IF MAKING MOVIES IS A CRIME, THEN CRIME IS MY BUSINESSBlogger Templates

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

Ταινίες DVD / Αστυνομικά


Ταινίες DVD / Αστυνομικά

172 DVD / Αστυνομικα κυκλοφορουν στην Ελληνικη αγορα
Μπορειτε να τα δειτε στο καταλογο του Αθηνοραματος, στο site: http://athinorama.bestprice.gr/?cat=408&priceMin=26,45&priceMax=32

Διαβάζοντας αστυνομικές ιστορίες


Δ Ο Κ Ι Μ Ι Ο
133 περιοδικό (δε)κατα χειμώνας 2008

Γιώργος Μπλάνας


Μια αστυνομική ιστορία είναι ό,τι ακριβώς λέει το όνομά της: η ιστορία ενός αστυνομι-
κού. Σαν ιστορία δεν διαφέρει από οποιαδήποτε άλλη: αφηγείται μια σειρά περιστατι-
κών με αρχή, μέση και τέλος. Το γεγονός πως ο αστυνομικός έχει να αντιμετωπίσει
πάντα μια σκοτεινή υπόθεση, δεν σημαίνει πως η υπόθεση της ιστορίας πρέπει να είναι
σκοτεινή. Άλλο πράγμα η υπόθεση που λύνει ο ήρωας και άλλο πράγμα η υπόθεση, η πλοκή
της ιστορίας. Η ιστορία γράφεται για να την καταλάβει ο αναγνώστης. Αν είναι να βουλιάξει
μέσα στα σκοτάδια, γιατί να χαλάσει την ώρα του; Η ζωή, γύρω μας, είναι πολύ πιο σκοτεινή
από την όποια σκοτεινή ιστορία. Αρκεί. Δουλειά του συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών δεν
είναι να κρύψει καλά ένα μυστικό, αλλά να το παρουσιάσει καλά. Παρουσιάζω ένα μυστικό δεν
σημαίνει το αποκαλύπτω, αλλά παρέχω με συνέπεια ό,τι συμβάλει στην αποκάλυψή του.
Μια αστυνομική ιστορία πρέπει να είναι απλή. Το θέμα της μπορεί να είναι σκοτεινό,
περίπλοκο, αλλά η ίδια πρέπει να έχει απλότητα και διαύγεια. Αν ο αναγνώστης υποψιαστεί
πως ο συγγραφέας γνωρίζει περισσότερα απ’ όσα του λέει, θα τον εγκαταλείψει. Καλά θα
κάνει. Γιατί θα πρέπει κάποιος ν’ ασχολείται μ’ έναν άνθρωπο που δεν είναι ειλικρινής; Στην
προκειμένη περίπτωση, ανειλικρίνεια σημαίνει: έλλειψη ταλέντου.
Μια αστυνομική ιστορία εξηγεί ένα μυστήριο. Δεν εξηγεί την εξήγηση ενός μυστηρί-
ου. Δεν αφηγείται την προσπάθεια του ήρωα να λύσει το μυστήριο. Βάζει τον ήρωα να το
λύσει. Απλά αυτό. Ό,τι θα έκανε, δηλαδή, ο συγγραφέας αν ήταν ντετέκτιβ. Από μιαν άποψη,
κάθε αστυνομική ιστορία είναι ένα κομμάτι μιας φανταστικής αυτοβιογραφίας. Δεν θα ήταν
παράλογο κάποιος, που θέλει να αυτοβιογραφηθεί, να μας ζαλίζει με την περιπέτεια της
προσπάθειάς του να αυτοβιογραφηθεί; Ίσως, στη διάρκεια των πρώτων χρόνων του 20ού
αιώνα, η τακτική αυτή να έλεγε κάτι καινούργιο. Σήμερα είναι παρωχημένη και πάντως
καθόλου κατάλληλη για αστυνομικές ιστορίες. Συνεπώς, ο συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών οφείλει να είναι ήδη ντετέκτιβ ή τουλάχιστον να γνωρίζει τι θα έπρεπε να κάνει αν ήταν.
Για να γράψει κανείς μιαν αστυνομική ιστορία δεν χρειάζεται μολύβι και χαρτί ή μιαν
οθόνη κι ένα πληκτρολόγιο, πριν αφηγηματολογίας θα τον μπερδέψει, με ολέθρια αποτελέσματα. Οι μεγάλοι συγγραφείς δεν
γνώριζαν τίποτε για την αφηγηματολογία. Απλά αφηγούνταν, δημιουργούσαν τα έργα που θα
γίνονταν αργότερα αντικείμενο της αφηγηματολογίας. Άρα υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να
μάθει κανείς ν’ αφηγείται: ν’ ακούει αυτό που διαβάζει, υποθέτοντας πως ο συγγραφέας είναι
το πιο ειλικρινές άτομο στον κόσμο και πως αυτά που γράφει είναι πραγματικά.
Αυτό και... να ξέρει πώς να εντοπίζει και να λύνει μυστήρια.
Η δουλειά του ντετέκτιβ δεν είναι καθόλου εύκολη ούτε ακίνδυνη. Πρέπει να ξέρει
κανείς πως δεν μπορεί να κατηγορεί τον οποιονδήποτε ούτε να χτυπάει στο κεφάλι τον κάθε
ύποπτο. Ο ντετέκτιβ είναι απλά ένας σοβαρός άνθρωπος που λύνει μυστήρια με
διακριτικότητα. Αν αρχίσει να ανακατεύει τους πάντες και τα πάντα, δεν πρόκειται να κάνει τη
δουλειά του σωστά. Ο δολοφόνος θα τον καταλάβει και θα κρυφτεί καλύτερα και οι άλλοι
γύρω του θα τον περάσουν για τρελό. Βέβαια, το δεύτερο δεν κάνει μεγάλο κακό στην
περίπτωση της λογοτεχνίας, αλλά δεν λειτουργεί στην περίπτωση της αστυνομικής
λογοτεχνίας. Μια πρωτοποριακή ιστορία θα μπορούσε ίσως να παρουσιάζει τις περιπέτειες
του θεοπάλαβου συγγραφέα της, αλλά μια αστυνομική ιστορία δεν έχει νόημα αν ο
συγγραφέας δεν μπορεί να ξεχωρίσει έναν καταθλιπτικό σερβιτόρο από έναν μανιακό
δηλητηριαστή.
Ο ντετέκτιβ δεν χρειάζεται καπέλο, γυαλιά, καμπαρτίνα. Χρειάζεται τα απαραίτητα για
την έρευνά του. Tο σώμα του: πόδια για να πηγαίνει όπου τον πηγαίνουν οι υποψίες του,
χέρια για να πιάνει ό,τι δεν βρίσκεται ήδη στις τσέπες του και αισθήσεις για να αφομοιώνει
όλες τις λεπτομέρειες.
Ο ντετέκτιβ θα πρέπει να γνωρίζει πως το κυριότερο στοιχείο για τη λύση του
μυστηρίου βρίσκεται μπροστά του, στο πιο προφανές σημείο και πως δεν το βλέπει εύκολα
ακριβώς επειδή είναι τόσο προφανές. Θα πρέπει να σκέπτεται αρκετά επικίνδυνα, ώστε να
αποσύρει το βλέμμα του από το βάθος των πραγμάτων –που είναι μια σχολαστική κατασκευή–
και να το περιφέρει στην επιφάνεια, όπου βρίσκεται η ουσία των πραγμάτων. Η μεγαλύτερη
παγίδα είναι να νομίσει πως ο κόσμος αρχίζει από την αρχή και τελειώνει στο τέλος. Ο
κόσμος είναι κάθε φορά αυτό που απλώνεται γύρω στο άτομο. Το βάθος του βρίσκεται
μερικά χιλιοστά από την επιφάνεια του σώματος του ατόμου –είναι αυτό που όλοι μας
θεωρούμε «επιφάνεια», δηλαδή– και η επιφάνειά του εκτείνεται στο άπειρο, άσχετα αν εμείς
την ονομάζουμε «βάθος». Γι’αυτό άλλωστε την αστυνομική λογοτεχνία την επινόησε ένας
ποιητής, ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Δεν υπάρχει καλύτερο εγχειρίδιο για ντετέκτιβ από το κείμενο
Η Φιλοσοφία της Σύνθεσης, στο οποίο ο ποιητής εξηγεί πώς έγραψε το Κοράκι. Επιπλέον, η
ανάγνωση του έργου Είναι και Χρόνος του φιλοσόφου Μάρτιν Χάιντεγκερ έχει να προσφέρει σ’
έναν ντετέκτιβ πολύ περισσότερα από δεκάδες μέτριες αστυνομικές ιστορίες, αρκεί να το
διαβάσει σαν αστυνομική ιστορία: ο φιλόσοφος σκαρφίζεται εξαιρετικές μεθόδους για να
προσπελάσει την απάθεια της πραγματικότητας και να την ξεμπροστιάσει. Στην
πραγματικότητα, λέει πως για να μάθει κανείς τι κρύβουν τα πράγματα δεν έχει παρά να
ρωτήσει τα ίδια τα πράγματα και μάλιστα να τα πιάσει στα πράσα, την ώρα που παριστάνουν
τα αδιάφορα. Μεγάλο σχολείο είναι και Ο Λόγος Περί της Μεθόδου του Ρενέ Ντεκάρτ. Ο
φιλόσοφος προσπαθεί με προσεκτικά λογικά βήματα να ξεχωρίσει το όνειρο από την
πραγματικότητα, την ψευδαίσθηση από την αίσθηση. Η πρόταση «Σκέπτομαι άρα Υπάρχω»
–που δεν σημαίνει παρά: «Ο μοναδικός τρόπος για να εμπιστευθώ τη σκέψη μου είναι να
προϋποθέσω πως είμαι πραγματικός, όπως και τα πράγματα γύρω μου»– είναι αυτό που
δίνει στον Σέρλκοκ Χολμς τη δύναμη για να λύνει μυστήρια. Ας μην ξεχνάμε πως είναι
κοκαϊνομανής, με ιδιαίτερη τάση προς τις ψευδαισθήσεις. Ο μοναδικός τρόπος για να
βεβαιώνει την ύπαρξή του είναι να εμπιστεύεται τη σκέψη του. Ο σπουδαίος Φίλιπ Ντικ
ξανάγραψε τον Λόγο περί της Μεθόδου στο αριστούργημά του Μπορούν τα Ανδροειδή να
Ονειρευτούν ένα Ηλεκτρικό Πρόβατο; Εκεί, ο ντετέκτιβ Ρικ Ντέγκαρντ (Ρενέ Ντεκάρ,
ασφαλώς) πρέπει να βρει έναν τρόπο για να ξεχωρίσει τους πραγματικούς από τους
τεχνητούς ανθρώπους. Δεν τον βρίσκει, γιατί δεν έχει τη δύναμη να κοιτάξει μπροστά του,
το πιο κοντινό του πλάσμα, τη γυναίκα που αγαπά. Αν το έκανε, θα καταλάβαινε πως δεν
υπάρχει τρόπος, πως ο άνθρωπος είναι μια κατασκευή του ανθρώπου. Όλα αυτά είναι πολύ
πιο χρήσιμα από όλα τα εγχειρίδια ανακριτικής και εγκληματολογίας και αστυνομικής
έρευνας, που στο κάτω κάτω περιέχουν αξιόλογες γνώσεις τις οποίες μπορεί να αφομοιώσει
κανείς εύκολα.
Η ψυχολογία (ατομική και κοινωνική), η κοινωνιολογία (των ομάδων, των θεσμών
κ.λπ.), η σημειολογία, η επικοινωνιολογία και όλες οι ...λογίες, που με τόσο κόπο κατέκτησε
το ανθρώπινο πνεύμα έχουν να προσφέρουν στον ντετέκτιβ χίλιες δυο χρήσιμες
πληροφορίες, αλλά τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την πείρα και τη φαντασία του.
Πείρα: Αν δεν έχεις δει μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας θυμωμένος άνθρωπος,
δεν μπορείς να είσαι ποτέ βέβαιος για την αθωότητα οποιουδήποτε. Ο Ηρακλής Πουαρό
θεωρεί πάντα τους πάντες αθώους ή ένοχους. Αν νομίζεις πως η δουλειά του ντετέκτιβ είναι
τόσο εύκολη, ώστε τα στοιχεία να πέφτουν σαν ώριμα μήλα κάτω από τη μηλιά, τότε δεν
έχεις πείρα. Ο Μακ Μπαίην, στο Τσιμπούρι του, δείχνει πώς είναι δυνατόν να λύσει ένας
ντετέκτιβ ένα μεγάλο μυστήριο εντελώς κατασκευασμένο από ληστές. Όσο αυτός λύνει το
πρόβλημα μιας υποτιθέμενης δολοφονίας, εκείνοι ξαφρίζουν μια τράπεζα.
Φαντασία: Ο Αϊνστάιν είχε διαπιστώσει τα προβλήματα που δημιουργούσαν οι
έννοιες του χώρου και του χρόνου στη Φυσική, αλλά δεν προχώρησε στη θεωρία της
σχετικότητας πριν «φανταστεί» πώς μπορεί να ειδωθούν από την πλευρά του παρατηρητή.
Στην πραγματικότητα φαντάστηκε πως αυτός ήταν το κέντρο του σύμπαντος! Σημασία έχει
πως έκανε καλή δουλειά, αλλά η πρώτη σπίθα αυτής της δουλειάς οφειλόταν στη φαντασία
του.
Και όταν λέμε φαντασία εννοούμε τη διανοητική ικανότητα να συνδυάζουμε
πράγματα που μοιάζουν πολύ διαφορετικά. Έχει πολύ μεγάλη σημασία το γεγονός πως στην
πρώτη πρώτη αστυνομική ιστορία, Οι Φόνοι της Οδού Μοργκ –του Πόε– ο ντετέκτιβ
Αύγουστος Ντυπέν εντοπίζει το δολοφόνο χάρη στη φαντασία του. Παρατηρεί πως η
δύναμη του δράστη δεν είναι καθόλου ανθρώπινη και μαζεύει τις πρόσφατες εφημερίδες
προκειμένου να βρει κάτι, έστω φαινομενικά εντελώς άσχετο, για να το συσχετίσει με την
υπόθεση που ερευνά. Εμπιστεύεται την φαντασία του και εντοπίζει τον πίθηκο που έκανε
άθελά του τους φόνους.
Ο συγγραφέας μιας αστυνομικής ιστορίας, λοιπόν, πρέπει να διαθέτει το
ταμπεραμέντο, την πείρα, την φαντασία, τις γνώσεις ενός ντετέκτιβ. Αλλά η αστυνομική
ιστορία δεν είναι ένα από τα μυστήρια που οφείλει να λύσει. Η αστυνομική ιστορία είναι η
ιστορία που θα έλεγε στα εγγόνια του, μια νύχτα πλάι στη φωτιά. Το δυσκολότερο είναι να
καταφέρεις δυο τρεις μικρούς δαίμονες να μείνουν ακίνητοι για μερικά λεπτά.

