αρμόζει στα πρόσωπα και στα γεγονότα.

Το έγκλημα στο χώρο του φιλμ νουάρ δε συνδυάζεται, συνήθως, με το αστυνομικό μυστήριο και γίνεται από ανθρώπους με έντονα πάθη. Η «γραφή» παράλληλα παίρνει κάτι από τη βία του κόσμου που περιγράφει. Αν στο τυπικό αστυνομικό το «ζητούμενο» είναι η ολοκλήρωση ενός «στόρι», στο φιλμ νουάρ το ζητούμενο είναι η κινηματογραφική αφήγηση.

Η γυναίκα: Η παρουσία της στο χώρο του αστυνομικού φιλμ είναι ασήμαντη, περιορίζεται κάπου στο background της υπόθεσης, συνήθως είναι κάποια από τους υπόπτους, ή αποτελεί μια γραφική φιγούρα, ένα ιντερμέδιο στην κύρια αφήγηση. Η έλλειψη του ερωτισμού είναι συστατικό στοιχείο και φθάνει ως την απαγόρευση.

Αντίθετα, η γυναικεία φιγούρα στο φιλμ νουάρ ανάγεται σε θεμελιακό λίθο για τη δόμησή του. Έχοντας ένα ερωτικό και συνάμα καταστροφικό προφίλ, που δεν έχει προηγούμενο στο χώρο του κινηματογράφου, ανάγεται σε φιγούρα μυθική καθιερώνοντας τον τύπο της μοιραίας γυναίκας (femme fatale).

Η φύση: Η φύση στο αστυνομικό φιλμ είναι αδιάφορη και πολλές φορές ανύπαρκτη. Αντίθετα στο φιλμ νουάρ διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο. Η νύχτα, η βροχή, η ομίχλη, ή ακόμα και η κάψα επανέρχονται τυραννικά, υπογραμμίζοντας τον απροσδιόριστο κίνδυνο και την έξαψη του πάθους δημιουργώντας τη δραματική ατμόσφαιρα. Η φύση στο φιλμ νουάρ συμμετέχει στη δράση και πολλές φορές είναι το ίδιο «ένοχη» όπως και οι ήρωές του.

Η πόλη: Το ντεκόρ του εγκλήματος στο αστυνομικό φιλμ είναι το αστικό σπίτι, πράγμα που δεν είναι περιοριστικό για το είδος, στο βαθμό που αποτελεί ένα παιχνίδι λογικής. Για το φιλμ νουάρ, όμως, η «έξοδος» στην πόλη είναι αναπόφευκτη, αφού ο υπόκόσμος, που αποτελεί τον «εργολάβο» του εγκλήματος, δεν μπορεί να «χωρέσει» στα όρια ενός δωματίου. Η επιλογή, όμως, της πόλης για το φιλμ νουάρ ξεπερνάει τη σημασία του ντεκόρ, αποκτά τις διαστάσεις μιας ιδεολογικής επιλογής, στο βαθμό που στην πόλη αντανακλώνται όλοι οι πολιτιστικοί, πολιτικοί και οικονομικοί όροι, που την έχουν διαμορφώσει.
(Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά)
Για να επιστρέψουμε, όμως, στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φιλμ νουάρ, δηλαδή τους κοινούς άξονες που διατρέχουν όλες τις ταινίες του είδους κάνοντάς τες να ξεχωρίζουν, πρέπει να πούμε ότι αυτά είναι προφανή και άμεσα. Έτσι η ταινία εκτυλίσσεται πάντα στη σύγχρονη εποχή, συνήθως σε κάποια πόλη της Αμερικής, σπανιότερα σε ένα εξωτικό μέρος. Οι ήρωές της είναι Αμερικανοί και στα σενάρια εξοστρακίζεται το φανταστικό, αφού δεν υπάρχουν ασυνήθιστα περιστατικά και η μεταφυσική με την τρέχουσα έννοια απουσιάζει ολοκληρωτικά.

Υπάρχει ένα σταθερό στιλ, το οποίο συνίσταται σε επαναλαμβανόμενα αφηγηματικά μοτίβα, σε μια ενιαία αισθητική κινηματογράφησης και σε συναισθηματικές χαρακτηρολογικές καταστάσεις. Επιστρατεύονται όλες οι ηθικές και φιλοσοφικές αξίες της κουλτούρας της εποχής. Κάποιες έννοιες, όπως η μονομανία, η κλειστοφοβία, η παράκρουση, η αποξένωση κ. α., είναι ευδιάκριτες στα σενάρια των περισσότερων ταινιών, όπου αντικατοπτρίζονται διάφορα φιλοσοφικά κινήματα και επιστημονικά επιτεύγματα της εποχής, όπως ο υπαρξισμός ή ο φροϋδισμός. Η μυθοπλασία στηρίζεται στον απελπισμένο αγώνα την επίτευξη του αμερικάνικου ονείρου, που συνοψίζεται σε δύο λέξεις: πάθος για έρωτα και χρήματα.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών χαρακτηρίζεται και από κάποια αισθητική ακεραιότητα και από μορφολογική συνοχή, ώστε το φιλμ νουάρ να κατέχει μια μοναδική θέση στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου.

Μπορούμε να πούμε ότι αυτό που ορίζεται σαν «κύκλος νουάρ» είναι ένα σύνολο ταινιών, που όχι μόνο παρουσιάζουν μια ομοιόμορφη εικόνα της Αμερικής, αλλά το κάνουν και με έναν τρόπο που ξεπερνάει τις επιδράσεις κάποιας σχολής ή κάποιου είδους.

Το φιλμ νουάρ δεν αποτελεί μετάφραση μιας παράδοσης στη γλώσσα του κινηματογράφου. Είναι ένα αυτοτελές δημιούργημα της αμερικανικής κουλτούρας στο χώρο του σινεμά. Με δύο λόγια, είναι το μοναδικό παράδειγμα, μαζί με το γουέστερν, ενός τελείως αμερικάνικου στιλ στο χώρο της κινηματογραφικής δημιουργίας.

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

Ταινίες DVD / Αστυνομικά


Ταινίες DVD / Αστυνομικά

172 DVD / Αστυνομικα κυκλοφορουν στην Ελληνικη αγορα
Μπορειτε να τα δειτε στο καταλογο του Αθηνοραματος, στο site: http://athinorama.bestprice.gr/?cat=408&priceMin=26,45&priceMax=32

Διαβάζοντας αστυνομικές ιστορίες


Δ Ο Κ Ι Μ Ι Ο
133 περιοδικό (δε)κατα χειμώνας 2008

Γιώργος Μπλάνας


Μια αστυνομική ιστορία είναι ό,τι ακριβώς λέει το όνομά της: η ιστορία ενός αστυνομι-
κού. Σαν ιστορία δεν διαφέρει από οποιαδήποτε άλλη: αφηγείται μια σειρά περιστατι-
κών με αρχή, μέση και τέλος. Το γεγονός πως ο αστυνομικός έχει να αντιμετωπίσει
πάντα μια σκοτεινή υπόθεση, δεν σημαίνει πως η υπόθεση της ιστορίας πρέπει να είναι
σκοτεινή. Άλλο πράγμα η υπόθεση που λύνει ο ήρωας και άλλο πράγμα η υπόθεση, η πλοκή
της ιστορίας. Η ιστορία γράφεται για να την καταλάβει ο αναγνώστης. Αν είναι να βουλιάξει
μέσα στα σκοτάδια, γιατί να χαλάσει την ώρα του; Η ζωή, γύρω μας, είναι πολύ πιο σκοτεινή
από την όποια σκοτεινή ιστορία. Αρκεί. Δουλειά του συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών δεν
είναι να κρύψει καλά ένα μυστικό, αλλά να το παρουσιάσει καλά. Παρουσιάζω ένα μυστικό δεν
σημαίνει το αποκαλύπτω, αλλά παρέχω με συνέπεια ό,τι συμβάλει στην αποκάλυψή του.
Μια αστυνομική ιστορία πρέπει να είναι απλή. Το θέμα της μπορεί να είναι σκοτεινό,
περίπλοκο, αλλά η ίδια πρέπει να έχει απλότητα και διαύγεια. Αν ο αναγνώστης υποψιαστεί
πως ο συγγραφέας γνωρίζει περισσότερα απ’ όσα του λέει, θα τον εγκαταλείψει. Καλά θα
κάνει. Γιατί θα πρέπει κάποιος ν’ ασχολείται μ’ έναν άνθρωπο που δεν είναι ειλικρινής; Στην
προκειμένη περίπτωση, ανειλικρίνεια σημαίνει: έλλειψη ταλέντου.
Μια αστυνομική ιστορία εξηγεί ένα μυστήριο. Δεν εξηγεί την εξήγηση ενός μυστηρί-
ου. Δεν αφηγείται την προσπάθεια του ήρωα να λύσει το μυστήριο. Βάζει τον ήρωα να το
λύσει. Απλά αυτό. Ό,τι θα έκανε, δηλαδή, ο συγγραφέας αν ήταν ντετέκτιβ. Από μιαν άποψη,
κάθε αστυνομική ιστορία είναι ένα κομμάτι μιας φανταστικής αυτοβιογραφίας. Δεν θα ήταν
παράλογο κάποιος, που θέλει να αυτοβιογραφηθεί, να μας ζαλίζει με την περιπέτεια της
προσπάθειάς του να αυτοβιογραφηθεί; Ίσως, στη διάρκεια των πρώτων χρόνων του 20ού
αιώνα, η τακτική αυτή να έλεγε κάτι καινούργιο. Σήμερα είναι παρωχημένη και πάντως
καθόλου κατάλληλη για αστυνομικές ιστορίες. Συνεπώς, ο συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών οφείλει να είναι ήδη ντετέκτιβ ή τουλάχιστον να γνωρίζει τι θα έπρεπε να κάνει αν ήταν.
Για να γράψει κανείς μιαν αστυνομική ιστορία δεν χρειάζεται μολύβι και χαρτί ή μιαν
οθόνη κι ένα πληκτρολόγιο, πριν αφηγηματολογίας θα τον μπερδέψει, με ολέθρια αποτελέσματα. Οι μεγάλοι συγγραφείς δεν
γνώριζαν τίποτε για την αφηγηματολογία. Απλά αφηγούνταν, δημιουργούσαν τα έργα που θα
γίνονταν αργότερα αντικείμενο της αφηγηματολογίας. Άρα υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να
μάθει κανείς ν’ αφηγείται: ν’ ακούει αυτό που διαβάζει, υποθέτοντας πως ο συγγραφέας είναι
το πιο ειλικρινές άτομο στον κόσμο και πως αυτά που γράφει είναι πραγματικά.
Αυτό και... να ξέρει πώς να εντοπίζει και να λύνει μυστήρια.
Η δουλειά του ντετέκτιβ δεν είναι καθόλου εύκολη ούτε ακίνδυνη. Πρέπει να ξέρει
κανείς πως δεν μπορεί να κατηγορεί τον οποιονδήποτε ούτε να χτυπάει στο κεφάλι τον κάθε
ύποπτο. Ο ντετέκτιβ είναι απλά ένας σοβαρός άνθρωπος που λύνει μυστήρια με
διακριτικότητα. Αν αρχίσει να ανακατεύει τους πάντες και τα πάντα, δεν πρόκειται να κάνει τη
δουλειά του σωστά. Ο δολοφόνος θα τον καταλάβει και θα κρυφτεί καλύτερα και οι άλλοι
γύρω του θα τον περάσουν για τρελό. Βέβαια, το δεύτερο δεν κάνει μεγάλο κακό στην
περίπτωση της λογοτεχνίας, αλλά δεν λειτουργεί στην περίπτωση της αστυνομικής
λογοτεχνίας. Μια πρωτοποριακή ιστορία θα μπορούσε ίσως να παρουσιάζει τις περιπέτειες
του θεοπάλαβου συγγραφέα της, αλλά μια αστυνομική ιστορία δεν έχει νόημα αν ο
συγγραφέας δεν μπορεί να ξεχωρίσει έναν καταθλιπτικό σερβιτόρο από έναν μανιακό
δηλητηριαστή.
Ο ντετέκτιβ δεν χρειάζεται καπέλο, γυαλιά, καμπαρτίνα. Χρειάζεται τα απαραίτητα για
την έρευνά του. Tο σώμα του: πόδια για να πηγαίνει όπου τον πηγαίνουν οι υποψίες του,
χέρια για να πιάνει ό,τι δεν βρίσκεται ήδη στις τσέπες του και αισθήσεις για να αφομοιώνει
όλες τις λεπτομέρειες.
Ο ντετέκτιβ θα πρέπει να γνωρίζει πως το κυριότερο στοιχείο για τη λύση του
μυστηρίου βρίσκεται μπροστά του, στο πιο προφανές σημείο και πως δεν το βλέπει εύκολα
ακριβώς επειδή είναι τόσο προφανές. Θα πρέπει να σκέπτεται αρκετά επικίνδυνα, ώστε να
αποσύρει το βλέμμα του από το βάθος των πραγμάτων –που είναι μια σχολαστική κατασκευή–
και να το περιφέρει στην επιφάνεια, όπου βρίσκεται η ουσία των πραγμάτων. Η μεγαλύτερη
παγίδα είναι να νομίσει πως ο κόσμος αρχίζει από την αρχή και τελειώνει στο τέλος. Ο
κόσμος είναι κάθε φορά αυτό που απλώνεται γύρω στο άτομο. Το βάθος του βρίσκεται
μερικά χιλιοστά από την επιφάνεια του σώματος του ατόμου –είναι αυτό που όλοι μας
θεωρούμε «επιφάνεια», δηλαδή– και η επιφάνειά του εκτείνεται στο άπειρο, άσχετα αν εμείς
την ονομάζουμε «βάθος». Γι’αυτό άλλωστε την αστυνομική λογοτεχνία την επινόησε ένας
ποιητής, ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Δεν υπάρχει καλύτερο εγχειρίδιο για ντετέκτιβ από το κείμενο
Η Φιλοσοφία της Σύνθεσης, στο οποίο ο ποιητής εξηγεί πώς έγραψε το Κοράκι. Επιπλέον, η
ανάγνωση του έργου Είναι και Χρόνος του φιλοσόφου Μάρτιν Χάιντεγκερ έχει να προσφέρει σ’
έναν ντετέκτιβ πολύ περισσότερα από δεκάδες μέτριες αστυνομικές ιστορίες, αρκεί να το
διαβάσει σαν αστυνομική ιστορία: ο φιλόσοφος σκαρφίζεται εξαιρετικές μεθόδους για να
προσπελάσει την απάθεια της πραγματικότητας και να την ξεμπροστιάσει. Στην
πραγματικότητα, λέει πως για να μάθει κανείς τι κρύβουν τα πράγματα δεν έχει παρά να
ρωτήσει τα ίδια τα πράγματα και μάλιστα να τα πιάσει στα πράσα, την ώρα που παριστάνουν
τα αδιάφορα. Μεγάλο σχολείο είναι και Ο Λόγος Περί της Μεθόδου του Ρενέ Ντεκάρτ. Ο
φιλόσοφος προσπαθεί με προσεκτικά λογικά βήματα να ξεχωρίσει το όνειρο από την
πραγματικότητα, την ψευδαίσθηση από την αίσθηση. Η πρόταση «Σκέπτομαι άρα Υπάρχω»
–που δεν σημαίνει παρά: «Ο μοναδικός τρόπος για να εμπιστευθώ τη σκέψη μου είναι να
προϋποθέσω πως είμαι πραγματικός, όπως και τα πράγματα γύρω μου»– είναι αυτό που
δίνει στον Σέρλκοκ Χολμς τη δύναμη για να λύνει μυστήρια. Ας μην ξεχνάμε πως είναι
κοκαϊνομανής, με ιδιαίτερη τάση προς τις ψευδαισθήσεις. Ο μοναδικός τρόπος για να
βεβαιώνει την ύπαρξή του είναι να εμπιστεύεται τη σκέψη του. Ο σπουδαίος Φίλιπ Ντικ
ξανάγραψε τον Λόγο περί της Μεθόδου στο αριστούργημά του Μπορούν τα Ανδροειδή να
Ονειρευτούν ένα Ηλεκτρικό Πρόβατο; Εκεί, ο ντετέκτιβ Ρικ Ντέγκαρντ (Ρενέ Ντεκάρ,
ασφαλώς) πρέπει να βρει έναν τρόπο για να ξεχωρίσει τους πραγματικούς από τους
τεχνητούς ανθρώπους. Δεν τον βρίσκει, γιατί δεν έχει τη δύναμη να κοιτάξει μπροστά του,
το πιο κοντινό του πλάσμα, τη γυναίκα που αγαπά. Αν το έκανε, θα καταλάβαινε πως δεν
υπάρχει τρόπος, πως ο άνθρωπος είναι μια κατασκευή του ανθρώπου. Όλα αυτά είναι πολύ
πιο χρήσιμα από όλα τα εγχειρίδια ανακριτικής και εγκληματολογίας και αστυνομικής
έρευνας, που στο κάτω κάτω περιέχουν αξιόλογες γνώσεις τις οποίες μπορεί να αφομοιώσει
κανείς εύκολα.
Η ψυχολογία (ατομική και κοινωνική), η κοινωνιολογία (των ομάδων, των θεσμών
κ.λπ.), η σημειολογία, η επικοινωνιολογία και όλες οι ...λογίες, που με τόσο κόπο κατέκτησε
το ανθρώπινο πνεύμα έχουν να προσφέρουν στον ντετέκτιβ χίλιες δυο χρήσιμες
πληροφορίες, αλλά τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την πείρα και τη φαντασία του.
Πείρα: Αν δεν έχεις δει μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας θυμωμένος άνθρωπος,
δεν μπορείς να είσαι ποτέ βέβαιος για την αθωότητα οποιουδήποτε. Ο Ηρακλής Πουαρό
θεωρεί πάντα τους πάντες αθώους ή ένοχους. Αν νομίζεις πως η δουλειά του ντετέκτιβ είναι
τόσο εύκολη, ώστε τα στοιχεία να πέφτουν σαν ώριμα μήλα κάτω από τη μηλιά, τότε δεν
έχεις πείρα. Ο Μακ Μπαίην, στο Τσιμπούρι του, δείχνει πώς είναι δυνατόν να λύσει ένας
ντετέκτιβ ένα μεγάλο μυστήριο εντελώς κατασκευασμένο από ληστές. Όσο αυτός λύνει το
πρόβλημα μιας υποτιθέμενης δολοφονίας, εκείνοι ξαφρίζουν μια τράπεζα.
Φαντασία: Ο Αϊνστάιν είχε διαπιστώσει τα προβλήματα που δημιουργούσαν οι
έννοιες του χώρου και του χρόνου στη Φυσική, αλλά δεν προχώρησε στη θεωρία της
σχετικότητας πριν «φανταστεί» πώς μπορεί να ειδωθούν από την πλευρά του παρατηρητή.
Στην πραγματικότητα φαντάστηκε πως αυτός ήταν το κέντρο του σύμπαντος! Σημασία έχει
πως έκανε καλή δουλειά, αλλά η πρώτη σπίθα αυτής της δουλειάς οφειλόταν στη φαντασία
του.
Και όταν λέμε φαντασία εννοούμε τη διανοητική ικανότητα να συνδυάζουμε
πράγματα που μοιάζουν πολύ διαφορετικά. Έχει πολύ μεγάλη σημασία το γεγονός πως στην
πρώτη πρώτη αστυνομική ιστορία, Οι Φόνοι της Οδού Μοργκ –του Πόε– ο ντετέκτιβ
Αύγουστος Ντυπέν εντοπίζει το δολοφόνο χάρη στη φαντασία του. Παρατηρεί πως η
δύναμη του δράστη δεν είναι καθόλου ανθρώπινη και μαζεύει τις πρόσφατες εφημερίδες
προκειμένου να βρει κάτι, έστω φαινομενικά εντελώς άσχετο, για να το συσχετίσει με την
υπόθεση που ερευνά. Εμπιστεύεται την φαντασία του και εντοπίζει τον πίθηκο που έκανε
άθελά του τους φόνους.
Ο συγγραφέας μιας αστυνομικής ιστορίας, λοιπόν, πρέπει να διαθέτει το
ταμπεραμέντο, την πείρα, την φαντασία, τις γνώσεις ενός ντετέκτιβ. Αλλά η αστυνομική
ιστορία δεν είναι ένα από τα μυστήρια που οφείλει να λύσει. Η αστυνομική ιστορία είναι η
ιστορία που θα έλεγε στα εγγόνια του, μια νύχτα πλάι στη φωτιά. Το δυσκολότερο είναι να
καταφέρεις δυο τρεις μικρούς δαίμονες να μείνουν ακίνητοι για μερικά λεπτά.