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

βιβλιο 1ο ‘‘Το έγκλημα δεν είναι ρουτίνα’’ (11 ιστοριες)

ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΣΑΚΑΔΑΣ σε πρώτο πρόσωπο
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΡΕΥΝΩΝ - ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΧΕΜΥΘΕIA


Ο Αμβρόσιος Σακάδας είναι ένα χαμένο κορμί. Ένας καθυστερημένος του ’68. Ένας ανώριμος σαρανταπεντάρης. Δεν στερείται σπουδών ούτε γνώσεων. Αγαπάει το διάβασμα κι έχει γνώμη σχεδόν για τα πάντα. Δεν επιδιώκει την επωνυμία. Την θεωρεί πηγή μπελάδων. Δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα που τον περιβάλει παρά μόνο σαν μια σύμβαση. Σαν μια σειρά από εικόνες και λεκτικά τερτίπια. Η ζωή γι’ αυτόν είναι μια χειρονομία, ένα παιχνίδι όπου δεν τον ενοχλεί συνεχώς να χάνει. Το μεγάλο ελάττωμα του όμως είναι η τεμπελιά. Ο Αμβρόσιος Σακάδας βαριέται. Η κλασική του παιδεία τον βοήθησε να διαπιστώσει ότι η εργασία ουδέποτε υπήρξε μια ελληνική αρετή, γιατί ποτέ δεν καταγράφεται ως τέτοια στα αρχαία κείμενα. Γι’ αυτό δεν κάνει τίποτα για να αλλάξει τη δική του πραγματικότητα. Θεωρεί ότι οι επιθυμίες, οι φαντασιώσεις και τα διάφορα κορόιδα που κυκλοφορούν ανάμεσα μας έλκουν τις αλλαγές και την εκπλήρωση τους πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ότι αν ξόδευε τις δυνάμεις του και κουραζόταν. Έτσι κάθεται και περιμένει. Αντιδρά μόνο σ’ένα πρωτογενές επίπεδο επιβίωσης κάνοντας περιστασιακά διάφορες δουλειές του ποδαριού. Η λιτή ζωή του στηρίζεται στα απολύτως αναγκαία: φαγητό, ύπνο, έρωτα, αλκοόλ και φυγή. Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν απλά την κοπανάει για κάπου αλλού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένας σύγχρονος φυγάδας η πιο σωστά ένας αναχωρητής που αντί να διαλέξει την έρημο επιλέγει συνεχώς μια πολύβουη πόλη. Άλλωστε στην έρημο θα ήταν από δύσκολο ως απίθανο να κάνει τον ντετέκτιβ. Θα ήταν επίσης δύσκολο να βρει κορόιδα και αλκοόλ. Και το χειρότερο, θα’πρεπε να προσεύχεται.

προσοχη:
Οι ιστορίες αυτές είναι αποτέλεσμα τυχαίων λαθών και μοιραίων συμπτώσεων. Οι χώροι, τα γεγονότα και τα πρόσωπα (εκτός από τον συγγραφέα) είναι φανταστικά. Οποιαδήποτε ομοιότητα η σχέση με την πραγματικότητα είναι απλά συμπτωματική..

ιστορια 1η: ΠΑΡΤΙ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ

Αν τα οικονομικά σου είναι καλά μπορείς να έχεις τη σπιταρόνα σου και τη γραφειαρα σου. Αν όμως τα οικονομικά σου γλύφουν το πεζοδρόμιο τότε ένας μίζερος χώρος 50 τετραγωνικών με δυο δωμάτια, κουζίνα- μπάνιο, για σπίτι και γραφείο μαζί, -που στο εξής θα αποκαλούμε για συντομία ‘’γραφείο’’- σε κατατάσσουν επίσης στους τυχερούς αυτού του κόσμου γιατί ασφαλώς υπάρχουν και χειρότερα. Το μεσημέρι είχα πάρει την άδεια του ντετέκτιβ από τον υπαστυνόμο Ελπι, - και για να μην ξεχνιόμαστε, το Ελπις μας προκύπτει από το Ελπιδοφόρος- ένα λυκόσκυλο της τοπικής ασφάλειας που μου έδειξε παρ’ όλα αυτά λίγη συμπάθεια κι όταν είσαι καινούργιος και μόνος στη πόλη οποιαδήποτε προσφορά ακόμα κι αν προέρχεται από τον ίδιο τον κόμη Δράκουλα γίνεται ανάρπαστη. Το γιόρτασα με μια πολυέξοδη για μένα επίσκεψη στον ιππόδρομο -έχασα κάτι λίγες οικονομίες που μου βάραιναν την τσέπη και την συνείδηση, δηλ. σχεδόν ότι είχα και δεν είχα- και μετά με μια μπαροτσαρκα μέχρι που νύχτωσε για τα καλά. Είχα βλέπετε και τα γενέθλια μου. Πάρκαρα την αυτοκινητάρα μου, μάρκας πανάρχαιου Honda civic του ’75 στα 1300 κυβικά, στο διπλανό εγκαταλελειμμένο οικόπεδο και ανέβηκα τους εφτά ορόφους για το γραφείο μου με τα πόδια μια και το ασανσέρ γιόρταζε για πέμπτη μέρα αυτό το μήνα την ιστορική επέτειο του ΟΧΙ. Καμάρωσα για λίγο τη φρεσκοβαμμένη είσοδο που έμοιαζε με ρήγμα περισσότερο παρά με πόρτα και προσπάθησα να τη φανταστώ στολισμένη με την ταμπέλα -μαύρα γράμματα σε ματ επιφάνεια αλουμινίου- ‘’Αμβρόσιος Σακάδας, Γραφείο Ερευνών’’. Ο ιδρώτας έσταζε μέχρι τα παπούτσια μου- εφτά πατώματα για κάποιον που δεν διεκδικεί ορειβατικό ρεκόρ είναι όπως και να το κάνουμε λίγο κουραστικό- όταν η κύστη μου μου υπενθύμισε ότι δυο πόρτες έχει η ζωή. Άνοιξα την δεύτερη και μπήκα. Η μπανιέρα μου ήταν γεμάτη νερό και μέσα έπλεε μια ολόγυμνη γκόμενα με δυο χαμόγελα. Το δεύτερο στην καρωτίδα απ’ όπου ξεπηδούσε με μια νωχελική διάθεση το αίμα και τα έβαφε όλα ροζ. Το βρήκα παράλογο. Ποιος θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο και γιατί; Πάντως όχι η εταιρία υδρεύσεως.
Ξέχασα γιατί μπήκα στη τουαλέτα. Γύρισα στο χώρο του γραφείου και αισθάνθηκα ότι κάτι έπρεπε να πιω. Αυτό το κάτι ήταν μια βότκα. Τσίμπησα το μοναδικό μπουκάλι που βρήκα και γέμισα ένα ολόκληρο ποτήρι. Δεν ήταν το πρώτο της ημέρας και κάτι μου ‘λεγε ότι δεν θα ‘ταν ούτε το τελευταίο. Τις ξέρω κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Δε φτάνει ούτε ένα ολόκληρο μπουκάλι. Το ήπια σχεδόν μονορούφι και πιστέψτε με, πως μόνο και μόνο επειδή εξακολουθούσα να μην καταλαβαίνω τι μου συμβαίνει, το ξαναγέμισα αμέσως. Πριν προλάβω να το στείλω παρέα στο προηγούμενο, ακούστηκε ένας παράφωνος ήχος. Η βότκα -το μπουκάλι δηλ.- είχε ζωγραφισμένο πάνω του ένα ασπρόμαυρο πορτραίτο και από κάτω έγραφε ‘’Chopin’’ Polish Vodka. Ο ήχος όμως προερχόταν απ’ την πόρτα και ήταν ήχος κουδουνιού. Κακόφωνος ήχος κουδουνιού. Στο μέλλον, αν μετά απ’ αυτό που μου συνέβαινε υπήρχε μέλλον, θα προτιμούσα να μου χτυπούν τη πόρτα με το χέρι. Όχι όμως τόσο δυνατά. Μα τι στο διάολο. Κάποιος βάλθηκε να μου σπάσει την πόρτα. Ίσα που πρόλαβα ν’ ανοίξω, ενώ με μια ανάποδη κλωτσιά έσπρωξα πίσω μου να κλείσει την πόρτα του μπάνιου.
- Περιμένεις επισκέψεις; με ρώτησε ο υπαστυνόμος Έλπις καθως λαχανιασμενος αναζητούσε με το βλέμμα του ένα μέρος να καθίσει.
- Την εταιρία υδρεύσεως, απάντησα κοφτά κι του ‘κανα τόπο να περάσει. Σε τι οφείλω αυτό το ξαφνικό νυχτερινό ενδιαφέρον;
- Χρειάζεται ένταλμα για να μου προσφέρεις ένα ποτό; μου αντιγύρισε χαριτωμένα καθως ξάπλωνε σχεδόν στον καναπέ μου.
- Απ’ όλα τα μπαρ της γειτονιάς το σπίτι μου διάλεξες για να πιεις;
- Τα γύρισα όλα. 35 λεπτά σε περιμένω. Άλλωστε το δικό σου ποτό είναι νοστιμότερο, γιατί είναι κερασμένο.
- Δεν σας πληρώνουν καλά στο σώμα η η τράκα είναι η δίδυμη αδελφή σου; τον ειρωνεύτηκα.
Δεν απάντησε κι επωφελήθηκα να αδειάσω και το δεύτερο. Ύστερα έβαλα ένα ακόμα διπλό για μένα κι ένα απλό για τον Έλπι.
- Επειδή είσαι υπηρεσία, είπα χαριτωμένα καθως του το έδινα.
Ρούφηξε τη βότκα σα νερό.
- Και βέβαια είμαι υπηρεσία, είπε. Βαλε ένα δεύτερο σε παρακαλώ. Μην το λυπηθείς.
- Τι σοι αστυνομικός είσαι εσύ που περιδρομιάζεις έτσι τη βότκα μου, παρατήρησα. Μοιάζει να ήρθες απ’ την έρημο.
- Απ’ την έρημο ήρθα, απάντησε και μου άρπαξε το ποτήρι απ’ τα χέρια. Εσύ και το γραφείο σου είστε μια όαση στη ρουτινιάρικη ζωή μου.
Γέλασε με το αστειάκι.
- Δεν το ‘πιασα αυτό, δήλωσα.
- Ξέρεις Αμβρόσιε ότι οι τοίχοι έχουν αυτιά και οι γείτονες τηλέφωνα; Ε! λοιπόν μας πήραν τηλέφωνο πριν από 40 λεπτά για να μας πουν ότι…. Μπορώ να ρίξω μια ματιά;
- Μα φυσικά . Σα στο σπίτι σου. Εκτός απ’ το μπάνιο…Εκεί……, έκανα παύση και του ‘κλεισα το μάτι, υπάρχει μια κυρία που δεν νομίζω όμως ότι θα’ πρεπε να ενοχλήσουμε.
- Περίεργο, είπε ο Ελπις. Χτύπησα πριν 15 λεπτά δεν μου άνοιξε κανείς. Και τώρα πριν ανέβω ο θυρωρός μου είπε ότι γύρισες μόνος.
- Δεν ξέρω πως τη βρίσκεις εσύ αλλά εγώ φροντίζω να’μαι διακριτικός και να μην κάνω βούκινο σ’ όλη τη γειτονιά με ποιον είμαι και τι κάνω στο σπίτι μου….. Ανέβηκε από τη σκάλα υπηρεσίας.
Μου έριξε ένα βλέμμα του τύπου… ,άσε καλύτερα.
- Βαλε ακόμη ένα σε παρακαλώ, μου είπε και μόλις γύρισα πετάχτηκε κι άνοιξε την πόρτα του μπάνιου.
Γέμισα με το πάσο το ποτήρι του για να του δώσω χρόνο ν’ απολαύσει το θέαμα. Εγώ δεν ήθελα να πιω άλλο. Ο Chopin στο κεφάλι μου άρχισε ήδη να βαράει στο πιάνο την nocturne νούμερο 3 σε Αλεγκρετο.
- Αυτή την κυρία εννοείς; μου φώναξε από μέσα.
- Ναι, γιατί; Δεν σου γεμίζει το μάτι; του είπα από κοντά.
- Δεν σχολιάζω αν ήταν η όχι καλή γκόμενα, αν αυτό εννοείς. Υπάρχουν μερικοί στη πόλη αυτή που θα μπορούσαν να έχουν κάποια γνώμη γι’ αυτό. Είμαι σίγουρος. Αναρωτιέμαι απλώς πως βρέθηκε εδώ, γιατί και πότε…, συμπλήρωσε. Η πληγή τρέχει σχεδόν ακόμα. Την ξέρεις;
- Εσύ τι λες, απάντησα και του πρότεινα το ποτήρι με τη βότκα.
- Ήμουν έτοιμος να καλέσω ταξί.
- Μην σκοτίζεσαι Αμβρόσιε, θα της βρούμε εμείς μεταφορικό μέσο. Όσο για σένα αρκεί να σου πω ότι….. είσαι ένας μαλάκας και μισός.
Έκανε μια κίνηση να πάρει το νερό που καιει αλλά μετάνιωσε.
- Άσε, είπε. Ήπια ήδη πολύ και η αλήθεια είναι ότι δεν τα περίμενα τόσο άσχημα τα πράγματα. Άλλωστε σε λίγο το σπίτι θα γεμίσει με καλεσμένους. Εσύ όμως μπορείς να πιεις όσο θέλεις. Θα σε βοηθήσει να μας δώσεις κάποιες εξηγήσεις. Γενέθλια δεν είπες ότι έχεις;
- Δεν είπα. Είπα;…… απόρησα εγώ. Στον ιππόδρομο ήμουν όλο το απόγευμα κι ύστερα έκανα μια μπαροτσαρκα στο Κολωνάκι.
- Άρα έχεις άλλοθι, Αμβρόσιε. Γιατί όμως έχεις άλλοθι τώρα, ειδικά τώρα; Μήπως γνώριζες ότι θα το χρειαστείς; Αυτό σε κάνει ακόμα πιο ύποπτο. Δεν το ξέρεις, κι απ’ τα κωλοβιβλία που σου αρέσει να διαβάζεις, πως οι αθώοι συνήθως δεν έχουν άλλοθι;
Ήπια τη βότκα απ’ το ποτήρι του Έλπι και κάθισα στον καναπέ μου αμίλητος. Μα την αλήθεια κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά.
- Κόψε τη πλάκα, είπα τσατισμένος.
Ο Ελπις κάθισε στο γραφείο μου και πήρε τηλέφωνο στο τμήμα.
- Ρένο εσύ;…Πάρε τα παιδιά κι ελάτε Σόλωνος 45, στον 7ο, γραφείο 74….Γιατί;….Για το πάρτι….Ποιο πάρτι;…To πάρτι γενεθλίων που μοιάζει περισσότερο με πάρτι αποχαιρετισμού…Θα πάρει σύνταξη κι εφάπαξ ένας εξυπνάκιας. Να του κρατήσουμε κι ένα μονόκλινο στο ευαγές…. Καλά είναι στον Κορυδαλλό… ότι πρέπει….Γιατί μονόκλινο;….Τον εγκατέλειψε η κυρά του και μαζί μ’ αυτήν έχασε και την τύχη του.
Δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά κι οι καλεσμένοι έφτασαν όλοι εδώ. Έφτιαχναν καφέδες και κάπνιζαν σαν να μην τρέχει τίποτα. Κατά ένα περίεργο τρόπο κανείς δεν ασχολιότανε μαζί μου αλλά ολονων η προσοχή ήταν στραμμένη στην κυρία της μπανιέρας λες κι ήταν αυτή η οικοδέσποινα. Ήταν όλοι τους πολύ ευγενικοί με ότι την αφορούσε: Αποτυπώματα, νύχια, κορώνες, θέση, θερμοκρασία και φωτογραφίες. Ο μόνος που με καταδέχτηκε ήταν ο Ελπις που μου ‘λεγε κάτι ιστορίες για ένα έξυπνο πουλί που πιάστηκε απ’ τη μύτη κι εγώ υποτίθεται ότι θα ‘πρεπε να καταλάβω ότι όλοι είναι καλοί μέχρι της αποδείξεως του εναντίου κι άλλα τέτοια. Ευτυχώς που μπορούσα να πίνω. Φυσικά όσο κι αν έψαξαν δεν βρήκαν πουθενά τα ρούχα της γκόμενας ώσπου βαρέθηκαν και ξεκουμπίστηκαν. Δυο νοσοκόμοι συνόδεψαν την κυρία σε λευκή συσκευασία δώρου στο κινητό ψυγείο- ασθενοφόρο, κι εγώ έμεινα πάλι μόνος. Η ώρα ήταν 4ρεις το πρωί. Ο μάγκας που οργάνωσε το κόλπο μπορει να μην κατάφερε να με κάνει να χάσω το κέφι μου αλλά κατάφερε να με κάνει να χάσω τον ύπνο μου.