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

βιβλιο 1ο ‘‘Το έγκλημα δεν είναι ρουτίνα’’ (11 ιστοριες)

ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΣΑΚΑΔΑΣ σε πρώτο πρόσωπο
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΡΕΥΝΩΝ - ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΧΕΜΥΘΕIA


Ο Αμβρόσιος Σακάδας είναι ένα χαμένο κορμί. Ένας καθυστερημένος του ’68. Ένας ανώριμος σαρανταπεντάρης. Δεν στερείται σπουδών ούτε γνώσεων. Αγαπάει το διάβασμα κι έχει γνώμη σχεδόν για τα πάντα. Δεν επιδιώκει την επωνυμία. Την θεωρεί πηγή μπελάδων. Δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα που τον περιβάλει παρά μόνο σαν μια σύμβαση. Σαν μια σειρά από εικόνες και λεκτικά τερτίπια. Η ζωή γι’ αυτόν είναι μια χειρονομία, ένα παιχνίδι όπου δεν τον ενοχλεί συνεχώς να χάνει. Το μεγάλο ελάττωμα του όμως είναι η τεμπελιά. Ο Αμβρόσιος Σακάδας βαριέται. Η κλασική του παιδεία τον βοήθησε να διαπιστώσει ότι η εργασία ουδέποτε υπήρξε μια ελληνική αρετή, γιατί ποτέ δεν καταγράφεται ως τέτοια στα αρχαία κείμενα. Γι’ αυτό δεν κάνει τίποτα για να αλλάξει τη δική του πραγματικότητα. Θεωρεί ότι οι επιθυμίες, οι φαντασιώσεις και τα διάφορα κορόιδα που κυκλοφορούν ανάμεσα μας έλκουν τις αλλαγές και την εκπλήρωση τους πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ότι αν ξόδευε τις δυνάμεις του και κουραζόταν. Έτσι κάθεται και περιμένει. Αντιδρά μόνο σ’ένα πρωτογενές επίπεδο επιβίωσης κάνοντας περιστασιακά διάφορες δουλειές του ποδαριού. Η λιτή ζωή του στηρίζεται στα απολύτως αναγκαία: φαγητό, ύπνο, έρωτα, αλκοόλ και φυγή. Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν απλά την κοπανάει για κάπου αλλού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένας σύγχρονος φυγάδας η πιο σωστά ένας αναχωρητής που αντί να διαλέξει την έρημο επιλέγει συνεχώς μια πολύβουη πόλη. Άλλωστε στην έρημο θα ήταν από δύσκολο ως απίθανο να κάνει τον ντετέκτιβ. Θα ήταν επίσης δύσκολο να βρει κορόιδα και αλκοόλ. Και το χειρότερο, θα’πρεπε να προσεύχεται.

προσοχη:
Οι ιστορίες αυτές είναι αποτέλεσμα τυχαίων λαθών και μοιραίων συμπτώσεων. Οι χώροι, τα γεγονότα και τα πρόσωπα (εκτός από τον συγγραφέα) είναι φανταστικά. Οποιαδήποτε ομοιότητα η σχέση με την πραγματικότητα είναι απλά συμπτωματική..

ιστορια 1η: ΠΑΡΤΙ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ

Αν τα οικονομικά σου είναι καλά μπορείς να έχεις τη σπιταρόνα σου και τη γραφειαρα σου. Αν όμως τα οικονομικά σου γλύφουν το πεζοδρόμιο τότε ένας μίζερος χώρος 50 τετραγωνικών με δυο δωμάτια, κουζίνα- μπάνιο, για σπίτι και γραφείο μαζί, -που στο εξής θα αποκαλούμε για συντομία ‘’γραφείο’’- σε κατατάσσουν επίσης στους τυχερούς αυτού του κόσμου γιατί ασφαλώς υπάρχουν και χειρότερα. Το μεσημέρι είχα πάρει την άδεια του ντετέκτιβ από τον υπαστυνόμο Ελπι, - και για να μην ξεχνιόμαστε, το Ελπις μας προκύπτει από το Ελπιδοφόρος- ένα λυκόσκυλο της τοπικής ασφάλειας που μου έδειξε παρ’ όλα αυτά λίγη συμπάθεια κι όταν είσαι καινούργιος και μόνος στη πόλη οποιαδήποτε προσφορά ακόμα κι αν προέρχεται από τον ίδιο τον κόμη Δράκουλα γίνεται ανάρπαστη. Το γιόρτασα με μια πολυέξοδη για μένα επίσκεψη στον ιππόδρομο -έχασα κάτι λίγες οικονομίες που μου βάραιναν την τσέπη και την συνείδηση, δηλ. σχεδόν ότι είχα και δεν είχα- και μετά με μια μπαροτσαρκα μέχρι που νύχτωσε για τα καλά. Είχα βλέπετε και τα γενέθλια μου. Πάρκαρα την αυτοκινητάρα μου, μάρκας πανάρχαιου Honda civic του ’75 στα 1300 κυβικά, στο διπλανό εγκαταλελειμμένο οικόπεδο και ανέβηκα τους εφτά ορόφους για το γραφείο μου με τα πόδια μια και το ασανσέρ γιόρταζε για πέμπτη μέρα αυτό το μήνα την ιστορική επέτειο του ΟΧΙ. Καμάρωσα για λίγο τη φρεσκοβαμμένη είσοδο που έμοιαζε με ρήγμα περισσότερο παρά με πόρτα και προσπάθησα να τη φανταστώ στολισμένη με την ταμπέλα -μαύρα γράμματα σε ματ επιφάνεια αλουμινίου- ‘’Αμβρόσιος Σακάδας, Γραφείο Ερευνών’’. Ο ιδρώτας έσταζε μέχρι τα παπούτσια μου- εφτά πατώματα για κάποιον που δεν διεκδικεί ορειβατικό ρεκόρ είναι όπως και να το κάνουμε λίγο κουραστικό- όταν η κύστη μου μου υπενθύμισε ότι δυο πόρτες έχει η ζωή. Άνοιξα την δεύτερη και μπήκα. Η μπανιέρα μου ήταν γεμάτη νερό και μέσα έπλεε μια ολόγυμνη γκόμενα με δυο χαμόγελα. Το δεύτερο στην καρωτίδα απ’ όπου ξεπηδούσε με μια νωχελική διάθεση το αίμα και τα έβαφε όλα ροζ. Το βρήκα παράλογο. Ποιος θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο και γιατί; Πάντως όχι η εταιρία υδρεύσεως.
Ξέχασα γιατί μπήκα στη τουαλέτα. Γύρισα στο χώρο του γραφείου και αισθάνθηκα ότι κάτι έπρεπε να πιω. Αυτό το κάτι ήταν μια βότκα. Τσίμπησα το μοναδικό μπουκάλι που βρήκα και γέμισα ένα ολόκληρο ποτήρι. Δεν ήταν το πρώτο της ημέρας και κάτι μου ‘λεγε ότι δεν θα ‘ταν ούτε το τελευταίο. Τις ξέρω κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Δε φτάνει ούτε ένα ολόκληρο μπουκάλι. Το ήπια σχεδόν μονορούφι και πιστέψτε με, πως μόνο και μόνο επειδή εξακολουθούσα να μην καταλαβαίνω τι μου συμβαίνει, το ξαναγέμισα αμέσως. Πριν προλάβω να το στείλω παρέα στο προηγούμενο, ακούστηκε ένας παράφωνος ήχος. Η βότκα -το μπουκάλι δηλ.- είχε ζωγραφισμένο πάνω του ένα ασπρόμαυρο πορτραίτο και από κάτω έγραφε ‘’Chopin’’ Polish Vodka. Ο ήχος όμως προερχόταν απ’ την πόρτα και ήταν ήχος κουδουνιού. Κακόφωνος ήχος κουδουνιού. Στο μέλλον, αν μετά απ’ αυτό που μου συνέβαινε υπήρχε μέλλον, θα προτιμούσα να μου χτυπούν τη πόρτα με το χέρι. Όχι όμως τόσο δυνατά. Μα τι στο διάολο. Κάποιος βάλθηκε να μου σπάσει την πόρτα. Ίσα που πρόλαβα ν’ ανοίξω, ενώ με μια ανάποδη κλωτσιά έσπρωξα πίσω μου να κλείσει την πόρτα του μπάνιου.
- Περιμένεις επισκέψεις; με ρώτησε ο υπαστυνόμος Έλπις καθως λαχανιασμενος αναζητούσε με το βλέμμα του ένα μέρος να καθίσει.
- Την εταιρία υδρεύσεως, απάντησα κοφτά κι του ‘κανα τόπο να περάσει. Σε τι οφείλω αυτό το ξαφνικό νυχτερινό ενδιαφέρον;
- Χρειάζεται ένταλμα για να μου προσφέρεις ένα ποτό; μου αντιγύρισε χαριτωμένα καθως ξάπλωνε σχεδόν στον καναπέ μου.
- Απ’ όλα τα μπαρ της γειτονιάς το σπίτι μου διάλεξες για να πιεις;
- Τα γύρισα όλα. 35 λεπτά σε περιμένω. Άλλωστε το δικό σου ποτό είναι νοστιμότερο, γιατί είναι κερασμένο.
- Δεν σας πληρώνουν καλά στο σώμα η η τράκα είναι η δίδυμη αδελφή σου; τον ειρωνεύτηκα.
Δεν απάντησε κι επωφελήθηκα να αδειάσω και το δεύτερο. Ύστερα έβαλα ένα ακόμα διπλό για μένα κι ένα απλό για τον Έλπι.
- Επειδή είσαι υπηρεσία, είπα χαριτωμένα καθως του το έδινα.
Ρούφηξε τη βότκα σα νερό.
- Και βέβαια είμαι υπηρεσία, είπε. Βαλε ένα δεύτερο σε παρακαλώ. Μην το λυπηθείς.
- Τι σοι αστυνομικός είσαι εσύ που περιδρομιάζεις έτσι τη βότκα μου, παρατήρησα. Μοιάζει να ήρθες απ’ την έρημο.
- Απ’ την έρημο ήρθα, απάντησε και μου άρπαξε το ποτήρι απ’ τα χέρια. Εσύ και το γραφείο σου είστε μια όαση στη ρουτινιάρικη ζωή μου.
Γέλασε με το αστειάκι.
- Δεν το ‘πιασα αυτό, δήλωσα.
- Ξέρεις Αμβρόσιε ότι οι τοίχοι έχουν αυτιά και οι γείτονες τηλέφωνα; Ε! λοιπόν μας πήραν τηλέφωνο πριν από 40 λεπτά για να μας πουν ότι…. Μπορώ να ρίξω μια ματιά;
- Μα φυσικά . Σα στο σπίτι σου. Εκτός απ’ το μπάνιο…Εκεί……, έκανα παύση και του ‘κλεισα το μάτι, υπάρχει μια κυρία που δεν νομίζω όμως ότι θα’ πρεπε να ενοχλήσουμε.
- Περίεργο, είπε ο Ελπις. Χτύπησα πριν 15 λεπτά δεν μου άνοιξε κανείς. Και τώρα πριν ανέβω ο θυρωρός μου είπε ότι γύρισες μόνος.
- Δεν ξέρω πως τη βρίσκεις εσύ αλλά εγώ φροντίζω να’μαι διακριτικός και να μην κάνω βούκινο σ’ όλη τη γειτονιά με ποιον είμαι και τι κάνω στο σπίτι μου….. Ανέβηκε από τη σκάλα υπηρεσίας.
Μου έριξε ένα βλέμμα του τύπου… ,άσε καλύτερα.
- Βαλε ακόμη ένα σε παρακαλώ, μου είπε και μόλις γύρισα πετάχτηκε κι άνοιξε την πόρτα του μπάνιου.
Γέμισα με το πάσο το ποτήρι του για να του δώσω χρόνο ν’ απολαύσει το θέαμα. Εγώ δεν ήθελα να πιω άλλο. Ο Chopin στο κεφάλι μου άρχισε ήδη να βαράει στο πιάνο την nocturne νούμερο 3 σε Αλεγκρετο.
- Αυτή την κυρία εννοείς; μου φώναξε από μέσα.
- Ναι, γιατί; Δεν σου γεμίζει το μάτι; του είπα από κοντά.
- Δεν σχολιάζω αν ήταν η όχι καλή γκόμενα, αν αυτό εννοείς. Υπάρχουν μερικοί στη πόλη αυτή που θα μπορούσαν να έχουν κάποια γνώμη γι’ αυτό. Είμαι σίγουρος. Αναρωτιέμαι απλώς πως βρέθηκε εδώ, γιατί και πότε…, συμπλήρωσε. Η πληγή τρέχει σχεδόν ακόμα. Την ξέρεις;
- Εσύ τι λες, απάντησα και του πρότεινα το ποτήρι με τη βότκα.
- Ήμουν έτοιμος να καλέσω ταξί.
- Μην σκοτίζεσαι Αμβρόσιε, θα της βρούμε εμείς μεταφορικό μέσο. Όσο για σένα αρκεί να σου πω ότι….. είσαι ένας μαλάκας και μισός.
Έκανε μια κίνηση να πάρει το νερό που καιει αλλά μετάνιωσε.
- Άσε, είπε. Ήπια ήδη πολύ και η αλήθεια είναι ότι δεν τα περίμενα τόσο άσχημα τα πράγματα. Άλλωστε σε λίγο το σπίτι θα γεμίσει με καλεσμένους. Εσύ όμως μπορείς να πιεις όσο θέλεις. Θα σε βοηθήσει να μας δώσεις κάποιες εξηγήσεις. Γενέθλια δεν είπες ότι έχεις;
- Δεν είπα. Είπα;…… απόρησα εγώ. Στον ιππόδρομο ήμουν όλο το απόγευμα κι ύστερα έκανα μια μπαροτσαρκα στο Κολωνάκι.
- Άρα έχεις άλλοθι, Αμβρόσιε. Γιατί όμως έχεις άλλοθι τώρα, ειδικά τώρα; Μήπως γνώριζες ότι θα το χρειαστείς; Αυτό σε κάνει ακόμα πιο ύποπτο. Δεν το ξέρεις, κι απ’ τα κωλοβιβλία που σου αρέσει να διαβάζεις, πως οι αθώοι συνήθως δεν έχουν άλλοθι;
Ήπια τη βότκα απ’ το ποτήρι του Έλπι και κάθισα στον καναπέ μου αμίλητος. Μα την αλήθεια κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά.
- Κόψε τη πλάκα, είπα τσατισμένος.
Ο Ελπις κάθισε στο γραφείο μου και πήρε τηλέφωνο στο τμήμα.
- Ρένο εσύ;…Πάρε τα παιδιά κι ελάτε Σόλωνος 45, στον 7ο, γραφείο 74….Γιατί;….Για το πάρτι….Ποιο πάρτι;…To πάρτι γενεθλίων που μοιάζει περισσότερο με πάρτι αποχαιρετισμού…Θα πάρει σύνταξη κι εφάπαξ ένας εξυπνάκιας. Να του κρατήσουμε κι ένα μονόκλινο στο ευαγές…. Καλά είναι στον Κορυδαλλό… ότι πρέπει….Γιατί μονόκλινο;….Τον εγκατέλειψε η κυρά του και μαζί μ’ αυτήν έχασε και την τύχη του.
Δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά κι οι καλεσμένοι έφτασαν όλοι εδώ. Έφτιαχναν καφέδες και κάπνιζαν σαν να μην τρέχει τίποτα. Κατά ένα περίεργο τρόπο κανείς δεν ασχολιότανε μαζί μου αλλά ολονων η προσοχή ήταν στραμμένη στην κυρία της μπανιέρας λες κι ήταν αυτή η οικοδέσποινα. Ήταν όλοι τους πολύ ευγενικοί με ότι την αφορούσε: Αποτυπώματα, νύχια, κορώνες, θέση, θερμοκρασία και φωτογραφίες. Ο μόνος που με καταδέχτηκε ήταν ο Ελπις που μου ‘λεγε κάτι ιστορίες για ένα έξυπνο πουλί που πιάστηκε απ’ τη μύτη κι εγώ υποτίθεται ότι θα ‘πρεπε να καταλάβω ότι όλοι είναι καλοί μέχρι της αποδείξεως του εναντίου κι άλλα τέτοια. Ευτυχώς που μπορούσα να πίνω. Φυσικά όσο κι αν έψαξαν δεν βρήκαν πουθενά τα ρούχα της γκόμενας ώσπου βαρέθηκαν και ξεκουμπίστηκαν. Δυο νοσοκόμοι συνόδεψαν την κυρία σε λευκή συσκευασία δώρου στο κινητό ψυγείο- ασθενοφόρο, κι εγώ έμεινα πάλι μόνος. Η ώρα ήταν 4ρεις το πρωί. Ο μάγκας που οργάνωσε το κόλπο μπορει να μην κατάφερε να με κάνει να χάσω το κέφι μου αλλά κατάφερε να με κάνει να χάσω τον ύπνο μου.