Ο Chopin κοπανούσε ένα ξεκούρδιστο πιάνο όταν ήταν 5 χρονών, και ο ήχος έσκιζε καυτός το μυαλό μου όταν άνοιξα τα μάτια μου. Δυσκολεύτηκα να βρω το τηλέφωνο.
- Ναι….
- Ελπίζω να μην σε ξύπνησα. Ο Ελπις είμαι. Έρχομαι.
Το έκλεισα και προσπάθησα να κάνω μια ανακεφαλαίωση. Η γκόμενα ήλπιζα να ήταν όνειρο. Αυτό το χάος όμως ήταν σίγουρα το γραφείο μου. Υπήρχαν ποτήρια και τασάκια παντού. Μέχρι και γόπες στο πάτωμα. Τα ζώα του εγκληματολογικού πετούσαν τα τσιγάρα στο πάτωμα. Τεκέ το ‘καναν το γραφείο μου. Ευτυχώς που δεν έβαλα μοκέτα. Σηκώθηκα με κόπο. Η ώρα ήταν εννέα. Πέντε ώρες ύπνος δεν είναι αρκετές μετά από ένα γενέθλιο surprise- party. Σε κάτι τέτοιες ώρες είναι που συνειδητοποιείς ότι τίποτα δεν παει καλά και ότι ο πληθωρισμός που ξεπερνάει το 12% είναι το μικρότερο απ’ όλα τα κακά. Έκλεισα τα 47, αλλά απ’ ότι φαίνεται όχι και πολύ αισίως. Μετά από διάφορες περιπλανήσεις που κράτησαν είκοσι και πλέον χρόνια σε τόπους και επαγγέλματα αποφάσισα να γυρίσω στην πόλη που γεννήθηκα. Η Μαρία μια 28αρα ζουμερή κομμώτρια με ανοιχτό ξανθό μαλλί, βαμμένο ακόμα πιο ξανθό, ανέλαβε να με βοηθήσει να προσαρμοστώ πιο εύκολα. Την γοήτευαν αφ’ ενός οι ακαδημαϊκές μου γνώσεις – υπόλειμμα σπουδών στο εξωτερικό την δεκαετία του ’70, όταν ήθελα να γίνω ψυχίατρος και μετά κοινωνιολόγος και μετά αρχιτέκτονας- και αφ’ ετέρου το βίτσιο μου να κάνω έρωτα ντυμένος σε δημόσιους και ημιδημόσιους χώρους. Κι όπου δεν μας επέτρεπε ο χώρος, αναλάμβανε η ίδια να μου κάνει – κάτω απ’ το τραπέζι, στην τουαλέτα, στα τελευταία καθίσματα των κιν/φων η πίσω από το ασανσέρ κάποιας πολυκατοικίας- αυτό που αυτή ονόμαζε safe sex κι εγώ ‘’ξυπνάει μέσα μας τον πολιτισμό’’. Ο υπαστυνόμος Ελπις απ’ την άλλη, παλιός συμμαθητής απ’ το γυμνάσιο, ξέροντας την αγάπη μου για τα αστυνομικά μυθιστορήματα, μου’ βαλε την ιδέα να γίνω ιδιωτικός ντετέκτιβ. Όλα αυτά τριγύριζαν στο κεφάλι μου που βούιζε σαν τραίνο σε σκουριασμένη ράγα. Έριξα μια ματιά απ’ το παράθυρο. Κάποια κωλόπαιδα έγραψαν σ’ένα εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό μια μεγάλη αλήθεια.
‘’Αν η μαλακία ήταν εργόχειρο θα είχαμε κάνει την προίκα μας.’’
Σύρθηκα μέχρι το μπάνιο. Τα αίματα είχαν ξεραθεί. Δεν έκαναν καν τον κόπο να ρίξουν λίγο νερό στη μπανιέρα να τα ξεπλύνουν, τα καθάρματα. Σε δέκα λεπτά χτύπησε η πόρτα. Άνοιξα. Ο Ελπις είχε τα κέφια του. Με κοίταξε πάλι από πάνω μέχρι κάτω σαν να μην…άσε καλύτερα και μου το’ριξε δήθεν σαν απορία.
- Μπουγάδα έχεις;
- Ας πούμε ναι, του αντιγύρισα. Λέγε γρήγορα για να προλάβω και το κομμωτήριο.
- Στο ‘λεγα εγώ, συνέχισε γελώντας. Τέτοιο καλό παιδί και να μην βρίσκεις μια σωστή γυναίκα να νοικοκυρεύεις…..Όλο με κάτι πτώματα πας και μπλέκεσαι.
- Άκουσε να σου πω …
- Ξέρω , ξέρω, με διέκοψε. Χθες σε είδαν πολλά μάτια. Μέχρι κι ο αρχιφύλακας ο Μήτσου. Αυτός ήταν ο λόγος που κοιμήθηκες στο σπίτι σου κι όχι στο φρέσκο…..Χάσατε και οι δυο σ’ εκείνο το ψωφάλογο ‘’Θύελλα του Φαλήρου’’. Και μόνο τ’ όνομα είναι εντελώς γελοίο. …..Μα δε μου λες, που βρίσκει ο Μήτσου τα λεφτά να παίζει στον ιππόδρομο;
- Που θες να ξέρω. Μπορεί να τα βρίσκει στο Tide η να’χει μετοχές στο νεκροτομείο.
- Βότκα έχει; άλλαξε την συζήτηση.
- Χτες τα στεγνώσατε όλα. Ακόμα και το σαμπουάν μου ήπιατε. Αν θέλεις λίγο Ajax όμως ευχαρίστως. Μα αν είναι να’ρχεσαι να περιδρομιάζεις στο σπίτι μου φέρε και καμιά περισσευούμενη άδεια για μπαρ.
- Καλή ιδέα, είπε. Προσαρμόζεσαι. Γιατί έτσι όπως μπλέκεσαι την άλλη άδεια, του ντετέκτιβ, θα τη χάσεις κι ακόμα δεν την βγάλαμε
- Χέστηκα, είπα ξερά. Σαν μπάρμαν θα’χω τουλάχιστον να πίνω.
Κάθισε. Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε με το πάσο του. Τσακίστηκα να του φέρω ένα τασάκι πριν αρχίσει να ρίχνει τα’ αποτσίγαρα στο πάτωμα. Τράβηξε μια μεγάλη ρουφηξιά και φύσηξε δαχτυλίδια καπνού από το στόμα του.
- Αμβρόσιε, μου είπε αργά, ακροβατείς. Η γκόμενα ήτανε η τέως του…
- Ξέρω, τον διέκοψα ξερά.
- Το ξέρω ότι ξέρεις και ότι απ’ την αρχή το ήξερες η εν πάση περιπτώσει εκεί κοντά. Ο τύπος δεν παίζεται. Σήμερα το πρωί τον ανακρίναμε αλλά δεν αποδείξαμε τίποτα. Χτες όλο το βράδυ έπαιζε χαρτιά με δυο δημοτικούς συμβούλους. Το αντιλαμβάνεσαι;
- Παρακάτω, είπα εγώ.
- Αμβρόσιε δεν έχει παρακάτω. Πρέπει να μεγαλώσεις. Ο τύπος σου ’στειλε ένα μήνυμα. Δεν ξέρω τι σημαίνει αλλά δεν είναι δύσκολο και να υποθέσω. Αν δεν είχες πάρει την άδεια του ντετέκτιβ ίσως να ήσουν εσύ στη θέση της. Ίσως πάλι και όχι. Πρόκειται για διεστραμμένο κάθαρμα. Που θα μου παει; Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος…
- Αν προλάβει, πρόσθεσα εγώ.
- Ακριβώς Αμβρόσιε. Αν προλάβει ήθελα να σου πω κι εγώ.
Σηκώθηκε. Ήταν πολύ σοβαρός. Σκεφτόταν προφανώς να πει κάτι ακόμα αλλά δεν είπε.
Πλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Έκανε ένα μορφασμό. Δεν ξέρω αν διάβασε το γκράφιτι στον απέναντι τοίχο η αν είδε κάτι άλλο, αλλά έκανε μεταβολή και έφυγε. Ούτε που πρόλαβα να του πω πως ο πατέρας των γκράφιτι ήταν ο Αρχύτας ο πυθαγόρειος τον 5ο αιώνα π.Χ. o οποίος μάλιστα κατά την διάρκεια μιας συνομιλίας του με κάποιον διαφωνούντα συνάδελφο του πήγε στον τοίχο κι έγραψε κάτι που δεν θεωρούσε καθόλου ευπρεπές να του πει. Η πόρτα βρόντηξε πίσω του. Ο ήχος διέσχισε το δωμάτιο και σφηνώθηκε στο κεφάλι μου. Ζαλιζόμουν αλλά δεν ήθελα να την πέσω. Έτσι κι αλλιώς ήξερα τι θα ονειρευτώ. Την Μαρία να μου κάνει υγρό περμανάντ στις ψωλότριχες με το στόμα της κι εγώ να ψάχνω με την γλώσσα μου το σημείο G η κάποιο άλλο σημείο. Λίγο ενδιαφέρει.
Τελικά αποφάσισα να ολοκληρώσω την καθαριότητα.