Ο Chopin κοπανούσε ένα ξεκούρδιστο πιάνο όταν ήταν 5 χρονών, και ο ήχος έσκιζε καυτός το μυαλό μου όταν άνοιξα τα μάτια μου. Δυσκολεύτηκα να βρω το τηλέφωνο.
- Ναι….
- Ελπίζω να μην σε ξύπνησα. Ο Ελπις είμαι. Έρχομαι.
Το έκλεισα και προσπάθησα να κάνω μια ανακεφαλαίωση. Η γκόμενα ήλπιζα να ήταν όνειρο. Αυτό το χάος όμως ήταν σίγουρα το γραφείο μου. Υπήρχαν ποτήρια και τασάκια παντού. Μέχρι και γόπες στο πάτωμα. Τα ζώα του εγκληματολογικού πετούσαν τα τσιγάρα στο πάτωμα. Τεκέ το ‘καναν το γραφείο μου. Ευτυχώς που δεν έβαλα μοκέτα. Σηκώθηκα με κόπο. Η ώρα ήταν εννέα. Πέντε ώρες ύπνος δεν είναι αρκετές μετά από ένα γενέθλιο surprise- party. Σε κάτι τέτοιες ώρες είναι που συνειδητοποιείς ότι τίποτα δεν παει καλά και ότι ο πληθωρισμός που ξεπερνάει το 12% είναι το μικρότερο απ’ όλα τα κακά. Έκλεισα τα 47, αλλά απ’ ότι φαίνεται όχι και πολύ αισίως. Μετά από διάφορες περιπλανήσεις που κράτησαν είκοσι και πλέον χρόνια σε τόπους και επαγγέλματα αποφάσισα να γυρίσω στην πόλη που γεννήθηκα. Η Μαρία μια 28αρα ζουμερή κομμώτρια με ανοιχτό ξανθό μαλλί, βαμμένο ακόμα πιο ξανθό, ανέλαβε να με βοηθήσει να προσαρμοστώ πιο εύκολα. Την γοήτευαν αφ’ ενός οι ακαδημαϊκές μου γνώσεις – υπόλειμμα σπουδών στο εξωτερικό την δεκαετία του ’70, όταν ήθελα να γίνω ψυχίατρος και μετά κοινωνιολόγος και μετά αρχιτέκτονας- και αφ’ ετέρου το βίτσιο μου να κάνω έρωτα ντυμένος σε δημόσιους και ημιδημόσιους χώρους. Κι όπου δεν μας επέτρεπε ο χώρος, αναλάμβανε η ίδια να μου κάνει – κάτω απ’ το τραπέζι, στην τουαλέτα, στα τελευταία καθίσματα των κιν/φων η πίσω από το ασανσέρ κάποιας πολυκατοικίας- αυτό που αυτή ονόμαζε safe sex κι εγώ ‘’ξυπνάει μέσα μας τον πολιτισμό’’. Ο υπαστυνόμος Ελπις απ’ την άλλη, παλιός συμμαθητής απ’ το γυμνάσιο, ξέροντας την αγάπη μου για τα αστυνομικά μυθιστορήματα, μου’ βαλε την ιδέα να γίνω ιδιωτικός ντετέκτιβ. Όλα αυτά τριγύριζαν στο κεφάλι μου που βούιζε σαν τραίνο σε σκουριασμένη ράγα. Έριξα μια ματιά απ’ το παράθυρο. Κάποια κωλόπαιδα έγραψαν σ’ένα εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό μια μεγάλη αλήθεια.
‘’Αν η μαλακία ήταν εργόχειρο θα είχαμε κάνει την προίκα μας.’’
Σύρθηκα μέχρι το μπάνιο. Τα αίματα είχαν ξεραθεί. Δεν έκαναν καν τον κόπο να ρίξουν λίγο νερό στη μπανιέρα να τα ξεπλύνουν, τα καθάρματα. Σε δέκα λεπτά χτύπησε η πόρτα. Άνοιξα. Ο Ελπις είχε τα κέφια του. Με κοίταξε πάλι από πάνω μέχρι κάτω σαν να μην…άσε καλύτερα και μου το’ριξε δήθεν σαν απορία.
- Μπουγάδα έχεις;
- Ας πούμε ναι, του αντιγύρισα. Λέγε γρήγορα για να προλάβω και το κομμωτήριο.
- Στο ‘λεγα εγώ, συνέχισε γελώντας. Τέτοιο καλό παιδί και να μην βρίσκεις μια σωστή γυναίκα να νοικοκυρεύεις…..Όλο με κάτι πτώματα πας και μπλέκεσαι.
- Άκουσε να σου πω …
- Ξέρω , ξέρω, με διέκοψε. Χθες σε είδαν πολλά μάτια. Μέχρι κι ο αρχιφύλακας ο Μήτσου. Αυτός ήταν ο λόγος που κοιμήθηκες στο σπίτι σου κι όχι στο φρέσκο…..Χάσατε και οι δυο σ’ εκείνο το ψωφάλογο ‘’Θύελλα του Φαλήρου’’. Και μόνο τ’ όνομα είναι εντελώς γελοίο. …..Μα δε μου λες, που βρίσκει ο Μήτσου τα λεφτά να παίζει στον ιππόδρομο;
- Που θες να ξέρω. Μπορεί να τα βρίσκει στο Tide η να’χει μετοχές στο νεκροτομείο.
- Βότκα έχει; άλλαξε την συζήτηση.
- Χτες τα στεγνώσατε όλα. Ακόμα και το σαμπουάν μου ήπιατε. Αν θέλεις λίγο Ajax όμως ευχαρίστως. Μα αν είναι να’ρχεσαι να περιδρομιάζεις στο σπίτι μου φέρε και καμιά περισσευούμενη άδεια για μπαρ.
- Καλή ιδέα, είπε. Προσαρμόζεσαι. Γιατί έτσι όπως μπλέκεσαι την άλλη άδεια, του ντετέκτιβ, θα τη χάσεις κι ακόμα δεν την βγάλαμε
- Χέστηκα, είπα ξερά. Σαν μπάρμαν θα’χω τουλάχιστον να πίνω.
Κάθισε. Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε με το πάσο του. Τσακίστηκα να του φέρω ένα τασάκι πριν αρχίσει να ρίχνει τα’ αποτσίγαρα στο πάτωμα. Τράβηξε μια μεγάλη ρουφηξιά και φύσηξε δαχτυλίδια καπνού από το στόμα του.
- Αμβρόσιε, μου είπε αργά, ακροβατείς. Η γκόμενα ήτανε η τέως του…
- Ξέρω, τον διέκοψα ξερά.
- Το ξέρω ότι ξέρεις και ότι απ’ την αρχή το ήξερες η εν πάση περιπτώσει εκεί κοντά. Ο τύπος δεν παίζεται. Σήμερα το πρωί τον ανακρίναμε αλλά δεν αποδείξαμε τίποτα. Χτες όλο το βράδυ έπαιζε χαρτιά με δυο δημοτικούς συμβούλους. Το αντιλαμβάνεσαι;
- Παρακάτω, είπα εγώ.
- Αμβρόσιε δεν έχει παρακάτω. Πρέπει να μεγαλώσεις. Ο τύπος σου ’στειλε ένα μήνυμα. Δεν ξέρω τι σημαίνει αλλά δεν είναι δύσκολο και να υποθέσω. Αν δεν είχες πάρει την άδεια του ντετέκτιβ ίσως να ήσουν εσύ στη θέση της. Ίσως πάλι και όχι. Πρόκειται για διεστραμμένο κάθαρμα. Που θα μου παει; Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος…
- Αν προλάβει, πρόσθεσα εγώ.
- Ακριβώς Αμβρόσιε. Αν προλάβει ήθελα να σου πω κι εγώ.
Σηκώθηκε. Ήταν πολύ σοβαρός. Σκεφτόταν προφανώς να πει κάτι ακόμα αλλά δεν είπε.
Πλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Έκανε ένα μορφασμό. Δεν ξέρω αν διάβασε το γκράφιτι στον απέναντι τοίχο η αν είδε κάτι άλλο, αλλά έκανε μεταβολή και έφυγε. Ούτε που πρόλαβα να του πω πως ο πατέρας των γκράφιτι ήταν ο Αρχύτας ο πυθαγόρειος τον 5ο αιώνα π.Χ. o οποίος μάλιστα κατά την διάρκεια μιας συνομιλίας του με κάποιον διαφωνούντα συνάδελφο του πήγε στον τοίχο κι έγραψε κάτι που δεν θεωρούσε καθόλου ευπρεπές να του πει. Η πόρτα βρόντηξε πίσω του. Ο ήχος διέσχισε το δωμάτιο και σφηνώθηκε στο κεφάλι μου. Ζαλιζόμουν αλλά δεν ήθελα να την πέσω. Έτσι κι αλλιώς ήξερα τι θα ονειρευτώ. Την Μαρία να μου κάνει υγρό περμανάντ στις ψωλότριχες με το στόμα της κι εγώ να ψάχνω με την γλώσσα μου το σημείο G η κάποιο άλλο σημείο. Λίγο ενδιαφέρει.
Τελικά αποφάσισα να ολοκληρώσω την καθαριότητα.

ιστορια 2η: H Γ P A Φ O M H X A N H

O ιδιωτικός ντετέκτιβ είναι ένα πρόσωπο ολιγαρκές. Aπό ανάγκη. Mπορεί να έχει και όνειρα αλλά τελικά δεν είναι παρά ένα χαμένο κορμί κατά το ελληνικότερο ή ένας looser κατά το αμερικανικότερο. Tο να απαιτεί , λοιπόν, να απολαμβάνει στο μίζερο γραφείο του το κομφόρ μιας γραφομηχανής δεν είναι δα και καμιά τεράστια φιλοδοξία, ακόμα κι αν δεν έχει την ικανότητα να συντηρεί μια γραμματέα, ούτε με μειωμένο ωράριο εργασίας.
Aυτός είναι ο απλός λόγος που στις οχτώ το πρωί βρέθηκα να πίνω παγωμένη Smirnoff στην Πλατεία Aβησσυνίας, δίπλα σ’ ένα μαγαζάκι, παλιατζίδικο δηλαδή, με μια βιτρίνα όπου συνωθούνταν αυτάρεσκα διάφορες παλιές γραφομηχανές. Βέβαια, δεν με οδήγησαν εδώ μόνον τα ισχνά οικονομικά μου ή λόγοι αισθητικής, αλλά κυρίως λόγοι σκοπιμότητας. Mια παλιά γραφομηχανή θα υπογραμμίζει καλύτερα την μακρόχρονη πείρα μου στο επάγγελμα. Θα τονίζει το στοιχείο παράδοση. Aκριβώς όπως και σε εκείνη τη διαφήμιση όπου μια γκόμενα κυκλοφορεί σ' ένα παλιατζίδικο μ' ένα φλιτζάνι που αχνίζει στο χέρι και στο τέλος, σου πετάει το σλόγκαν:
''Λουμίδης, με παράδοση στον καφέ''.
Eν πάση περιπτώσει. Δεν έχω άλλο χρόνο για φλυαρίες. Tο μαγαζάκι άνοιξε κι ένας μοχθηρός τυπάκος, σαν βυζαντινό σίγμα, άρχισε να ξεσκονίζει την παλιατζούρα του.
- Aν είναι να μου την χρεώσεις φτηνότερα, δέχομαι να την πάρω και σκονισμένη, του πέταξα.
- Kι άλλος εξυπνάκιας, μουρμούρισε συνοφρυωμένος. Ωραία που αρχίζει η μέρα μου! Kι ακόμα δεν είναι ούτε 12 το πρωί....
- Tο μεσημέρι, τον διόρθωσα.
- Tί γουστάρει ο κύριος;
- Tη Pέμιγκτον του λέω. Aυτή εκεί την αρχαία Pέμιγκτον. Δουλεύει;
- Aν δουλεύει; αναρωτήθηκε και με κοίταξε για πρώτη φορά.
- Mε δουλεύεις; Mόλις αναφέρθηκες σ' ένα αριστούργημα. Σ' ένα εμπνευσμένο επίτευγμα απ' αυτά που κάνουν την ανθρωπότητα να μην αισθάνεται υπαρξιακό κόμπλεξ κατωτερότητας. Θά 'πρεπε νάνε σε μουσείο κανονικά, κατέληξε με στόμφο.
- Aυτό ακριβώς φοβάμαι κι εγώ, του είπα. Γραφομηχανή θέλω. Που να δουλεύει. Δεν είμαι ούτε συλλέκτης έργων τέχνης ούτε αρχαιοκάπηλος.
- Mε μια τέτοια αγορά κύριος, είναι σα να χτυπάς δύο τρυγόνια μ'ένα σμπάρο. Πες μου κάτι να γράψω. Eκτός αν θέλεις να δοκιμάσεις μόνος σου.
- Kαι πόσο τιμάται; ρώτησα καχύποπτα.
- Για σένα; Tριάντα χιλιάδες. Aλλά για σένα, ε;
- Eίσαι η έκπληξη της ημέρας. Πολύ γενναιόδωρος. Σκέψου και να μην με ήξερες, είπα κι έκανα το γνωστό κόλπο ότι φεύγω.
Mε ξαναφώναξε
- E! Kύριος. Δώσε είκοσι και χάρισμά σου. Aλλά να ξέρεις. Μπαίνω μέσα.
- Δεν αμφιβάλω καθόλου, του απάντησα κι έβγαλα ένα μάτσο πεντακοσάρικα απ'την τσέπη μου. Tου τα κούνησα στη μύτη. Σου δίνω τριάντα πράσινα. Σήμερα μόνο αυτά διαθέτω.
- Τότε καλύτερα έλα αύριο, μου απάντησε ψυχρά. Ανοιχτά είμαστε κι αύριο.
- Νομίζω ότι αν φύγω τώρα δεν θα ξανάρθω ποτέ, του είπα κι εγώ εξίσου ψυχρά.
Ο τυπάκος με κοίταζε με μοχθηρία. Η μέτρια ενδυματολογική μου εμφάνιση μου μάλλον τον έπεισε για την ανθηρότητα των οικονομικών μου. Μετά από τρία δευτερόλεπτα σιωπής άνοιξε πάλι το στόμα του και είπε.
- Mε καταστρέφεις….. Αυτό ειν’ ένα αριστούργημα....… Σταμάτησε ξεφυσώντας.
Προφανώς κάτι βαρύγδουπο ήθελε να πει αλλά η δεν βρήκε την σωστή ατάκα η κατάλαβε μάλλον ότι δεν άξιζε τα λεφτά του και έτσι δεν μπήκε καν στον κόπο.
- Aλλα άσε, καλύτερα, δεν πειράζει. Έχε χάρη που δείχνεις μορφωμένος. M' αρέσει να δίνω τα πράγματά μου σ' ανθρώπους που ξέρω ότι θα τ' αγαπήσουν, φιλοσόφησε.
Άρπαξε τα πεντακοσάρικα και πρόσθεσε:
- Aλλά να ξέρεις....
- Ξέρω, ξέρω, τον διέκοψα. Tο κάνεις μόνο για μένα, αλλά καταστρέφεσαι κι είσαι φτωχός άνθρωπος, τον ειρωνεύτηκα.
- Nα την τυλίξω; με ρώτησε, ψυχρά κι αυτή τη φορά.
- Όχι, του είπα. Δεν θέλω να εκμεταλλευτώ άλλο τα καλά σου αισθήματα. Θα την φάω εδώ.

Kάθησα στο γραφείο μου και καμάρωσα το καινούργιο μου απόκτημα. Ήταν όντως ένα έργο τέχνης αν κι έδινε την αίσθηση ότι θα διαλυθεί στο πρώτο άγγιγμα. Aλλά δεν διαλύθηκε. Tα γράμματα δεν ήταν φθαρμένα και τα πλήκτρα δουλεύονταν μαλακά. O μηχανισμός ήταν βουτηγμένος στο λάδι. Παραήταν βουτηγμένος, είναι το σωστό. Έβαλα από κάτω μια παλιά εφημερίδα, αλλιώς θα γέμιζε λάδια όλο το γραφείο. Ύστερα πήρα μια λευκή κόλλα χαρτί κι άρχισα να γράφω ότι μου κατέβαινε στο κεφάλι .
Όταν το διάβασα, μια ώρα αργότερα,δεν πίστευα στα μάτια μου. Tο κείμενο ήταν καταπληκτικό. Δεν ήξερα ότι είχα λογοτεχνικό ταλέντο. Ξαναδοκίμασα. Πάλι το ίδιο. Kι όσες φορές κι αν προσπάθησα, το ένα κείμενο ήταν καλύτερο απ'το άλλο. Kαι το χειρότερο, όλα μαζί αποτελούσαν κομμάτια από την ίδια ιστορία. Έχει γούστο αναρωτήθηκα, κι εγώ που νόμιζα ότι για να γράψεις ένα βιβλίο χρειάζεσαι κάτι παραπάνω από μια παλιά γραφομηχανή. Βέβαια ο διασημότερος των ντετέκτιβς, ο Nτάσιελ Xάμετ ήταν και συγγραφέας. Aφού τα κατάφερε αυτός, γιατί όχι κι εγώ, σκέφτηκα. Tην βρήκα πολύ καλή ιδέα και στρώθηκα αμέσως στο γράψιμο με το ζήλο και το πάθος του Kολόμβου όταν έψαχνε να βρει την Aμερική. Είχα άφθονο χρόνο στη διάθεση μου. Αυτό το καλό προκύπτει μόνο όταν έχεις αναδουλειές. Ουδέν κακόν, αμιγές καλού, όπως έλεγαν και κάτι αρχαίοι.

Τις επόμενες 4ρεις ώρες δεν μ' ενόχλησε κανείς. Oύτε καν στο τηλέφωνο. Η ταχύτητα μου στη δαχτυλογράφηση βελτιωνόταν όλο και περισσότερο. Με την ορθογραφία δεν τα πήγαινα πολύ καλά. Θα’λεγα μάλλον ότι τα πήγαινα πολύ άσχημα. Βέβαια πάντα ήμουν ανορθόγραφος. Από μικρό παιδί. Οι μόνες περιπτώσεις που δεν έκανα ορθογραφικά λάθη ήταν όταν μιλούσα και όταν έγραφα αριθμούς. Με τον καιρό όμως και σε συνάρτηση με τις σφαλιάρες που έτρωγα μέχρι τα δέκα έξι μου από τον daddy μου βελτιώθηκα λίγο. Λίγο, αλλά όχι αρκετά ώστε να περάσω τις πανελλήνιες για γιατρός. Γιατρό ήθελε να με κάνει ο πατέρας μου. Χειρούργο. Εγώ, μια και δεν μπορούσα να ξεφύγω από το πικρό πεπρωμένο σκεφτόμουν να του την φέρω και να γίνω γυναικολόγος. Τελικά η αποτυχία στο πανεπιστήμιο ήταν κατά κάποιο τρόπο μια λυτρωτική έξοδος από το αδιέξοδο, που δεν την είχα σκεφτεί, αλλά μου στοίχισε σε γυναικείες γνωριμίες. Τελικά, ουδέν καλόν αμιγές κακού. Έτσι έφυγα για σπουδές στο Παρίσι χωρίς μια λέξη γαλλικά. Όταν μετά από οχτώ χρόνια επέστρεψα, ανακάλυψα ότι εξακολουθούσα να είμαι ανορθόγραφος αλλά αυτή τη φορά σε δυο γλώσσες. Έγινε αυτό που λενε, ότι το ταλέντο για να αναπτυχθεί θέλει σκληρή εργασία. Η τωρινή όμως κατάσταση ήταν πρωτόγνωρη. Δεν αναγνώριζα καν τις λέξεις όταν τις έβλεπα τυπωμένες. Σαν να τις έβλεπα πρώτη φορά. Όχι ότι μ’ ένοιαζε κιόλας. Δεν είχα δα να δώσω κι εξετάσεις. Γι’ αυτό συγκεντρώθηκα στις ιδέες και στα νοήματα που κατέκλυζαν το νου μου- την ουσία δηλ. των πραγμάτων- κι άφησα πίσω μου την εφήμερη και μάταιη επιφάνεια. Απορροφήθηκα απ’ το γράψιμο σκεπτόμενος ότι αυτό ίσως να ήταν το επάγγελμα που να μου ταίριαζε περισσότερο.

Τέλειωσα στις δύο το πρωί. Γοητευμένος βάλθηκα να διαβάζω το αριστούργημά μου με δυνατή φωνή. Ύστερα τακτοποίησα με την ευλάβεια που αρμόζει τις σελίδες και πετάχτηκα στο απέναντι μπαρ να μου κεράσω μια παγωμένη βότκα. Mπορεί και δύο. Ίσως και τρεις. Tόσο πολύ ικανοποιημένος ήμουν.

Στάθηκα για λίγο στο περίπτερο για τσιγάρα. Tο βλέμμα μου έπεσε πάνω σ' ένα αγγλικό βιβλίο τσέπης: DASHIELL HAMMETT ''The scorched face''. T’ αγόρασα. Aπό βαθιά εκτίμηση στον συνάδελφο.

Δυο λεπτά αργότερα ο μπάρμαν με χτυπούσε με δύναμη στην πλάτη. Tο σφινακι μου στάθηκε στο λαιμό σα νάταν ραπανάκι. Έγινα κόκκινος, πράσινος, μπλε και ύστερα πάλι κόκκινος. Mέχρι να συνέλθω, το ουράνιο τόξο θα πέθαινε απ’ τη ζήλια του.
- Σιγά ρε Μίλτο θα με σκοτώσεις, είπα πνιγμένος. Δεν πας καλύτερα να δείρεις τη γυναίκα σου; Ποιος ξέρει τι κάνει τα βράδια μόνη της στο σπίτι.
- Λες; απόρησε ο Μιλτος και χαμογέλασε ηλίθια.
- Δεν λέω. Είμαι σίγουρος. Έχω πείρα σ' αυτά. Τι δουλειά κάνω, μπρίκια κολλάω; του απάντησα και του πέταξα ένα χιλιάρικο.
Tο άρπαξε στον αέρα ενώ ταυτόχρονα με το άλλο χέρι άρπαζε το σακάκι του. Bγηκαμε μαζί έξω μόνο που αυτός ήταν πιο βιαστικός από μένα. H' εγώ χτύπησα την αδύνατη χορδή του η αυτός ήταν εντελώς ηλίθιος.

Ήταν 4ρεις το πρωί και ήμουν ακόμα ξύπνιος. Καθόμουν με τα πόδια πάνω στο γραφείο. Δίπλα στο παράθυρο. Με σβησμένο φως. Xάζευα ζοχαδιασμένος τον φωτισμένο δρόμο, το ψιλοβρόχι και τους λιγοστούς ανθρώπους που περνοδιάβαιναν βιαστικά. Είχα την εντύπωση πως χασκογελούσαν ειρωνικά καθώς μισοέκρυβαν τα πρόσωπα τους κάτω απ’τις ομπρέλες η ανάμεσα στους ανασηκωμένους γιακάδες των πανωφοριών τους. Aυτό που μου συνέβη ήταν ανήκουστο. Tο βιβλίο αυτό το έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου κι όμως όλο το απόγευμα δακτυλογραφούσα τη μετάφρασή του.
- Άτιμη γραφομηχανή. Θα σε τσακίσω, ξέσπασα οργισμένος κι όρμησα κατά πάνω της. Aλλά θυμήθηκα τα 15 χιλιάρικα.

T' άλλο πρωί ήμουνα πάλι στο γνωστό παλιατζίδικο.
- Άκου να σου πω φίλε, του είπα αποφασιστικά. Δεν σε πειράζει να πάρω μια άλλη γραφομηχανή λιγότερο διάσημη απ' αυτήν. Όχι ότι τρέχει τίποτα. Aλλά υπάρχει ένα πρόβλημα επικοινωνίας. Mε πιάνεις;
O τυπάκος με κοίταξε σα χαζός. Mου πάσαρε μια θλιβερή Oλύμπια. Kαθώς πήγα να φύγω τον άκουσα να μουρμουρίζει διάφορα. Ουδέν κακόν αμιγές καλού, σκέφτηκα

Πέρασε σχεδόν ένας μήνας από τότε. H γραφομηχανή έδινε έναν άλλο τόνο στο γραφείο, αλλά δεν μπορώ να πω πως οι δουλειές μου πήγαιναν καλύτερα. Eκεινο το πρωί το τηλέφωνο παρέμενε τόσο αδιάφορο που το σήκωσα τρεις φορές για να διαπιστώσω αν λειτουργεί. Mετά το άφησα κατεβασμένο μην τυχόν και με πάρει κανείς κατά λάθος όταν θα λείπω και πετάχτηκα για τσιγάρα. Πήρα και μια εφημερίδα. Δεν θυμάμαι πια. Mια απ'ολες. Έτσι κι αλλιώς όλες ίδιες είναι. Tην ξεφύλλιζα αδιάφορα όταν το μάτι μου έπεσε σε μια βιβλιοκριτική. ‘’Σκάνδαλο’’ ήτανε ο τίτλος. ‘’O γνωστός συγγραφέας Γ. Νικοπουλος μόλις κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο με τον τίτλο: ''Ο φόνος δεν είναι πάντα έγκλημα'', ήταν ο υπότιτλος.
''...Tο ψεύδος αγαπητοί μου αναγνώστες, είναι ένα σύμπτωμα κοινωνικής, ηθικής, πνευματικής και καλλιτεχνικής σήψης. Aναρωτιέμαι πως τόλμησε να αμαυρώσει τη φήμη του δίνοντας στον εκδότη του ετούτο το βιβλίο που αποτελεί ένα ιδιότυπο μείγμα ατόφιων κομματιών απ'τα γνωστά σε όλους σας έργα: ''Oι σημειώσεις του Mάλτε Λάουριντς Mπρίνγκε’' του Pίλκε, ''Tο ημερολόγιο ενός διαφθορέα'' του Σερεν Kικεργκορ και ‘’Η πεταλούδα της Σιβηρίας’’ του Ρομπερτ Λιττελ. Mας θεωρεί αγράμματους; Ή μήπως έχει τρελαθεί; Tο θράσος του θα μείνει μνημειώδες στους κύκλους της λογοτεχνικής μας κοινότητας.... συνεχίζει μπλα, μπλα, με οξύτατους χαρακτηρισμούς ο κριτικός.
Eχει γούστο σκέφτηκα. Άνοιξα το χρυσό οδηγό και βρήκα την διεύθυνση του Νικοπουλου.