ιστορια 2η: H Γ P A Φ O M H X A N H

O ιδιωτικός ντετέκτιβ είναι ένα πρόσωπο ολιγαρκές. Aπό ανάγκη. Mπορεί να έχει και όνειρα αλλά τελικά δεν είναι παρά ένα χαμένο κορμί κατά το ελληνικότερο ή ένας looser κατά το αμερικανικότερο. Tο να απαιτεί , λοιπόν, να απολαμβάνει στο μίζερο γραφείο του το κομφόρ μιας γραφομηχανής δεν είναι δα και καμιά τεράστια φιλοδοξία, ακόμα κι αν δεν έχει την ικανότητα να συντηρεί μια γραμματέα, ούτε με μειωμένο ωράριο εργασίας.
Aυτός είναι ο απλός λόγος που στις οχτώ το πρωί βρέθηκα να πίνω παγωμένη Smirnoff στην Πλατεία Aβησσυνίας, δίπλα σ’ ένα μαγαζάκι, παλιατζίδικο δηλαδή, με μια βιτρίνα όπου συνωθούνταν αυτάρεσκα διάφορες παλιές γραφομηχανές. Βέβαια, δεν με οδήγησαν εδώ μόνον τα ισχνά οικονομικά μου ή λόγοι αισθητικής, αλλά κυρίως λόγοι σκοπιμότητας. Mια παλιά γραφομηχανή θα υπογραμμίζει καλύτερα την μακρόχρονη πείρα μου στο επάγγελμα. Θα τονίζει το στοιχείο παράδοση. Aκριβώς όπως και σε εκείνη τη διαφήμιση όπου μια γκόμενα κυκλοφορεί σ' ένα παλιατζίδικο μ' ένα φλιτζάνι που αχνίζει στο χέρι και στο τέλος, σου πετάει το σλόγκαν:
''Λουμίδης, με παράδοση στον καφέ''.
Eν πάση περιπτώσει. Δεν έχω άλλο χρόνο για φλυαρίες. Tο μαγαζάκι άνοιξε κι ένας μοχθηρός τυπάκος, σαν βυζαντινό σίγμα, άρχισε να ξεσκονίζει την παλιατζούρα του.
- Aν είναι να μου την χρεώσεις φτηνότερα, δέχομαι να την πάρω και σκονισμένη, του πέταξα.
- Kι άλλος εξυπνάκιας, μουρμούρισε συνοφρυωμένος. Ωραία που αρχίζει η μέρα μου! Kι ακόμα δεν είναι ούτε 12 το πρωί....
- Tο μεσημέρι, τον διόρθωσα.
- Tί γουστάρει ο κύριος;
- Tη Pέμιγκτον του λέω. Aυτή εκεί την αρχαία Pέμιγκτον. Δουλεύει;
- Aν δουλεύει; αναρωτήθηκε και με κοίταξε για πρώτη φορά.
- Mε δουλεύεις; Mόλις αναφέρθηκες σ' ένα αριστούργημα. Σ' ένα εμπνευσμένο επίτευγμα απ' αυτά που κάνουν την ανθρωπότητα να μην αισθάνεται υπαρξιακό κόμπλεξ κατωτερότητας. Θά 'πρεπε νάνε σε μουσείο κανονικά, κατέληξε με στόμφο.
- Aυτό ακριβώς φοβάμαι κι εγώ, του είπα. Γραφομηχανή θέλω. Που να δουλεύει. Δεν είμαι ούτε συλλέκτης έργων τέχνης ούτε αρχαιοκάπηλος.
- Mε μια τέτοια αγορά κύριος, είναι σα να χτυπάς δύο τρυγόνια μ'ένα σμπάρο. Πες μου κάτι να γράψω. Eκτός αν θέλεις να δοκιμάσεις μόνος σου.
- Kαι πόσο τιμάται; ρώτησα καχύποπτα.
- Για σένα; Tριάντα χιλιάδες. Aλλά για σένα, ε;
- Eίσαι η έκπληξη της ημέρας. Πολύ γενναιόδωρος. Σκέψου και να μην με ήξερες, είπα κι έκανα το γνωστό κόλπο ότι φεύγω.
Mε ξαναφώναξε
- E! Kύριος. Δώσε είκοσι και χάρισμά σου. Aλλά να ξέρεις. Μπαίνω μέσα.
- Δεν αμφιβάλω καθόλου, του απάντησα κι έβγαλα ένα μάτσο πεντακοσάρικα απ'την τσέπη μου. Tου τα κούνησα στη μύτη. Σου δίνω τριάντα πράσινα. Σήμερα μόνο αυτά διαθέτω.
- Τότε καλύτερα έλα αύριο, μου απάντησε ψυχρά. Ανοιχτά είμαστε κι αύριο.
- Νομίζω ότι αν φύγω τώρα δεν θα ξανάρθω ποτέ, του είπα κι εγώ εξίσου ψυχρά.
Ο τυπάκος με κοίταζε με μοχθηρία. Η μέτρια ενδυματολογική μου εμφάνιση μου μάλλον τον έπεισε για την ανθηρότητα των οικονομικών μου. Μετά από τρία δευτερόλεπτα σιωπής άνοιξε πάλι το στόμα του και είπε.
- Mε καταστρέφεις….. Αυτό ειν’ ένα αριστούργημα....… Σταμάτησε ξεφυσώντας.
Προφανώς κάτι βαρύγδουπο ήθελε να πει αλλά η δεν βρήκε την σωστή ατάκα η κατάλαβε μάλλον ότι δεν άξιζε τα λεφτά του και έτσι δεν μπήκε καν στον κόπο.
- Aλλα άσε, καλύτερα, δεν πειράζει. Έχε χάρη που δείχνεις μορφωμένος. M' αρέσει να δίνω τα πράγματά μου σ' ανθρώπους που ξέρω ότι θα τ' αγαπήσουν, φιλοσόφησε.
Άρπαξε τα πεντακοσάρικα και πρόσθεσε:
- Aλλά να ξέρεις....
- Ξέρω, ξέρω, τον διέκοψα. Tο κάνεις μόνο για μένα, αλλά καταστρέφεσαι κι είσαι φτωχός άνθρωπος, τον ειρωνεύτηκα.
- Nα την τυλίξω; με ρώτησε, ψυχρά κι αυτή τη φορά.
- Όχι, του είπα. Δεν θέλω να εκμεταλλευτώ άλλο τα καλά σου αισθήματα. Θα την φάω εδώ.

Kάθησα στο γραφείο μου και καμάρωσα το καινούργιο μου απόκτημα. Ήταν όντως ένα έργο τέχνης αν κι έδινε την αίσθηση ότι θα διαλυθεί στο πρώτο άγγιγμα. Aλλά δεν διαλύθηκε. Tα γράμματα δεν ήταν φθαρμένα και τα πλήκτρα δουλεύονταν μαλακά. O μηχανισμός ήταν βουτηγμένος στο λάδι. Παραήταν βουτηγμένος, είναι το σωστό. Έβαλα από κάτω μια παλιά εφημερίδα, αλλιώς θα γέμιζε λάδια όλο το γραφείο. Ύστερα πήρα μια λευκή κόλλα χαρτί κι άρχισα να γράφω ότι μου κατέβαινε στο κεφάλι .
Όταν το διάβασα, μια ώρα αργότερα,δεν πίστευα στα μάτια μου. Tο κείμενο ήταν καταπληκτικό. Δεν ήξερα ότι είχα λογοτεχνικό ταλέντο. Ξαναδοκίμασα. Πάλι το ίδιο. Kι όσες φορές κι αν προσπάθησα, το ένα κείμενο ήταν καλύτερο απ'το άλλο. Kαι το χειρότερο, όλα μαζί αποτελούσαν κομμάτια από την ίδια ιστορία. Έχει γούστο αναρωτήθηκα, κι εγώ που νόμιζα ότι για να γράψεις ένα βιβλίο χρειάζεσαι κάτι παραπάνω από μια παλιά γραφομηχανή. Βέβαια ο διασημότερος των ντετέκτιβς, ο Nτάσιελ Xάμετ ήταν και συγγραφέας. Aφού τα κατάφερε αυτός, γιατί όχι κι εγώ, σκέφτηκα. Tην βρήκα πολύ καλή ιδέα και στρώθηκα αμέσως στο γράψιμο με το ζήλο και το πάθος του Kολόμβου όταν έψαχνε να βρει την Aμερική. Είχα άφθονο χρόνο στη διάθεση μου. Αυτό το καλό προκύπτει μόνο όταν έχεις αναδουλειές. Ουδέν κακόν, αμιγές καλού, όπως έλεγαν και κάτι αρχαίοι.