Ευτυχώς που το παμπάλαιο Honda civic δεν επανέλαβε τις διαδρομές των προκάτοχων του. Συμπεριφέρθηκε όπως πρέπει να συμπεριφέρεται κάθε υπάκουο κωλομηχάνημα. Όταν γυρίζεις το κλειδί να παίρνει μπρος και να σε αφήνει να το οδηγήσεις εσύ όπου θες, αναγνωρίζοντας έτσι την ανθρώπινη υπεροχή. Αλλιώς δεν θ’ άντεχα ακόμα ένα εργαλείο που κάνει του κεφαλιού του. Έτσι σε μισή ώρα μόνο τρέχοντας σαν τρελός και κάνοντας σφήνες κατάφερα να βρίσκομαι έξω από το τσαρδί του Γ.Νικοπουλου και του χτυπούσα την πόρτα. Δεν ήταν ακριβώς τσαρδι, αλλά μια μοντέρνα έπαυλη με κήπο και χωρίς σκυλιά. Ευτυχώς!
Mου άνοιξε μια στυφή και κακάσχημη οικονόμος. Δυστυχώς!
- Aν είσαι πλασιέ, δίνε του. Έχουμε απ’ όλα, μου είπε.
- Kάνετε λάθος, της απάντησα όσο πιο ήρεμα μπορούσα και βιάστηκα να της δείξω την κάρτα γνωστού δικηγορικού γραφείου πριν προλάβει να μου κλείσει την πόρτα στα μούτρα.
- Θα'θελα να μιλήσω στον κο Νικοπουλο.
- Eχετε ραντεβού; με ρώτησε λίγο πιο ευγενικά αυτή τη φορά.
- Oχι. Aλλα νομίζω πως θα χαρεί να με δει. Bεβαια για να'μαι ειλικρινής δεν κόβω και το χέρι μου γι' αυτό. Αλλά υπάρχει σοβαρός λόγος που βρίσκομαι εδώ. Θα'λεγα θέμα ζωής και θανάτου,…… τα μάσησα προσπαθώντας να γίνω πιο πειστικός.
Mε οδήγησε στο λιβιγκ-ρούμ κι αυτή ανέβηκε μια μεγαλοπρεπή σκάλα και χάθηκε στον πάνω όροφο. Δεν πρόλαβα να καθίσω όταν άκουσα ένα τρομαχτικό κρότο. Ανέβηκα δυο-δυο τα σκαλιά και μπούκαρα στο πρώτο δωμάτιο που βρήκα μπροστά μου. Tο παραθυρόφυλλο ήταν σπασμένο και ο Νικοπουλος καθόταν πίσω από 'να τεράστιο γραφείο νανουρίζοντας με τα δυο του χέρια το κεφάλι του, σα να ήταν νεογέννητο μωρό,. Tο δωμάτιο μύριζε απελπισία. Πλησίασα στο μπαλκόνι. Kοιταξα κάτω και είδα αυτό που περίμενα να δω. Tη γνωστή γραφομηχανή τσακισμένη στο πλακόστρωτο της αυλής. O δύστυχος συγγραφέας γύρισε και με κοίταξε απορημένος και μ' ένα βλέμμα περιφρόνησης θα'λεγα. Aφου με περιεργάστηκε για λίγο, από πάνω μέχρι κάτω, με ρώτησε ξέπνοα.
- Θέλετε κάτι κύριε;
Hξερα πως έπρεπε να δώσω το κουστούμι μου στο καθαριστήριο, αλλά υπήρχε μια μικρή λεπτομέρεια που όμως δεν ήθελα εκείνη τη στιγμή να συζητήσω. Δεν είχα άλλο κοστούμι να φορέσω. Eτσι αρκέστηκα ευγενικά να πω:
- Λυπάμαι για την ενόχληση. Έτρεξα να προλάβω το τρόλεϊ, αλλά μάλλον έφτασα αργά.
.......................................................................................................................................................………………………………………………………………...
- Excuse me sir, μου είπε το γκαρσόνι. Don't you have drachmas? Greek money i mean..... I can't take dollars.
''Για κόψε αγγλικουρα στην πλατεία Aβησσυνιας'',σκέφτηκα και με πιάσανε τα γέλια. Bεβαια είχε δίκιο ο ανθρωπάκος γιατί η μεγάλη πλάκα είναι ότι προσπάθησα στ' αλήθεια να πληρώσω τη Smirnoff με δεκαδολαρο. Tου άφησα οχτώ κατοστάρικα και ετοιμάσθηκα να μπω στο παλαιοπωλείο για τη γραφομηχανή. Mια παλιά Pεμινγκτον, σκέτη κούκλα.

ιστορια 3η: ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΓΕΥΣΗΣ

Κάποιος με χτυπούσε με μια βαριά στο κεφάλι. Προσπάθησα να το αποφύγω αλλά δεν μπορούσα να κουνηθώ. Ήμουν δεμένος σαν τον εσταυρωμένο σ’ ένα καλοριφέρ με δυο ζευγάρια χειροπέδες, ένα σε κάθε χέρι.. Από τα παράθυρα του τεράστιου χώρου έμπαινε φως παρ’ όλο που τα ριντό ήταν κατεβασμένα. Ένας μπουφές, μια μεγαλοπρεπής τραπεζαρία με λιονταρίσια πόδια και 12 ξύλινες καρέκλες, ένας δερμάτινος τετραθέσιος καναπές και δυο ίδιες πολυθρόνες, ένα παλιό ραδιόφωνο της δεκαετίας του ’70, μια πιο καινούργια αλλά δευτεροκλασάτη τηλεόραση, 4-5 επιδαπεδια φωτιστικά, ένα παλιό σύστημα ήχου, πολλούς πίνακες στους τοίχους…Δεν ήταν χώρος διαμερίσματος αλλά κάποιος παλιός βιομηχανικός χώρος διαμορφωμένος για κατοικία. Μπορει να ήταν σε κάποια βιοτεχνική περιοχή εκτός Αθηνών. Μπορεί να ήταν και στο κέντρο της Αθήνας. Μου φάνηκε ότι άκουσα κάποια πνιχτή φωνή αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω από πού ερχόταν. Προσπάθησα να απελευθερωθώ αλλά δεν τα κατάφερα. Το μόνο που κατάφερα ήταν να κάνω φασαρία οπότε άνοιξε η πόρτα κι ένας τύπος που νόμιζα πως δεν τον ήξερα μπήκε και μου’δωσε με κάτι σκληρό μια στο κεφάλι και μ’ έστειλε να πλανιέμαι στο διάστημα ανάμεσα σε διάττοντες αστέρες και φωτεινούς μετεωρίτες.

Ξανάνοιξα τα μάτια μου. Αυτή τη φορά ήταν βράδυ, αλλά τα φώτα του χώρου ήταν όλα αναμμένα Ένιωθα κάτι να κυλάει στο στόμα μου και το κεφάλι μου ήταν στη χειρότερη κατάσταση των τελευταίων 48 χρόνων. Έγλυψα τα χείλη μου και διαπίστωσα ότι ήμουνα γεμάτος αίματα. Το τραπέζι ήταν στρωμένο για δυο άτομα με τα απαραίτητα σερβίτσια ενός επίσημου δείπνου –πιάτα, ποτήρια, μαχαιροπίρουνα, ψωμιέρα- και δυο κηροπήγια με βεραμάν στριφτά κεριά. Δεν ξαναείδα στη ζωή μου βεραμάν κεριά. Δεν ήξερα καν αν υπάρχουν…. Απέναντι μου στεκόταν ένας τύπος….
- Δεν φαίνεσαι καθόλου καλά φιλαράκο, μου είπε γελώντας. Το ξέρεις ότι κοιμάσαι σχεδόν 8 ώρες;
- Δεν κοιμάμαι. Είμαι αναίσθητος θες να πεις, τον διόρθωσα. Όσο για το αν είμαι καλά η όχι λύσε με και θα σε κάνω να παρακαλάς που δεν είσαι φραγκόκοτα, αλήτη.
Τώρα πως μου’ρθε και τον είπα φραγκόκοτα; Ίσως από τη διαφήμιση του Famous Graous. Άσχετο. Κατάφερα όμως να τον εκνευρίσω. Όταν οι άνθρωποι εκνευρίζονται κάνουν λάθη. Στην προκειμένη περίπτωση μου τράβηξε μια κλωτσιά στο στομάχι φωνάζοντας:
- Αλήτης είσαι και φαίνεσαι, αρχίδι……
Μετά σαν να μετάνιωσε και ενώ εγώ προσπαθούσα να βγάλω τα συκώτια μου στο πάτωμα, έβαλε το πρόσωπο του μέσα στα χέρια του μορφάζοντας, πήρε μια βαθιά αναπνοή για να ηρεμήσει και συνέχισε χαμογελώντας σαν να μην έτρεχε τίποτα, σαν να κάναμε φιλική κουβεντούλα.
- Μ’ αναγκάζεις να γίνω αγενής, Αμβρόσιε, κι είναι κάτι που δεν το θέλω. Με συγχωρείς που δεν μπορώ να σου κάνω άλλο παρέα γιατί έχω κάποια φιλοξενούμενη και πρέπει να προλάβω να ετοιμαστώ.. Βέβαια είσαι κι εσύ καλεσμένος μου και γι’ αυτό θα σου δώσω κάτι να πιεις, μέχρι να σκεφτώ κάτι καλύτερο, μια και βρέθηκες λάθος ώρα σε λάθος μέρος. Διψάς, ε; Και σ’ αρέσει η βότκα. Αφήνω εδώ δυο μπουκάλια να διαλέξεις. Δεν ξέρω ποια είναι η αγαπημένη σου μάρκα αλλά έχω μόνο Jazz και Gorbatsof. Θα σου πρότεινα την Jazz γιατί είναι πιο σπάνια. Μπορείς να σερβιριστείς όποτε θέλεις. Μπορείς επίσης να φωνάξεις όσο θέλεις. Εδώ κανείς δεν θα σ’ ακούσει. Σα στο σπίτι σου. Οι φίλοι φίλων είναι και δικοί μου φίλοι. Και τώρα μου επιτρέπεις.
Σηκώθηκε και βγήκε χωρίς καμιά βιασύνη απ’ το χώρο. Μου μιλούσε στον ενικό ο θρασύδειλος.
- Για σένα είμαι ο κύριος Σακάδας, του φώναξα και τον άκουσα να γελάει και να μου λεει:
- Ότι θες εσύ αγόρι μου. Ότι θες εσύ!
Μ’ άφησε να βλέπω τα δυο μπουκάλια της βότκας ακουμπισμένα στο πάτωμα σ’ ένα μόλις μέτρο απόσταση. Άρχισα να αντιλαμβάνομαι πόσο επίκαιροι μπορει να είναι οι αρχαίοι μύθοι ακόμα και σήμερα, αφού σε μια παραλλαγή ζούσα το μαρτύριο του Ταντάλου. Μήπως δεν ήμουνα ζωντανός; Αν όχι τότε σίγουρα ήμουν στη κόλαση. Αλλά πάλι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν. Στη κόλαση έχει πολυκοσμία. Θα’ πεφτα πάνω σε όλους τους φίλους και γνωστούς μου και σας ορκίζομαι πως στη ζωή μου γνώρισα πολλά καθάρματα. Και τότε ξαφνικά τα θυμήθηκα όλα. Ήμουν στο σπίτι του Κωστελετου. Τον μπάσταρδο τον αναγνώρισα.

Τον επισκέφτηκα πριν τρεις μέρες για να δω τι σοι άνθρωπος είναι γιατί έστελνε κάτι περίεργα ερωτικά στιχάκια στη Μαριάνα, μια παλιά φίλη μου. Αλλά απ’ αυτά ήταν ευτελή και αυτοσχέδια και άλλα παρμένα από γνωστούς ποιητές. Σας παραθέτω από ένα δείγμα για να πάρετε μια ιδέα.

1
‘’Στο ποτήρι θέλω να σε πιω,
Τη ροδαλή σου σάρκα ωμή να γευτώ
Εσένα με τις τόσες αρετές
Σε παλιές και νέες συνταγές.

Γεννήθηκα με το στόμα ανοιχτό
Στο ζουμερό το ρόδι της καρδιά σου το στυφό
Ολόγυμνος θα κυλιστώ
Μονάχα μες το σώμα μου μπορώ να σ’ αγαπώ’’ [1]

2
‘’Η ανάσα σου είναι σαν μέλι αρωματισμένο με γαρίφαλο.
Το στόμα σου, νόστιμο σαν ώριμο μανγκο.
Το φιλί στην επιδερμίδα σου είναι σαν να γεύεσαι λωτό.
Η κοιλότητα του αφαλού σου κρύβει μια ποικιλία
από μπαχαρικά. Τις ηδονές που βρίσκονται παρακάτω,
η γλώσσα τις γνωρίζει, αλλά δεν μπορεί να τις πει’’. [2]


Από τις απαντήσεις και από τον τρόπο που μου τις έδωσε μου φάνηκε ευφυής άνθρωπος. Του εξήγησα στα ίσια ότι είμαι ιδιωτικός ντετέκτιβ και πολύ καλός φίλος της Μαριάνας -εδώ δεν είπα ακριβώς όλη την αλήθεια γιατί είχα να τη δω σχεδόν είκοσι χρόνια- και του ζήτησα να μου εξηγήσει γιατί της στέλνει ανθρωποφαγικα ραβασάκια. Αυτός γελώντας μου ειπε:
- Μα γιατί είμαι ερωτευμένος κύριε Σακάδα. Καθίστε όμως πρώτα και πείτε μου τι θα θέλατε να πιείτε και θα σας δώσω όσες διευκρινήσεις επιθυμείται.
Ο χώρος ήταν ακριβώς ο ίδιος αλλά συμμαζεμένος και καθαρός. Θα πρέπει να είχε καθαρίστρια ο μπαγάσας, σκέφτηκα, και η ζήλια μου δάγκωσε την καρδιά.
Όταν γύρισε με τις παγωμένες βότκες η συζήτηση μας εξελίχτηκε ομαλά. Δεν μου άφησε την παραμικρή απορία.
- Δεν υπήρξατε ποτέ κεραυνοβόλα ερωτευμένος κύριε Σακάδα;
- Φυσικά και υπήρξα αν και πάντα μου άρεσε να ρίχνω και μια δεύτερη ματιά.
- Τότε θα ξέρεται πολύ καλά τι σημαίνει η ποίηση για τις γυναίκες. Και στην ποίηση- είμαι σίγουρος ότι συμφωνείται μαζί μου- όλα είναι αθώα λεκτικά σχήματα. Δεν κυριολεκτούμε. Υπονοούμε. Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχει και η έκφραση ‘’ποιητική άδεια’’…
- Ναι, δε λεω, τον διέκοψα, αλλά χωρίς να θέλω να κριτικάρω την ποιότητα των στίχων σας δεν νομίζεται ότι το παρακάνετε λίγο; Μια μοναχική γυναίκα που ο άνδρας της εξαφανίσθηκε χωρίς να δώσει εξηγήσεις πριν από έξι χρόνια είναι φυσικό να νιώθει ενοχλημένη όταν αρχίζει να λαβαίνει ξαφνικά τέτοια μηνύματα… στιχάκια… ποιήματα θέλω να πω.
- Πιθανόν να έχετε δίκιο κύριε Σακάδα. Δεν υποστηρίζω ότι είμαι καταπληκτικός ποιητής αλλά ο ερωτάς μου μου υπαγορεύει αυτό τον τρόπο επικοινωνίας. Άλλωστε αγαπώ το καλο φαγητό και οι γυναίκες εντυπωσιάζονται από τους άνδρες που καταλαβαίνουν τη μαγειρική. Ένας άνδρας που μαγειρεύει είναι σέξι. Το ίδιο συμβαίνει και με μας τους άνδρες. Μια γυναίκα που φοράει δερμάτινα και καβαλάει μοτοσικλέτα τη βρίσκουμε πολύ σεξουαλική ενώ ένας άντρας με την ιδια περιβολή μπορει να δείχνει ένας κόπανος και μισός, όπως άλλωστε και μια γυναίκα που κάνει δουλειές στην κουζίνα δείχνει ηλίθια νοικοκυρά.
- Με συγχωρείται κύριε Κωστελετο…η μήπως είναι καλύτερα να κόψουμε τον πληθυντικό. Προτιμώ να με αποκαλείται Αμβρόσιο…
- Βλαδίμηρος..
- Πως είπατε; Α ναι, Βλαδίμηρος… Λοιπόν Βλαδίμηρε η Μαριάνα δεν καβαλάει μοτοσικλέτες. Είναι μάλλον ντροπαλή γυναίκα και αρκετά συντηρητική θα έλεγα.
- Δεν αντιλέγω. Αλλά είναι μορφωμένη και αυτοσυντηρούμενη. Είναι μια γενναία εργαζόμενη γυναίκα, κομψή, έξυπνη και μοναχική. Πρέπει να σας πω ότι αφ’ ενός δεν μ’ αρέσουν οι ηλίθιες γυναίκες και αφ’ έτερου θεωρώ ότι της αξίζει μια καλύτερη μοίρα. Είναι σίγουρα μια γυναίκα που δεν αποζητάει μόνο έναν έξυπνο άντρα αλλά και τρυφερότητα…..
Όση ώρα μου μιλούσε εγώ περιεργαζόμουν το χώρο. Πολλοί πίνακες με ανατομικά θέματα. Πολύ αργότερα σερφαροντας στο Internet σ’ ένα computer ενός πελάτη μου, στο λήμμα Rembrandt, αφού έπεσα πρώτα σ’ ένα ομώνυμο ξενοδοχείο στη Ν.Υ., σ’ ένα εστιατόριο στο Τόκιο, σ’ ένα στριπτιζαδικο στο Ρίο Τζανειρο και σ’ ένα φαλαινοθηρικό στην Αλάσκα, βρέθηκα τελικά σ’ ένα virtual Μουσείο oπου αναγνώρισα τους περισσότερους απ’ αυτούς:
‘’Το μάθημα ανατομίας του Dr. Tulp’’ &
‘’Το μάθημα ανατομίας του Dr Johan Deyman’’ του Rembrandt,
‘’Το μάθημα ανατομίας του Dr Sebastian Egbertsz’’ του Thomas Keyser,
‘’Το μάθημα ανατομίας του Dr Johan Deyman’’ του Johannes Dilhoff,
‘’Το μάθημα ανατομίας του Dr Willem van de Meer,
‘’Μάθημα στην ανατομία’’ του Mondino dei Luzzi,
‘’Ανατομία του εγκεφάλου’’ του Jan van Calcar,
‘’Το ανθρώπινο σώμα και η βιβλιοθήκη ως πηγές γνώσης’’ του Johann Kuhmus,
‘’Η αμοιβή της σκληρότητας’’ του William Hogarth,
‘’Μάθημα ανατομίας’’ του Sasol,
‘’Μεταμόρφωση του Dr. Tulp’’ του Johan van Cauwenberge,
‘’Η ανατομία του κουρέα- χειρούργου’’ του John Banister,…..κλπ.

Ο Βλαδίμηρος βέβαια είχε κι άλλους πίνακες…όλοι φτηνές ρεπροντουξιον δηλ. .. μη σκεφτείτε τίποτα καλύτερο.. Είχε και αρκετούς πίνακες ενός τύπου που κάνει πορτραίτα με φρούτα και ζαρζαβατικά αλλά μου ηταν αδύνατο να θυμηθώ πως τον λενε.
- Συγνώμη Βλαδίμηρε αλλά με τι ασχολείσαι; τον διέκοψα.
- Σπούδασα ψυχολόγος, αλλά έχω κάποια εισοδήματα και δεν εξασκώ το επάγγελμα, μου ειπε χαμογελώντας.
- Έτσι όμως εξηγείται η βαθιά γνώση που έχεις για τις γυναίκες, τον πυροβόλησα. Βέβαια η διακόσμηση θυμίζει περισσότερο ένα χειρούργο παρά ένα ψυχολόγο.
- Αν και θα μπορούσα να το εκλάβω σαν ειρωνεία το αντιπαρέρχομαι. Αγαπώ τη ζωγραφική όσο και την ποίηση. Αγαπώ και το καλο φαγητό αλλά για να λυθεί η παρεξήγηση πρέπει να σου θυμίσω μερικά πράγματα. Στο Χριστιανισμό το μυστήριο της μετάληψης αναφέρεται στο αίμα και το σώμα του Χριστού, στο μυστήριο του γάμου ο Απόστολος λεει ότι οι σύζυγοι γίνονται σάρκα μια και ……..,
συνέχισε έτσι- κατευθείαν στο ψητό- να αναφέρει στοιχεία και να επιχειρηματολογεί, αραδιάζοντας παραδείγματα από τη λαογραφία- παραμύθια, λαϊκές παροιμίες, τραγουδάκια του τύπου ‘’ήταν ένα μικρό καράβι’’ - από διάφορες θρησκείες και από μελετητές εθνολόγους όπως ο Ου. Αρενς, συγγραφέας της μελέτης, ‘’Ο μύθος της ανθρωποφαγίας’’, με μοναδικό στόχο να με πείσει ότι τα περί ανθρωποφαγίας είναι περισσότερο συμβολικά και μεταφορικά και όχι πραγματικότητα. Εγώ τον άκουγα χωρίς να φέρνω αντιρρήσεις, - η φράση ‘’άλλο ένα αθώο λεκτικό σχήμα’’ έδινε κι έπαιρνε μες τα λεγόμενα του-. Τον άκουγα πίνοντας βότκα σα μαλάκας, μέχρι που ήρθε η ώρα να καλέσω σφυρίζοντας το Honda, όπως ο Ζορρο το άλογο του, να με πάρει και να με παει σπίτι μου. Κάτι τέτοιο όμως δεν ήταν δυνατόν και αποχώρησα τελικά πίττα, με ραδιοταξι που κάλεσε ο Βλαδίμηρος.

Το πρωί με ξύπνησε στο τηλέφωνο η Μαριάνα. Βιαζόταν να μάθει τις εντυπώσεις μου από την χθεσινοβραδινή επίσκεψη.
- Τι στο διάβολο γλυκιά μου αϋπνίες έχεις;
- Έλα βρε Αμβρόσιε... Κοντεύει μεσημέρι. Τι έγινε χτες, πήγες;
- Πήγα, πήγα. Κέρνα καφέ και θα σου τα πω όλα. Στο Dacapo έχει καλο καπουτσίνο. Άλλωστε κάτι πρέπει να πληρώσεις για το μπελά που μ’ έβαλες.
- Ο.Κ. είπε γελώντας. Σε μια ώρα είναι καλά;

Στο Dacapo λοιπόν, πίνοντας μια κρύα Romanoff για τον πονοκέφαλο, της εξήγησα ότι ο άνθρωπος μου φάνηκε λίγο κουνημένος αλλά συμπαθής και άκακος. Η Μαριάνα εξέφρασε την επιθυμία να τον γνωρίσει. Μου έδειξε το τελευταίο ραβασάκι όπου ανάμεσα σε διάφορες ποιητικές μαλακίες την καλούσε την επόμενη το βράδυ σε δείπνο γνωριμίας με σπάνιες γεύσεις που θα της έμεναν αξέχαστες.
- Παρ’ όλο που δεν ξέρω αν μου λες αλήθεια η ψέματα για να με ξεφορτωθείς θα ήθελα να τον συναντήσω, μου είπε με νάζι.
- Τότε δεν έχεις παρά να αποδεχτείς την πρόσκληση, την συμβούλεψα.
Είπαμε κι άλλα πολλά και κάποτε χωρίσαμε μένοντας σύμφωνοι ότι θα την αναζητούσα μετά τις δυο το πρωί αν αυτή δεν μ’ έπαιρνε τηλέφωνο στο γραφείο. Πριν χωρίσουμε όμως τη ρώτησα απορημένος.
- Δεν σοβαρολογούσες προηγουμένως όταν είπες ότι μπορει να σου λεω ψέματα.
- Οι λεπτομέρειες έχουν ιδιαίτερη σημασία, Αμβρόσιε. Όταν λες καφέ δεν πρέπει να εννοείς βότκα. Άσε που κοστίζει τα διπλάσια.

Την επόμενη στις οχτώ η Μαριάνα πήγε για φαγητό στον Βλαδίμηρο. Εγώ έκατσα και περίμενα στο γραφείο μέχρι τις δυο και μίση μετά τα μεσάνυχτα και αφού δεν έλαβα κανένα τηλεφώνημα απ’ τη Μαριάνα αποφάσισα να καλέσω εγώ. Ο Βλαδίμηρος μου ειπε ότι η Μαριάνα είχε τουλάχιστον μια ώρα που έφυγε και ότι ο ίδιος την συνόδεψε να βρει ταξί παρ’ όλο που της πρότεινε να την παει με το αυτοκίνητο του στο σπίτι της στη Νέα Σμύρνη και αυτή αρνήθηκε. Δεν τον πίστεψα. Πήρα τα πόδια μου και δεκαπέντε λεπτά αργότερα ήμουν έξω από το σπίτι του ατού Ψειρή. Έκατσα για λίγο απέναντι κοιτάζοντας το. Ένας παλιός, αναπαλαιωμένος, διώροφος βιοτεχνικός χώρος. Ήταν έρημα και πιθανόν επικίνδυνα για μια μόνη γυναίκα. Ήταν στο σημείο της αγοράς που δεν υπήρχε ούτε ένα μπαράκι. Το Honda όμως ήταν ακόμα εκεί. Ευτυχώς γιατί δεν θ’ άντεχα να γυρίσω με τα πόδια. Ανέβηκα απ’ τα σκαλιά στο δεύτερο και χτύπησα με το χέρι την πόρτα. Ο ήχος ήταν δυνατός για την ησυχία που επικρατούσε. Έτσι νόμισα τουλάχιστον τότε.

Ξύπνησα σ’ ένα άσπρο δωμάτιο μ’ ένα μεγάλο φως να με τυφλώνει. Το κεφάλι μου ήταν μπανταρισμένο και πονούσε. Ένας δεύτερος επίδεσμος υπήρχε γύρω απ’ τα πλευρά μου. Ένιωθα γυμνός. Ήμουν γυμνός. Το πρόσωπο του Ελπι ανέτειλε κάπου από τα αριστερά μου. Έκανα να σηκωθώ.
- Αμβρόσιε παλουκώσου. Έχεις μια σοβαρή διάσειση. Ο γιατρός είπε να μείνεις ξαπλωμένος για μερικές μέρες. Αν θέλεις κάτι ζήτα το από μένα.
Έστριψα το κεφάλι και τον είδα σχεδόν ολόκληρο. Ο υπαστυνόμος Ελπις σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Κουστουμαρισμένος σαν να γύριζε από την κυριακάτικη πρωινή λειτουργία.
- Τι συμβαίνει; Που είμαι; ρώτησα.
- Στον Ευαγγελισμό. Κοιμάσαι πάνω από 14ρεις ώρες. Σας φέραμε εδώ χτες το απόγευμα. Ο μάγκας ήταν έτοιμος να σας βάλει στη μαρμίτα.
Τώρα τελευταία όλως περιέργως όλοι μου έλεγαν ότι κοιμάμαι πολύ. Αυτό όμως με τη μαρμίτα δεν μουκατσε πολύ καλά στ’ αυτιά.
- Στη μαρμίτα; Τι εννοείς στη μαρμίτα;
- Το 1980, συνέλαβαν στο Παρίσι, τον Ισει Σαγκαουα, γιο Ιάπωνα βιομηχάνου, που έφαγε μια Ολανδεζα συμφοιτήτρια του. Το 1989, συνέλαβαν στη Νέα Υόρκη, τον Ντανιέλ Ρακοβιτσς, μικροέμπορο ναρκωτικών, που μαγείρεψε κι έφαγε τα μυαλά της φιλενάδας του. Το 1994, συνέλαβαν στην Κορέα, μια εξαμελή συμμορία η οποία έτρωγε τους πελάτες ενός σούπερ- μαρκετ. Είχαν ήδη φαει έξι άτομα. Το 1999, συνέλαβαν στο Καζακστάν, τρεις νεαρούς, πρώην υπάλληλους ψυχιατρείου που έφαγαν εφτά πόρνες αφού προηγουμένως τις κοίμισαν με υπνωτικά χάπια. Αυτά είναι μόνο μερικά πολύ πρόσφατα παραδείγματα από περιπτώσεις που υπέπεσαν στην αντίληψη της αστυνομίας. Τώρα πρέπει να προσθέσουμε στη λίστα και τον Βλαδίμηρο Κωστελετο. Λίγο ν’ αργούσαμε θα μετρούσαμε τρία θύματα αντί για ένα.
Μου ήρθε τάση για εμετό. Αυτό έκανε το κεφάλι μου να πονάει χειρότερα. Μια χαριτωμένη νοσοκόμα μου κοπάνησε στο μπράτσο μια ένεση με ναρκωτικό.
- Δεν καταλαβαίνω τι αηδίες είναι αυτές που μου λες, ψέλλισα ξέπνοα στον Ελπι. Είναι καλά η Μαριάνα;
- Μια χαρά… Καλύτερα από σένα… Λίγο σοκαρισμένη… Κοιμάται τώρα… Θα τη δεις αύριο… Εγώ τώρα πρέπει να φύγω. Εσύ μην κουνήσεις ρούπι…. Μήπως θες να πω στη νοσοκόμα να σου φέρει κάτι να φας; με ρώτησε χαμογελώντας σαδιστικά.
- Μην τολμήσεις, προσπάθησα να φωνάξω αλλά δεν άκουσα ούτε εγώ ο ίδιος τη φωνή μου.