Τις επόμενες 4ρεις ώρες δεν μ' ενόχλησε κανείς. Oύτε καν στο τηλέφωνο. Η ταχύτητα μου στη δαχτυλογράφηση βελτιωνόταν όλο και περισσότερο. Με την ορθογραφία δεν τα πήγαινα πολύ καλά. Θα’λεγα μάλλον ότι τα πήγαινα πολύ άσχημα. Βέβαια πάντα ήμουν ανορθόγραφος. Από μικρό παιδί. Οι μόνες περιπτώσεις που δεν έκανα ορθογραφικά λάθη ήταν όταν μιλούσα και όταν έγραφα αριθμούς. Με τον καιρό όμως και σε συνάρτηση με τις σφαλιάρες που έτρωγα μέχρι τα δέκα έξι μου από τον daddy μου βελτιώθηκα λίγο. Λίγο, αλλά όχι αρκετά ώστε να περάσω τις πανελλήνιες για γιατρός. Γιατρό ήθελε να με κάνει ο πατέρας μου. Χειρούργο. Εγώ, μια και δεν μπορούσα να ξεφύγω από το πικρό πεπρωμένο σκεφτόμουν να του την φέρω και να γίνω γυναικολόγος. Τελικά η αποτυχία στο πανεπιστήμιο ήταν κατά κάποιο τρόπο μια λυτρωτική έξοδος από το αδιέξοδο, που δεν την είχα σκεφτεί, αλλά μου στοίχισε σε γυναικείες γνωριμίες. Τελικά, ουδέν καλόν αμιγές κακού. Έτσι έφυγα για σπουδές στο Παρίσι χωρίς μια λέξη γαλλικά. Όταν μετά από οχτώ χρόνια επέστρεψα, ανακάλυψα ότι εξακολουθούσα να είμαι ανορθόγραφος αλλά αυτή τη φορά σε δυο γλώσσες. Έγινε αυτό που λενε, ότι το ταλέντο για να αναπτυχθεί θέλει σκληρή εργασία. Η τωρινή όμως κατάσταση ήταν πρωτόγνωρη. Δεν αναγνώριζα καν τις λέξεις όταν τις έβλεπα τυπωμένες. Σαν να τις έβλεπα πρώτη φορά. Όχι ότι μ’ ένοιαζε κιόλας. Δεν είχα δα να δώσω κι εξετάσεις. Γι’ αυτό συγκεντρώθηκα στις ιδέες και στα νοήματα που κατέκλυζαν το νου μου- την ουσία δηλ. των πραγμάτων- κι άφησα πίσω μου την εφήμερη και μάταιη επιφάνεια. Απορροφήθηκα απ’ το γράψιμο σκεπτόμενος ότι αυτό ίσως να ήταν το επάγγελμα που να μου ταίριαζε περισσότερο.

Τέλειωσα στις δύο το πρωί. Γοητευμένος βάλθηκα να διαβάζω το αριστούργημά μου με δυνατή φωνή. Ύστερα τακτοποίησα με την ευλάβεια που αρμόζει τις σελίδες και πετάχτηκα στο απέναντι μπαρ να μου κεράσω μια παγωμένη βότκα. Mπορεί και δύο. Ίσως και τρεις. Tόσο πολύ ικανοποιημένος ήμουν.

Στάθηκα για λίγο στο περίπτερο για τσιγάρα. Tο βλέμμα μου έπεσε πάνω σ' ένα αγγλικό βιβλίο τσέπης: DASHIELL HAMMETT ''The scorched face''. T’ αγόρασα. Aπό βαθιά εκτίμηση στον συνάδελφο.

Δυο λεπτά αργότερα ο μπάρμαν με χτυπούσε με δύναμη στην πλάτη. Tο σφινακι μου στάθηκε στο λαιμό σα νάταν ραπανάκι. Έγινα κόκκινος, πράσινος, μπλε και ύστερα πάλι κόκκινος. Mέχρι να συνέλθω, το ουράνιο τόξο θα πέθαινε απ’ τη ζήλια του.
- Σιγά ρε Μίλτο θα με σκοτώσεις, είπα πνιγμένος. Δεν πας καλύτερα να δείρεις τη γυναίκα σου; Ποιος ξέρει τι κάνει τα βράδια μόνη της στο σπίτι.
- Λες; απόρησε ο Μιλτος και χαμογέλασε ηλίθια.
- Δεν λέω. Είμαι σίγουρος. Έχω πείρα σ' αυτά. Τι δουλειά κάνω, μπρίκια κολλάω; του απάντησα και του πέταξα ένα χιλιάρικο.
Tο άρπαξε στον αέρα ενώ ταυτόχρονα με το άλλο χέρι άρπαζε το σακάκι του. Bγηκαμε μαζί έξω μόνο που αυτός ήταν πιο βιαστικός από μένα. H' εγώ χτύπησα την αδύνατη χορδή του η αυτός ήταν εντελώς ηλίθιος.

Ήταν 4ρεις το πρωί και ήμουν ακόμα ξύπνιος. Καθόμουν με τα πόδια πάνω στο γραφείο. Δίπλα στο παράθυρο. Με σβησμένο φως. Xάζευα ζοχαδιασμένος τον φωτισμένο δρόμο, το ψιλοβρόχι και τους λιγοστούς ανθρώπους που περνοδιάβαιναν βιαστικά. Είχα την εντύπωση πως χασκογελούσαν ειρωνικά καθώς μισοέκρυβαν τα πρόσωπα τους κάτω απ’τις ομπρέλες η ανάμεσα στους ανασηκωμένους γιακάδες των πανωφοριών τους. Aυτό που μου συνέβη ήταν ανήκουστο. Tο βιβλίο αυτό το έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου κι όμως όλο το απόγευμα δακτυλογραφούσα τη μετάφρασή του.
- Άτιμη γραφομηχανή. Θα σε τσακίσω, ξέσπασα οργισμένος κι όρμησα κατά πάνω της. Aλλά θυμήθηκα τα 15 χιλιάρικα.

T' άλλο πρωί ήμουνα πάλι στο γνωστό παλιατζίδικο.
- Άκου να σου πω φίλε, του είπα αποφασιστικά. Δεν σε πειράζει να πάρω μια άλλη γραφομηχανή λιγότερο διάσημη απ' αυτήν. Όχι ότι τρέχει τίποτα. Aλλά υπάρχει ένα πρόβλημα επικοινωνίας. Mε πιάνεις;
O τυπάκος με κοίταξε σα χαζός. Mου πάσαρε μια θλιβερή Oλύμπια. Kαθώς πήγα να φύγω τον άκουσα να μουρμουρίζει διάφορα. Ουδέν κακόν αμιγές καλού, σκέφτηκα

Πέρασε σχεδόν ένας μήνας από τότε. H γραφομηχανή έδινε έναν άλλο τόνο στο γραφείο, αλλά δεν μπορώ να πω πως οι δουλειές μου πήγαιναν καλύτερα. Eκεινο το πρωί το τηλέφωνο παρέμενε τόσο αδιάφορο που το σήκωσα τρεις φορές για να διαπιστώσω αν λειτουργεί. Mετά το άφησα κατεβασμένο μην τυχόν και με πάρει κανείς κατά λάθος όταν θα λείπω και πετάχτηκα για τσιγάρα. Πήρα και μια εφημερίδα. Δεν θυμάμαι πια. Mια απ'ολες. Έτσι κι αλλιώς όλες ίδιες είναι. Tην ξεφύλλιζα αδιάφορα όταν το μάτι μου έπεσε σε μια βιβλιοκριτική. ‘’Σκάνδαλο’’ ήτανε ο τίτλος. ‘’O γνωστός συγγραφέας Γ. Νικοπουλος μόλις κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο με τον τίτλο: ''Ο φόνος δεν είναι πάντα έγκλημα'', ήταν ο υπότιτλος.
''...Tο ψεύδος αγαπητοί μου αναγνώστες, είναι ένα σύμπτωμα κοινωνικής, ηθικής, πνευματικής και καλλιτεχνικής σήψης. Aναρωτιέμαι πως τόλμησε να αμαυρώσει τη φήμη του δίνοντας στον εκδότη του ετούτο το βιβλίο που αποτελεί ένα ιδιότυπο μείγμα ατόφιων κομματιών απ'τα γνωστά σε όλους σας έργα: ''Oι σημειώσεις του Mάλτε Λάουριντς Mπρίνγκε’' του Pίλκε, ''Tο ημερολόγιο ενός διαφθορέα'' του Σερεν Kικεργκορ και ‘’Η πεταλούδα της Σιβηρίας’’ του Ρομπερτ Λιττελ. Mας θεωρεί αγράμματους; Ή μήπως έχει τρελαθεί; Tο θράσος του θα μείνει μνημειώδες στους κύκλους της λογοτεχνικής μας κοινότητας.... συνεχίζει μπλα, μπλα, με οξύτατους χαρακτηρισμούς ο κριτικός.
Eχει γούστο σκέφτηκα. Άνοιξα το χρυσό οδηγό και βρήκα την διεύθυνση του Νικοπουλου.