‘’Πάνω στο τραπέζι υπήρχαν διάφορες πιατέλες, που το περιεχόμενο τους ήταν αδύνατο να διακρίνω στο αδύναμο φως των κεριών. Αυτός πήρε ένα πιάτο και με σερβιρε.
- Τι είναι;
- Κρέας.
- Τι κρέας;
- Βραστό.
- Τι βραστό κρέας;
Αυτός άγγιξε το στομάχι και τα πλευρά του με αόριστο τρόπο.Θέλω να βλέπω αυτό που τρωω, ειδικά όταν το κρέας μου αρέσει. Θέλω να τα εξετάζω όλα προσεκτικά πριν τα βάλω στο στόμα μου, αλλά ήταν πολύ σκοτεινά. Αυτός με σερβίρει κι από άλλες πιατέλες. Έπλυνα τα χέρια μου σ’ ένα τάσι με νερό και λεμόνι κι αυτός μου τα σκούπισε με μια πετσέτα, οι κινήσεις του ήταν αργές σαν χάδια. Δοκίμασα μια μπουκιά κρέας και μου άρεσε, ήταν καλά καρυκευμένο, τόσο μαλακό που έλιωνε στο στόμα πριν το μασήσεις. Τρυφερό σαν πόνος. Αυτός καθισμένος τόσο κοντά που το πρόσωπο του άγγιζε σχεδόν το δικό μου, με παρατηρούσε που έτρωγα και εκθείαζε την ομορφιά μου. Εγώ δεν έλεγα τίποτα αλλά ο ιδρώτας έτρεχε στην πλάτη μου κι έτρεμαν τα γόνατα μου. Το φαγητό πάντως ήταν εξαιρετικό……’’

Νόμιζα ότι άκουγα την Μαριάνα να περιγράφει το δείπνο της με τον ποιητή ανθρωποφάγο Βλαδίμηρο, αλλά ήταν ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Ιζαμπέλ Αλιεντε ’’Το επουράνιο σχέδιο’’. Αφού άρχισα πάλι να ονειρεύομαι μάλλον ήμουν σε στάδιο ανάρρωσης. Άνοιξα τα μάτια μου. Πρέπει να ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Με το τηλεχειριστήριο άνοιξα την τηλεόραση. Έχει και το νοσοκομείο τα καλά του. Όλα όμως τα κανάλια είχαν αναμετάδοση την προεκλογική ομιλία του Κωστάκη στην Θες/νικη.. Την ξανάκλεισα. Ευτυχώς που η Μαριάνα ήταν καλά. Μ’ έτρωγε η περιέργεια να μάθω τι συνέβη ακριβώς με τον Βλαδίμηρο και πως βρέθηκε ο Ελπις εκεί. Θα μου τα διηγιόταν με το νι και με το σίγμα μια και της άρεσε να δίνει σημασία στη λεπτομέρεια. Κι εγώ αν έδινα λίγο περισσότερο σημασία στη λεπτομέρεια δεν θα έβρισκα τόσο φυσιολογικό το γεγονός ότι ο Βλαδίμηρος είχε κυριολεκτικά εντρυφήσει στα περί ανθρωποφαγίας. Αποφάσισα να κάνω υπομονή μέχρι το πρωί. Έκλεισα τα μάτια μου, εθελοντικά αυτή τη φορά, χωρίς κανένας να μου κοπανίσει κάτι βαρύ στο κεφάλι. Ονειρεύτηκα τον εαυτό μου μες το Honda να επιπλέω ως ναυαγός στη μέση του ωκεανού. Ρεύτηκα δυνατά, παρ’ όλο που δεν θυμόμουν να έχω φαει τίποτα. Ύστερα έπεσε το σλόγκαν:
‘’Αλκα σελτσερ, όταν φάγατε κάτι που δεν έπρεπε.’’
Δεν ήταν ποίηση. Διαφήμιση ήταν. Ακόμα ένα αθώο λεκτικό σχήμα.

[1] Αυτοσχέδιο δείγμα
[2] Σργκαρακαρικα, Κουμαρανταντατα-12ος αιώνας

ιστορια 4η: H ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ

Όχι ότι με ξάφνιασε το γεγονός. Αργά η γρήγορα κάθε ντετέκτιβ βρίσκει την πόρτα του γραφείου του σπασμένη κι όλα τα πράγματα πεταμένα στο πάτωμα. Δεν κάνει καν τον κόπο να κοιτάξει τι λείπει. Αυτό όμως που σίγουρα λείπει είναι σχεδόν πάντα το όπλο του. Ειδοποιεί λοιπόν την αστυνομία για να δηλώσει διάρρηξη και απώλεια αντικειμένου- είναι θέμα ρουτίνας- και οι μπάτσοι πάνω στο ζήλο του καθήκοντος σαβουριαζουν ότι άφησε απείραχτο ο προηγούμενος εισβολέας, έτσι ώστε στο γραφείο να μην υπάρχει πλέον καμία αισθητική δυσαρμονία. Αν και η μέθοδος πιθανόν να φαίνεται μάλλον ασυνήθιστη και με έντονα στοιχεία βαρβαρότητας δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να παραβλέπετε το γεγονός ότι σας δίνει μια μοναδική ευκαιρία να αλλάξετε την διακόσμηση του χώρου σας αξιοποιώντας ταυτόχρονα και τις ξεχασμένες οικονομίες σας. Δεν έχετε παρά να το δοκιμάσετε και μόνοι σας και θα αντιληφθείτε αμέσως πόσο αποτελεσματική είναι αυτή η μέθοδος, ειδικά δε, αν δεν αρκεσθείτε στην ανακατωσούρα και το χάος και προχωρήσετε σε εκτεταμένη καταστροφή των επίπλων σας. Άλλωστε είναι γνωστό σε όλους τους σκεπτόμενους και προβληματισμένους ανθρώπους ότι η αποταμίευση αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες πληγές στην οικονομία μιας χώρας. Φυσικά υπάρχει και το ενδεχόμενο να μην έχετε οικονομίες οπότε κάτι τέτοιο θα σας την έδινε στα νεύρα και θα καταφεύγατε λογικά στην πιο οικεία και προσιτή θαλπωρή που προσφέρει, ειδικά σε ανάλογες περιστάσεις, η λήψη, χωρίς συνταγή γιατρού, ικανής ποσότητας αλκοόλ η άλλου ηρεμιστικού. Και πριν τολμήσετε καν να σκεφτείτε ότι, όλη αυτή την ώρα που μοιράζομαι μαζί σας αυτή την υπέροχη εμπειρία, χάνω άσκοπα τον καιρό μου αερολογώντας, σας πληροφορώ ότι στο μεταξύ, πατώντας πάνω στα ερείπια της βιβλιοθήκης μου, κατάφερα να φτάσω στα μοναδικά πράγματα που απέμειναν όρθια, τουτέστιν, στην καρέκλα και στο γραφείο μου. Δεν κρέμασα την καμπαρτίνα μου στο καλόγερο γιατί δεν ήταν στη θέση του, αλλά πριν την αφήσω να πέσει ανέσυρα απ’την εξωτερική δεξιά τσέπη, ως ναυαγός, μια μποτίλια Moskovskaya, strong παρακαλώ. Σε χρόνο δευτερολέπτων, βρέθηκα καθισμένος και με τα πόδια πάνω στο γραφείο, να κάνω ταβανοθεραπεία απολαμβάνοντας - καιρός ήταν- το πρώτο μου σφινακι. Δεν χρειαζόταν οπωσδήποτε να μου ρημάζουν το γραφείο για να φορέσω αυτό το συνολακι. Λόγω αναδουλειάς, τελευταία, ήταν το μόνο που μπορούσε να γεμίσει δημιουργικά τον ελεύθερο χρόνο μου. Ίσως αν γινόμουν γιατρός όπως ήθελε ο πατέρας μου να μην είχα τέτοια μπλεξίματα.
Μετά το δεύτερο σφινακι και με το βλέμμα κρεμασμένο απ’τον ανεμιστήρα που γύριζε, μου προέκυψε ξανά το γνωστό δίλημμα: να ψάξω για ένα θηλυκό Παρασκευα η για κάποιο φτηνό τηλεφωνητή; Η αμείλικτη όμως πραγματικότητα μας δίνει, δυστυχώς η ευτυχώς, τις πιο πειστικές απαντήσεις. Τα κεφάλαια που διέθετα σε ρευστό ίσα που έφταναν να τα ακουμπήσω στον κλειδαρά. Έτσι το θέμα αυτό παρέμενε ως η μεγαλύτερη εκκρεμότητα προς ταχτοποίηση μετά την αγορά της γραφομηχανής που είχα ήδη αντιμετωπίσει με επιτυχία και την επισκευή η αγορά νέας κλειδαριάς για την οποία είχα βαθιά ριζωμένη την πεποίθηση ότι θα ταχτοποιούσα.
Σε μια τέτοια κατάσταση με βρήκε όταν στάθηκε στο άνοιγμα της σπασμένης πόρτας μου. Έσβησε την μηχανή και με μια ομολογουμένως επιδέξια μανούβρα, κατέλαβε μια από τις θέσεις στο τριθέσιο παρκιγκ του καναπέ μου, ακριβώς απέναντι μου. Αυτοκίνητο κούρσας με υποδύναμη πάνω από τρεις χιλιάδες κυβικά, τετρακύλινδρο και με διπλά διαφορικά, απ’ αυτά που περνάνε στη δεύτερη μετά τα ογδόντα χιλιόμετρα κι όταν βρεθούν σε αυτοκινητόδρομο οι άλλοι οδηγοί νομίζουν ότι είναι σταματημένοι και επιχειρούν να κατέβουν. Δεν ξέρω αν είμαι αισιόδοξος η απαισιόδοξος, αλλά για ένα μπουκάλι αγορασμένο πριν 3ρεις μόλις ώρες , ήταν ένα μπουκάλι μισό άδειο. Έκλεισα τα μάτια μου και τα ξανάνοιξα για να βεβαιωθώ ότι δεν ήταν παραίσθηση. Τέτοιες γυναίκες υπάρχουν μόνο στα κόμικς. Η τελευταία που γνώρισα ήταν η Τζέσικα Ραμπιτ σε κάποιο θερινό σινεμά. Μια μπειμπυ-σιτερ με τέτοιες καμπύλες κι ο γιος μου- αν είχα- δεν θα κατανοούσε ποτέ την έννοια της ευθείας. Είμαι σίγουρος ότι ο πορνογερος Αρχιμήδης κάπως έτσι εμπνεύστηκε τα φονικά του κάτοπτρα.
- Με συγχωρείτε που ήρθα χωρίς να κλείσω ραντεβού, μου είπε με μια φωνή που έκανε τον ανεμιστήρα μου να πάθει ίλιγγο. Εσείς δεν είστε ο Αμβρόσιος Σακάδας;… Μα φυσικά, απάντησε μόνη της χωρίς να περιμένει. Ταιριάζει….. Κάπως έτσι σας είχα φανταστεί….. Κι η αγγελία σας στο Χρυσό Οδηγό δεν μπορεί να έχει λάθος στοιχεία. Έτσι δεν είναι;….. Αλλά γιατί είναι το γραφείο σας σε τέτοια κατάσταση; Συνέβη κάτι;….. Αχ, τι συναρπαστικό, αναφώνησε.
Τι θα μπορούσα να της απαντήσω; Ότι μετανάστευσε η καθαρίστρια η ότι αυτή και μόνο με την παρουσία της θα μπορούσε να προκαλέσει χειρότερα;
- Ξέρετε δεν ήρθα να σας κάνω ερωτήσεις κι ελπίζω να μην μου θυμώσετε γι’ αυτό, πρόσθεσε και καθώς το χαμόγελο ανέτειλε στο υπέροχο στόμα της, έζησα αυτοπροσώπως την περιπέτεια του Οδυσσέα με την Κίρκη.
- Δεν ήρθα ως πελάτης , αλλά για να σας ζητήσω δουλειά. Από μικρή ονειρευόμουν να βρεθώ κοντά σ’ έναν διάσημο ντετέκτιβ. Έχω διαβάσει τόσα βιβλία… Και μην ανησυχείτε για λεφτά. Ο άντρας μου έχει αρκετά.. δηλ. αρκετά,,,, και συνεχώς ταξιδεύει, κι εγώ έχω πολύ ελεύθερο χρόνο. Ξέρω καλή γραφομηχανή, αυτό δεν είναι στοιχειώδες;.. η βάση;…. Νομίζω ότι είμαι πολύ καλή για να λύνω μυστήρια. Βάλτε μου ένα γρίφο και θα δείτε. Θα σας απαντήσω αμέσως.
Είχα την εντύπωση ότι με δούλευε. Αυτό το υπέροχο πλάσμα, που μπορούσε να έχει ότι θέλει απ’ την ζωή χωρίς να κάνει τίποτα, αρκεί μόνο να είναι παρούσα, εκλιπαρούσε σχεδόν να ακούσει από μένα, έναν ντετέκτιβ της δεκάρας, να της λεω, αυτό, για το οποίο ένα σωρό ηλίθιοι, επί δυο χρόνια, ξοδεύουν το χρόνο και τα λεφτά τους στην Didakta: ‘’Προσλαμβάνεστε’’. Ε, δεν μπορούσα να της χαλάσω το χατίρι. Παρ’ όλες τις καμπύλες της διέσχιζε την ζωή σε μια αφοπλιστική ευθεία. Με ύφος Χαμφρευ Μπογκαρτ και βαλε, ξεστόμισα τις δυο τελευταίες φράσεις της ημέρας, πριν βυθιστώ στο υπόλοιπο μισό της Moskovskaya.
- Αφού επιμένετε τόσο, θα σας κάνω τη χάρη δεσποινίς. Ελάτε αύριο στις 11h το πρωί.
- Κορίνα Χαδιμογλου, είπε αυτή και πετάχτηκε χαρούμενη επάνω απλώνοντας μου ταυτόχρονα το χέρι της.
- Αυτό είναι το όνομα μου. Και μην ανησυχείτε για την εμφάνιση μου. Ξέρω πως πρέπει να’ναι ντυμένη μια γραμματέας.
Προσπάθησα να κρατήσω το χέρι της όσο περισσότερο μπορούσα. Ομολογώ ότι η επιρροή που ασκούσε επάνω μου ήταν ευεργετική. Ευτυχώς που ήμουν καθισμένος γιατί ένιωσα ξαφνικά να με πιέζει το παντελόνι στο καβάλο. Αυτή το τράβηξε μαλακά και χωρίς ιδιαίτερη βιασύνη έλυσε το χειρόφρενο κι έβαλε πρώτη. Σανίδωσε τον συμπλεχτη και μ’ένα εντυπωσιακό τετακε εκτινάχτηκε προς την έξοδο με τέτοια ταχύτητα που παραλίγο να ξεχάσω ότι ήταν εδώ. Δυο λεφτά αργότερα, οι κόρνες των αυτοκίνητων, τα σφυρίγματα και οι διαπληκτισμοί από κάποιο μικροατύχημα, μου κατέστησαν σαφές για ακόμα μια φορά ότι η Κορινα δεν ήταν μια παραίσθηση. Δεν ξέρω αν είμαι απαισιόδοξος αλλά με το ένα χέρι κρατούσα ένα ολόκληρο άδειο μπουκάλι. Με το άλλο… άσε καλύτερα γιατί μπορει να μας διαβάζουν και παιδιά. Σφήνωσα με μια διπλωμένη εφημερίδα την πόρτα του γραφείου και την έβγαλα στης Μαρίας που δεν μ’ άφησε να κλείσω μάτι. Όλο το βράδυ χοροπηδούσε πάνω μου και φώναζε, ώστε να μπορεί ν’ ακούσει όλη η γειτονιά:
- Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος, ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος!!!