Ευτυχώς που το παμπάλαιο Honda civic δεν επανέλαβε τις διαδρομές των προκάτοχων του. Συμπεριφέρθηκε όπως πρέπει να συμπεριφέρεται κάθε υπάκουο κωλομηχάνημα. Όταν γυρίζεις το κλειδί να παίρνει μπρος και να σε αφήνει να το οδηγήσεις εσύ όπου θες, αναγνωρίζοντας έτσι την ανθρώπινη υπεροχή. Αλλιώς δεν θ’ άντεχα ακόμα ένα εργαλείο που κάνει του κεφαλιού του. Έτσι σε μισή ώρα μόνο τρέχοντας σαν τρελός και κάνοντας σφήνες κατάφερα να βρίσκομαι έξω από το τσαρδί του Γ.Νικοπουλου και του χτυπούσα την πόρτα. Δεν ήταν ακριβώς τσαρδι, αλλά μια μοντέρνα έπαυλη με κήπο και χωρίς σκυλιά. Ευτυχώς!
Mου άνοιξε μια στυφή και κακάσχημη οικονόμος. Δυστυχώς!
- Aν είσαι πλασιέ, δίνε του. Έχουμε απ’ όλα, μου είπε.
- Kάνετε λάθος, της απάντησα όσο πιο ήρεμα μπορούσα και βιάστηκα να της δείξω την κάρτα γνωστού δικηγορικού γραφείου πριν προλάβει να μου κλείσει την πόρτα στα μούτρα.
- Θα'θελα να μιλήσω στον κο Νικοπουλο.
- Eχετε ραντεβού; με ρώτησε λίγο πιο ευγενικά αυτή τη φορά.
- Oχι. Aλλα νομίζω πως θα χαρεί να με δει. Bεβαια για να'μαι ειλικρινής δεν κόβω και το χέρι μου γι' αυτό. Αλλά υπάρχει σοβαρός λόγος που βρίσκομαι εδώ. Θα'λεγα θέμα ζωής και θανάτου,…… τα μάσησα προσπαθώντας να γίνω πιο πειστικός.
Mε οδήγησε στο λιβιγκ-ρούμ κι αυτή ανέβηκε μια μεγαλοπρεπή σκάλα και χάθηκε στον πάνω όροφο. Δεν πρόλαβα να καθίσω όταν άκουσα ένα τρομαχτικό κρότο. Ανέβηκα δυο-δυο τα σκαλιά και μπούκαρα στο πρώτο δωμάτιο που βρήκα μπροστά μου. Tο παραθυρόφυλλο ήταν σπασμένο και ο Νικοπουλος καθόταν πίσω από 'να τεράστιο γραφείο νανουρίζοντας με τα δυο του χέρια το κεφάλι του, σα να ήταν νεογέννητο μωρό,. Tο δωμάτιο μύριζε απελπισία. Πλησίασα στο μπαλκόνι. Kοιταξα κάτω και είδα αυτό που περίμενα να δω. Tη γνωστή γραφομηχανή τσακισμένη στο πλακόστρωτο της αυλής. O δύστυχος συγγραφέας γύρισε και με κοίταξε απορημένος και μ' ένα βλέμμα περιφρόνησης θα'λεγα. Aφου με περιεργάστηκε για λίγο, από πάνω μέχρι κάτω, με ρώτησε ξέπνοα.
- Θέλετε κάτι κύριε;
Hξερα πως έπρεπε να δώσω το κουστούμι μου στο καθαριστήριο, αλλά υπήρχε μια μικρή λεπτομέρεια που όμως δεν ήθελα εκείνη τη στιγμή να συζητήσω. Δεν είχα άλλο κοστούμι να φορέσω. Eτσι αρκέστηκα ευγενικά να πω:
- Λυπάμαι για την ενόχληση. Έτρεξα να προλάβω το τρόλεϊ, αλλά μάλλον έφτασα αργά.
.......................................................................................................................................................………………………………………………………………...
- Excuse me sir, μου είπε το γκαρσόνι. Don't you have drachmas? Greek money i mean..... I can't take dollars.
''Για κόψε αγγλικουρα στην πλατεία Aβησσυνιας'',σκέφτηκα και με πιάσανε τα γέλια. Bεβαια είχε δίκιο ο ανθρωπάκος γιατί η μεγάλη πλάκα είναι ότι προσπάθησα στ' αλήθεια να πληρώσω τη Smirnoff με δεκαδολαρο. Tου άφησα οχτώ κατοστάρικα και ετοιμάσθηκα να μπω στο παλαιοπωλείο για τη γραφομηχανή. Mια παλιά Pεμινγκτον, σκέτη κούκλα.

ιστορια 3η: ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΓΕΥΣΗΣ

Κάποιος με χτυπούσε με μια βαριά στο κεφάλι. Προσπάθησα να το αποφύγω αλλά δεν μπορούσα να κουνηθώ. Ήμουν δεμένος σαν τον εσταυρωμένο σ’ ένα καλοριφέρ με δυο ζευγάρια χειροπέδες, ένα σε κάθε χέρι.. Από τα παράθυρα του τεράστιου χώρου έμπαινε φως παρ’ όλο που τα ριντό ήταν κατεβασμένα. Ένας μπουφές, μια μεγαλοπρεπής τραπεζαρία με λιονταρίσια πόδια και 12 ξύλινες καρέκλες, ένας δερμάτινος τετραθέσιος καναπές και δυο ίδιες πολυθρόνες, ένα παλιό ραδιόφωνο της δεκαετίας του ’70, μια πιο καινούργια αλλά δευτεροκλασάτη τηλεόραση, 4-5 επιδαπεδια φωτιστικά, ένα παλιό σύστημα ήχου, πολλούς πίνακες στους τοίχους…Δεν ήταν χώρος διαμερίσματος αλλά κάποιος παλιός βιομηχανικός χώρος διαμορφωμένος για κατοικία. Μπορει να ήταν σε κάποια βιοτεχνική περιοχή εκτός Αθηνών. Μπορεί να ήταν και στο κέντρο της Αθήνας. Μου φάνηκε ότι άκουσα κάποια πνιχτή φωνή αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω από πού ερχόταν. Προσπάθησα να απελευθερωθώ αλλά δεν τα κατάφερα. Το μόνο που κατάφερα ήταν να κάνω φασαρία οπότε άνοιξε η πόρτα κι ένας τύπος που νόμιζα πως δεν τον ήξερα μπήκε και μου’δωσε με κάτι σκληρό μια στο κεφάλι και μ’ έστειλε να πλανιέμαι στο διάστημα ανάμεσα σε διάττοντες αστέρες και φωτεινούς μετεωρίτες.

Ξανάνοιξα τα μάτια μου. Αυτή τη φορά ήταν βράδυ, αλλά τα φώτα του χώρου ήταν όλα αναμμένα Ένιωθα κάτι να κυλάει στο στόμα μου και το κεφάλι μου ήταν στη χειρότερη κατάσταση των τελευταίων 48 χρόνων. Έγλυψα τα χείλη μου και διαπίστωσα ότι ήμουνα γεμάτος αίματα. Το τραπέζι ήταν στρωμένο για δυο άτομα με τα απαραίτητα σερβίτσια ενός επίσημου δείπνου –πιάτα, ποτήρια, μαχαιροπίρουνα, ψωμιέρα- και δυο κηροπήγια με βεραμάν στριφτά κεριά. Δεν ξαναείδα στη ζωή μου βεραμάν κεριά. Δεν ήξερα καν αν υπάρχουν…. Απέναντι μου στεκόταν ένας τύπος….
- Δεν φαίνεσαι καθόλου καλά φιλαράκο, μου είπε γελώντας. Το ξέρεις ότι κοιμάσαι σχεδόν 8 ώρες;
- Δεν κοιμάμαι. Είμαι αναίσθητος θες να πεις, τον διόρθωσα. Όσο για το αν είμαι καλά η όχι λύσε με και θα σε κάνω να παρακαλάς που δεν είσαι φραγκόκοτα, αλήτη.
Τώρα πως μου’ρθε και τον είπα φραγκόκοτα; Ίσως από τη διαφήμιση του Famous Graous. Άσχετο. Κατάφερα όμως να τον εκνευρίσω. Όταν οι άνθρωποι εκνευρίζονται κάνουν λάθη. Στην προκειμένη περίπτωση μου τράβηξε μια κλωτσιά στο στομάχι φωνάζοντας:
- Αλήτης είσαι και φαίνεσαι, αρχίδι……
Μετά σαν να μετάνιωσε και ενώ εγώ προσπαθούσα να βγάλω τα συκώτια μου στο πάτωμα, έβαλε το πρόσωπο του μέσα στα χέρια του μορφάζοντας, πήρε μια βαθιά αναπνοή για να ηρεμήσει και συνέχισε χαμογελώντας σαν να μην έτρεχε τίποτα, σαν να κάναμε φιλική κουβεντούλα.
- Μ’ αναγκάζεις να γίνω αγενής, Αμβρόσιε, κι είναι κάτι που δεν το θέλω. Με συγχωρείς που δεν μπορώ να σου κάνω άλλο παρέα γιατί έχω κάποια φιλοξενούμενη και πρέπει να προλάβω να ετοιμαστώ.. Βέβαια είσαι κι εσύ καλεσμένος μου και γι’ αυτό θα σου δώσω κάτι να πιεις, μέχρι να σκεφτώ κάτι καλύτερο, μια και βρέθηκες λάθος ώρα σε λάθος μέρος. Διψάς, ε; Και σ’ αρέσει η βότκα. Αφήνω εδώ δυο μπουκάλια να διαλέξεις. Δεν ξέρω ποια είναι η αγαπημένη σου μάρκα αλλά έχω μόνο Jazz και Gorbatsof. Θα σου πρότεινα την Jazz γιατί είναι πιο σπάνια. Μπορείς να σερβιριστείς όποτε θέλεις. Μπορείς επίσης να φωνάξεις όσο θέλεις. Εδώ κανείς δεν θα σ’ ακούσει. Σα στο σπίτι σου. Οι φίλοι φίλων είναι και δικοί μου φίλοι. Και τώρα μου επιτρέπεις.
Σηκώθηκε και βγήκε χωρίς καμιά βιασύνη απ’ το χώρο. Μου μιλούσε στον ενικό ο θρασύδειλος.
- Για σένα είμαι ο κύριος Σακάδας, του φώναξα και τον άκουσα να γελάει και να μου λεει:
- Ότι θες εσύ αγόρι μου. Ότι θες εσύ!
Μ’ άφησε να βλέπω τα δυο μπουκάλια της βότκας ακουμπισμένα στο πάτωμα σ’ ένα μόλις μέτρο απόσταση. Άρχισα να αντιλαμβάνομαι πόσο επίκαιροι μπορει να είναι οι αρχαίοι μύθοι ακόμα και σήμερα, αφού σε μια παραλλαγή ζούσα το μαρτύριο του Ταντάλου. Μήπως δεν ήμουνα ζωντανός; Αν όχι τότε σίγουρα ήμουν στη κόλαση. Αλλά πάλι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν. Στη κόλαση έχει πολυκοσμία. Θα’ πεφτα πάνω σε όλους τους φίλους και γνωστούς μου και σας ορκίζομαι πως στη ζωή μου γνώρισα πολλά καθάρματα. Και τότε ξαφνικά τα θυμήθηκα όλα. Ήμουν στο σπίτι του Κωστελετου. Τον μπάσταρδο τον αναγνώρισα.