Στο γραφείο εμφανίστηκα κατά τις 12h. Έσπρωξα την πόρτα και ξαναντίκρισα το χάος να με κοιτάζει σαν σαστισμένος βλάκας που χάσκει με το στόμα ανοιχτό. Σαν από διαίσθηση ένιωσα πως είχα μπροστά μου μια δύσκολη μέρα. Άραξα στο γραφείο μου. Το κεφάλι μου έπαιζε τον εθνικό ύμνο αλλά κολλημένο σαν πλάκα γραμμόφωνου στην πρώτη στροφή. Ο ανεμιστήρας γύριζε ακόμα αφού τον ξέχασα ανοιχτό. Η Κορίνα όμως ήταν άφαντη. Πέταξα το άδειο μπουκάλι στο πάτωμα- έτσι κι αλλιώς όλα εκεί ήταν πεταμένα- και καθώς προσπαθούσα να συγκεντρωθώ, να αρχίσω από κάπου τέλος πάντων, το μάτι μου κόλλησε στην γραφομηχανή. Σ’ ένα δαχτυλογραφημένο σημείωμα τηλεγραφικού τύπου διάβασα:
Αγαπητέ Αμβρόσιε
Θα επιστρέψω στις δώδεκα.
Λείπω για δουλειά.
Μας αναθέσανε μια υπόθεση.
Φιλιά Κορινα.
Δεν πρόλαβα να τελειώσω το διάβασμα κι η φασαρία από τα κορναρίσματα και τα σφυρίγματα στο δρόμο- ευτυχώς δεν είχαμε σήμερα ατύχημα- μου κατέστησαν σαφές ότι η Κορινα μόλις είχε επιστρέψει. Δυο λεφτά αργότερα στεκόταν όρθια μπροστά μου, λαχανιασμένη κι αναψοκοκκινισμένη. Δεν λεω, προσπάθησε να ντυθεί σαν γραμματέας. Δεν υπήρχε το έντονο μακιγιάζ της προηγούμενης μέρας ούτε οι ψεύτικες μακριές βλεφαρίδες. Τα μακριά μαλλιά της ήτανε μαζεμένα, το ένδυμα μαύρο κι όχι κόκκινο της φωτιάς και τα παπούτσια της στρωτά. Λείπανε δηλ. εκείνα τα τακούνια στιλέτα των 15 πόντων με τα οποία προφανώς κατέκτησαν την Ιερουσαλήμ οι σταυροφόροι. Κι ενώ η φούστα- στο ύψος των μηρών- αναδείκνυε σεμνά, τα ωραία πόδια, δεν είχε καμιά σχέση με το ελαστικό κολλητό μπλουζάκι που άφηνε τους ώμους και το μισό στήθος ακάλυπτα, έτσι που να νομίζεις πως αν σηκώσει λίγο τα χέρια της, θα έπεφτε στη μέση της και ένας θεός μονάχα ξέρει τι θα μπορούσε να συμβεί. Το πιο εντυπωσιακό όμως ήτανε το περίστροφο. Στο χέρι της κρατούσε ένα 32ρι περίστροφο, εφτάσφαιρο, όχι πολύ βαρύ αλλά αποτελεσματικό, απ’ αυτά που δεν δημιουργούν στα θύματα την υποχρέωση να ξοδέψουν μεταθανάτια τα χρήματα της κληρονομιάς για σοβάντισμα προκειμένου να δεξιωθούν με κάποια αξιοπρέπεια τους τεθλιμμένους πλην ανακουφισμένους συγγενείς και κληρονόμους στα εγκαίνια της τελευταίας κατοικίας τους.
-Ήρθα λίγο νωρίτερα σήμερα το πρωί για να εξοικειωθώ με το χώρο και για να συμμαζέψω, αλλά βρήκα αυτή τη κάρτα πάνω στην πόρτα, είπε και ξέσπασε σε κλάματα.
Την εξέτασα. Πολυτελές χαρτί, υδατογραφημένο, χρώματος μπεζ και με εξωγλυφα καφέ σκούρα γράμματα.
Ευγένιος Ζουραρης
Χειρουργός
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου
- Είχε κι ένα σημείωμα: πως έπρεπε να είσαι στην Εκάλη,….. στις δέκα και μισή σήμερα το πρωί ,….. αλλά επειδή ήξερα ότι θα αργήσεις, είπα να πάω εγώ, συνέχισε κλαίγοντας κι ήρθε και κούρνιασε στην αγκαλιά μου.
- Ε, και; την ενθάρρυνα να συνεχίσει και της έδωσα ένα χαρτομάντιλο να σκουπίσει τα δάκρια της.
Όχι πως δεν μου άρεσε το σερφιν αλλά βιαζόμουνα να φτάσουμε στο περίστροφο.
- Πήρα ταξί και πήγα… Χτύπησα το κουδούνι πολλές φορές αλλά….δεν απάντησε κανείς…. Φώναξα…. όταν απόειδα έκανα τον γύρο του σπιτιού απ’ τη μεριά του κήπου και….. σκόνταψα πάνω στο πιστόλι…. Το πήρα….. άλλ’ όταν έφτασα στην πισίνα είδα έναν άντρα ξαπλωμένο σε μια πολυθρόνα γεμάτο αίματα.
Ξανάβαλε τα κλάματα μόνο που τούτη την φορά το ρόλο του χαρτομάντιλου τον έπαιξε το πουκάμισο μου. Το κεφάλι της ακουμπούσε στο στήθος μου, η κοιλιά της..ω θεέ μου… και το χέρι της με το περίστροφο κρεμόταν χαλαρό στο πλάι. Της το πήρα, πριν πέσει κάτω και κάνει μπαμ. Το σήκωσα να το κοιτάξω και τότε ήταν που ο ανεμιστήρας έμεινε ακίνητος κι άρχισε να γυρίζει το ταβάνι κι όλο το γραφείο. Κρύος ιδρώτας μ’ έλουσε και κάποιος μου έσκιζε το στομάχι με τα τακούνια της Κορίνας.
- Το ‘φερα να το εξετάσουμε, μου ‘πε λίγο πιο ψύχραιμα. Ειν’ αποδεικτικό εγκλήματος, δεν είναι; Μπορεί να έγινε μ’ αυτό ο φόνος……… Παω να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπο μου και να σου φτιάξω ένα καφέ και θα ‘ρθω να λύσουμε το μυστήριο.
- Δεν χρειάζεται, της φώναξα έξαλλος. Αρκετά έκανες. Καλύτερα να πας στο σπίτι σου και να τα πούμε πάλι αύριο. Άλλωστε, για να μαθαίνεις, έκανες 6 λάθη σήμερα. 1ο. Δεν έπρεπε να πας. 2ο. Δεν έπρεπε να πιάσεις το όπλο. 3ο. Δεν έπρεπε να το φέρεις εδώ. 4ο. Έπρεπε να ειδοποιήσεις την αστυνομία και τις πρώτες βοήθειες μόλις βρήκες το θύμα. 5ο. Δεν πίνω ποτέ καφέ και 6ο. Εγώ είμαι ο ντετέκτιβ εδώ μέσα.
- Συγνώμη Αμβρόσιε,…… μου είπε μυξοκλαίγοντας. Θα μάθω…… Θα μάθω κι ύστερα θα δεις……. Και πριν προλάβω να τραβηχτώ μου ‘σκασε ένα ρουφηχτό και παρατεταμένο φιλί στο στόμα.
Κατάλαβα ότι έφυγε από την φασαρία στο δρόμο. Έσκυψα κι άρχισα να ψάχνω το μπουκάλι κι ας ήταν άδειο.

Ώρες αργότερα κι ακόμα δεν κατάφερα να σκεφτώ κάτι της προκοπής. Το όπλο ήταν πειστήριο, και την ιστορία με την γκόμενα δεν θα την πίστευε κανείς, ούτε με σφαίρες. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα…δεν ήταν καν παραίσθηση. Εφιάλτης ήταν.

Μόλις που πρόλαβα να κρύψω το περίστροφο. Ο υπαστυνόμος Ελπις εισέβαλε στο χάος κρατώντας κάτι που αν δεν το έβλεπα με τα ίδια μου τα μάτια δεν θα το πίστευα. Όχι πως έγινα πάλι αισιόδοξος αλλά στο χέρι κρατούσε αυτό χρειαζόμουν από ώρα: ένα μπουκάλι Serkova.
- Νομίζω πως θα το χρειαστείς, μου είπε χαμογελώντας και με το γνωστό φλέγμα του. Για μην λες ότι μόνο εσύ συνεισφέρεις στον έρανο….. Βρήκαμε το πτώμα του γιατρού Ζουραρη, συνέχισε χωρίς περιστροφές. Ξεκουραζόταν στην πισίνα όταν κάποιος του πρόσθεσε δυο κουμπότρυπες ακόμα στο πουκάμισο σχεδόν εξ επαφής. Όλη η πόλη το’ χει τούμπανο ότι η νεαρή γυναίκα του μπαινοβγαίνει από χτες στο γραφείο σου.
- Όλη η πόλη; Δηλαδή ποιος;
Πριν συνεχίσω έριξα μια κλεφτή ματιά στο παντελόνι μου αλλά η κατάσταση είχε ευτυχώς ηρεμήσει.
- Το ξέρεις ότι σ’ αυτό το κωλοκτήριο στεγάζονται πάνω από 10 γραφεία σε κάθε όροφο, συνέχισα μ’ αυτοπεποίθηση. Δηλ. περίπου 80 γραφεία, γιατί είναι εφταόροφο το οικοδόμημα και όχι μονοκατοικία.
- Αμβρόσιε μ’ αφήνεις έκπληκτο, με ειρωνεύτηκε. Δεν ήξερα ότι γνωρίζεις πολλαπλασιασμό. Όσο για το ποιος μου το είπε… θα σου πω βρε μαλάκα. Τα υπόλοιπα εβδομήντα εννέα γραφεία….. Απορώ πως φαντάστηκες ότι μια τέτοια γκόμενα θα περνούσε απαρατήρητη. Ξέρω ότι είσαι πιο έξυπνος. Αλλά και να μην ήξερες την γκόμενα, τι δουλειά έχει αυτό εδώ, και πριν προλάβω να αντιδράσω άρπαξε το επισκεπτήριο του Ζουραρη πάνω απ’ το γραφείο μου.
Θυμήθηκα ότι από πίσω έγραφε with compliments. Συνέχισα όμως να το παίζω χαζός.
- Τώρα το μόνο που απομένει να μου πεις είναι ότι οι σφαίρες προέρχονται απ’ το σιδερικό μου, είπα. Αυτά δεν συμβαίνουν ούτε στα πιο φτηνά αστυνομικά μυθιστορήματα,
- Το βρήκες. Και ξέρεις γιατί τα αστυνομικά είναι φτηνά; Γιατί η ζωή είναι πιο τολμηρή απ’ την λογοτεχνία αγαπητέ μου Αμβρόσιε. Δεν θα σε συλλάβω, αλλά μην φύγεις απ’ την πόλη. Νομίζω ότι αυτή τη φορά την έχεις βαμμένη, εκτός κι αν θέλεις να μου πεις η να μου δώσεις κάτι.
Έπεσε μια βαριά σιωπή. Ο υπαστυνόμος ήταν βέβαια φίλος. Προσπαθεί μάλλον να με προειδοποιήσει, σκέφτηκα. Λες να το ξέρει ο μπάσταρδος. Κι αν δεν το ξέρει, το υποθέτει, δεν είναι βλάκας.
- Καλά Αμβρόσιε, έσπασε την σιωπή. Σύντομα θα τα ξαναπούμε.
Δεν μπήκε στον κόπο να κλείσει πίσω του την πόρτα, Αλλά και να ‘μπαινε αυτός, μήπως θα έκλεινε η πόρτα; Το μόνο θετικό απ’ όλη αυτή την ιστορία είναι ότι βρήκα το εγώ το όπλο μου και όχι η Αστυνομία. Γιατί γραμματεία δεν ήταν γραφτό ν’ αποχτήσω. Μάλλον θα αγόραζα τηλεφωνητή. Και φτηνότερα θα μου στοίχιζε και λιγότερους μπελάδες θα μου δημιουργούσε.
Έβγαλα το περίστροφο και το σκούπισα προσεχτικά με ένα χαρτομάντιλο και άδειασα τις σφαίρες. Έλειπαν δυο. Έπειτα το καθάρισα, το δίπλωσα σε μια παλιά εφημερίδα και πήγα και το ‘ριξα σ’ ένα γραμματοκιβώτιο, καμιά δεκαριά στάσεις λεωφορείου πιο πέρα από την Πειραιώς μεριά..

Είχαν περάσει ήδη δυο-τρεις μέρες. Δεν πήρα εφημερίδα για να μην φανεί ότι ενδιαφέρομαι. Στο μεταξύ συμμάζεψα το γραφείο, δηλ. εκτός από τα έπιπλα και την γραφομηχανή, όλα τ’ άλλα τα ταχτοποίησα στον πλησιέστερο κάδο σκουπιδιών. Τώρα θα βρίσκονται σε κάποια χωματερή, ενθύμια για τις επόμενες γενιές. Κάθε τόσο έβλεπα από το παράθυρο το δρόμο. Σε δόσεις. Οι γρίλιες απ’ τις μεταλλικές περσίδες τον έκοβαν φέτες. Δεν ξέρω τι περίμενα εκεί καθισμένος και στεγνός. Ίσως ενδόμυχα να νοσταλγούσα τις φωνές στο δρόμο από την αναστάτωση που προξενούσε το πέρασμα της Κoρίνας.
Το τηλέφωνο μου έβαλε ξαφνικά τις φωνές. Ήταν ο Ελπις.
- Το ‘ξερα ότι θα σε βρω εκεί, μου ‘πε με φιλικό υφακι. Όταν σου είπα να μην φύγεις απ’την πόλη, δεν εννοούσα να μην βγαίνεις απ’το γραφείο. Αλλά για να κάθεσαι εκεί η φέσι είσαι η ανησυχείς, που σημαίνει ότι κάπου έβαλες και συ την ουρά σου.
- Κέρδισες, του ‘πα. Να περάσεις απ’ τα γραφεία της εταιρίας μας να πάρεις το δώρο σου. Κάθε μέρα έντεκα με μια.
- Κόψε τις σαχλαμάρες ρε Αμβρόσιε. Σου έχω νέα, είπε σοβαρά. Η γκόμενα ομολόγησε. Μπορεί ο νεκρός ν’ απόχτησε δυο επί πλέον κουμπότρυπες, αλλά απόχτησε κι ένα επί πλέον κουμπί. Το κρατούσε σφιχτά στο χέρι του.
Γι’ αυτό το ντεκολτέ της Κορινας ήτανε τόσο ανοιχτό, σκέφτηκα εγώ.
- Πάντως πολύ γκόμενα, αδελφέ μου, συνέχισε λιγότερο σοβαρά ο Ελπις. Εδώ στο ανακριτικό, οι συνάδελφοι χτυπούσανε στους τοίχους σαν τυφλοπόντικες. Τα λιγούρια..χα..χα..έπρεπε να ήσουν εδώ. Μεγάλη πλάκα. Αλλά τι σου τα λεω. Εσύ ούτε που την ξέρεις. Ούτε αυτή μας είπε τίποτα για σένα. Βέβαια δεν ξέρω στο δικαστήριο τι θα γίνει. Δεν βρήκαμε το όπλο του εγκλήματος. Μπορεί και να την γλιτώσει, λόγω ελλιπών ενοχοποιητικών στοιχείων. Πάντως η υπόθεση σχεδόν έκλεισε. Α, και να μην ξεχάσω. Βρήκαμε το όπλο σου. Κάποιος το έριξε σ’ ένα γραμματοκιβώτιο. Να έρθεις να το πάρεις για να υπογράψεις και την απόδειξη. Άντε τώρα σ’ αφήνω. Μπορείς να φύγεις κι απ’ τη πόλη…χα..χα.., το ‘κλεισε γελώντας.
Φτηνά την γλίτωσα, γαμώτο. Αυτό κι αν είναι κωλοφαρδία. Αλλά τι λέω ο ηλίθιος. Αυτή τα κανόνισε όλα. Ήξερε πως έτσι θα αντιδρούσα. Το κόλπο είναι πανάρχαιο κι εγώ κλασικό κορόιδο απ’ ότι φάνηκε τελικά. Έπρεπε να μάθω ποια είναι και να μην αφεθώ να πέσω σα χάνος στα καμπυλόγραμμα δίχτυα της. Αλλά αφ’ ενός όλα έγιναν πολύ γρήγορα κι αφ’ ετέρου όταν σου σερβίρουν ένα καλομαγειρεμένο μπιφτέκι σπάνια αναρωτιέσαι πριν το δοκιμάσεις από πού προέρχεται και ποιος το’ φτιαξε. Άραξα κι έβαλα τα πόδια μου πάνω στο γραφείο. Από πάνω μου στριφογύριζε ο ανεμιστήρας. Έψαξα στο συρτάρι τη Serkova που έφερε τις προάλλες ο Ελπις αλλά το μπουκάλι ήταν άδειο. Δυστυχώς δεν θυμόμουν να το ήπια όλο εγώ. Έκλεισα τα μάτια και με ονειρεύτηκα στην αγκαλιά της Κορινας. Tου παρά τρίχα θηλυκού μου Παρασκευα. Δεν βρήκα τίποτε παράξενο σ’αυτό. Το παράξενο όμως δεν ήταν τόσο ότι πίναμε ουίσκι στην κουπαστή μιας βάρκας, όσο το ότι η Κορινα χτυπούσε τα κύματα με την ουρά της.