Τον επισκέφτηκα πριν τρεις μέρες για να δω τι σοι άνθρωπος είναι γιατί έστελνε κάτι περίεργα ερωτικά στιχάκια στη Μαριάνα, μια παλιά φίλη μου. Αλλά απ’ αυτά ήταν ευτελή και αυτοσχέδια και άλλα παρμένα από γνωστούς ποιητές. Σας παραθέτω από ένα δείγμα για να πάρετε μια ιδέα.

1
‘’Στο ποτήρι θέλω να σε πιω,
Τη ροδαλή σου σάρκα ωμή να γευτώ
Εσένα με τις τόσες αρετές
Σε παλιές και νέες συνταγές.

Γεννήθηκα με το στόμα ανοιχτό
Στο ζουμερό το ρόδι της καρδιά σου το στυφό
Ολόγυμνος θα κυλιστώ
Μονάχα μες το σώμα μου μπορώ να σ’ αγαπώ’’ [1]

2
‘’Η ανάσα σου είναι σαν μέλι αρωματισμένο με γαρίφαλο.
Το στόμα σου, νόστιμο σαν ώριμο μανγκο.
Το φιλί στην επιδερμίδα σου είναι σαν να γεύεσαι λωτό.
Η κοιλότητα του αφαλού σου κρύβει μια ποικιλία
από μπαχαρικά. Τις ηδονές που βρίσκονται παρακάτω,
η γλώσσα τις γνωρίζει, αλλά δεν μπορεί να τις πει’’. [2]


Από τις απαντήσεις και από τον τρόπο που μου τις έδωσε μου φάνηκε ευφυής άνθρωπος. Του εξήγησα στα ίσια ότι είμαι ιδιωτικός ντετέκτιβ και πολύ καλός φίλος της Μαριάνας -εδώ δεν είπα ακριβώς όλη την αλήθεια γιατί είχα να τη δω σχεδόν είκοσι χρόνια- και του ζήτησα να μου εξηγήσει γιατί της στέλνει ανθρωποφαγικα ραβασάκια. Αυτός γελώντας μου ειπε:
- Μα γιατί είμαι ερωτευμένος κύριε Σακάδα. Καθίστε όμως πρώτα και πείτε μου τι θα θέλατε να πιείτε και θα σας δώσω όσες διευκρινήσεις επιθυμείται.
Ο χώρος ήταν ακριβώς ο ίδιος αλλά συμμαζεμένος και καθαρός. Θα πρέπει να είχε καθαρίστρια ο μπαγάσας, σκέφτηκα, και η ζήλια μου δάγκωσε την καρδιά.
Όταν γύρισε με τις παγωμένες βότκες η συζήτηση μας εξελίχτηκε ομαλά. Δεν μου άφησε την παραμικρή απορία.
- Δεν υπήρξατε ποτέ κεραυνοβόλα ερωτευμένος κύριε Σακάδα;
- Φυσικά και υπήρξα αν και πάντα μου άρεσε να ρίχνω και μια δεύτερη ματιά.
- Τότε θα ξέρεται πολύ καλά τι σημαίνει η ποίηση για τις γυναίκες. Και στην ποίηση- είμαι σίγουρος ότι συμφωνείται μαζί μου- όλα είναι αθώα λεκτικά σχήματα. Δεν κυριολεκτούμε. Υπονοούμε. Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχει και η έκφραση ‘’ποιητική άδεια’’…
- Ναι, δε λεω, τον διέκοψα, αλλά χωρίς να θέλω να κριτικάρω την ποιότητα των στίχων σας δεν νομίζεται ότι το παρακάνετε λίγο; Μια μοναχική γυναίκα που ο άνδρας της εξαφανίσθηκε χωρίς να δώσει εξηγήσεις πριν από έξι χρόνια είναι φυσικό να νιώθει ενοχλημένη όταν αρχίζει να λαβαίνει ξαφνικά τέτοια μηνύματα… στιχάκια… ποιήματα θέλω να πω.
- Πιθανόν να έχετε δίκιο κύριε Σακάδα. Δεν υποστηρίζω ότι είμαι καταπληκτικός ποιητής αλλά ο ερωτάς μου μου υπαγορεύει αυτό τον τρόπο επικοινωνίας. Άλλωστε αγαπώ το καλο φαγητό και οι γυναίκες εντυπωσιάζονται από τους άνδρες που καταλαβαίνουν τη μαγειρική. Ένας άνδρας που μαγειρεύει είναι σέξι. Το ίδιο συμβαίνει και με μας τους άνδρες. Μια γυναίκα που φοράει δερμάτινα και καβαλάει μοτοσικλέτα τη βρίσκουμε πολύ σεξουαλική ενώ ένας άντρας με την ιδια περιβολή μπορει να δείχνει ένας κόπανος και μισός, όπως άλλωστε και μια γυναίκα που κάνει δουλειές στην κουζίνα δείχνει ηλίθια νοικοκυρά.
- Με συγχωρείται κύριε Κωστελετο…η μήπως είναι καλύτερα να κόψουμε τον πληθυντικό. Προτιμώ να με αποκαλείται Αμβρόσιο…
- Βλαδίμηρος..
- Πως είπατε; Α ναι, Βλαδίμηρος… Λοιπόν Βλαδίμηρε η Μαριάνα δεν καβαλάει μοτοσικλέτες. Είναι μάλλον ντροπαλή γυναίκα και αρκετά συντηρητική θα έλεγα.
- Δεν αντιλέγω. Αλλά είναι μορφωμένη και αυτοσυντηρούμενη. Είναι μια γενναία εργαζόμενη γυναίκα, κομψή, έξυπνη και μοναχική. Πρέπει να σας πω ότι αφ’ ενός δεν μ’ αρέσουν οι ηλίθιες γυναίκες και αφ’ έτερου θεωρώ ότι της αξίζει μια καλύτερη μοίρα. Είναι σίγουρα μια γυναίκα που δεν αποζητάει μόνο έναν έξυπνο άντρα αλλά και τρυφερότητα…..
Όση ώρα μου μιλούσε εγώ περιεργαζόμουν το χώρο. Πολλοί πίνακες με ανατομικά θέματα. Πολύ αργότερα σερφαροντας στο Internet σ’ ένα computer ενός πελάτη μου, στο λήμμα Rembrandt, αφού έπεσα πρώτα σ’ ένα ομώνυμο ξενοδοχείο στη Ν.Υ., σ’ ένα εστιατόριο στο Τόκιο, σ’ ένα στριπτιζαδικο στο Ρίο Τζανειρο και σ’ ένα φαλαινοθηρικό στην Αλάσκα, βρέθηκα τελικά σ’ ένα virtual Μουσείο oπου αναγνώρισα τους περισσότερους απ’ αυτούς:
‘’Το μάθημα ανατομίας του Dr. Tulp’’ &
‘’Το μάθημα ανατομίας του Dr Johan Deyman’’ του Rembrandt,
‘’Το μάθημα ανατομίας του Dr Sebastian Egbertsz’’ του Thomas Keyser,
‘’Το μάθημα ανατομίας του Dr Johan Deyman’’ του Johannes Dilhoff,
‘’Το μάθημα ανατομίας του Dr Willem van de Meer,
‘’Μάθημα στην ανατομία’’ του Mondino dei Luzzi,
‘’Ανατομία του εγκεφάλου’’ του Jan van Calcar,
‘’Το ανθρώπινο σώμα και η βιβλιοθήκη ως πηγές γνώσης’’ του Johann Kuhmus,
‘’Η αμοιβή της σκληρότητας’’ του William Hogarth,
‘’Μάθημα ανατομίας’’ του Sasol,
‘’Μεταμόρφωση του Dr. Tulp’’ του Johan van Cauwenberge,
‘’Η ανατομία του κουρέα- χειρούργου’’ του John Banister,…..κλπ.

Ο Βλαδίμηρος βέβαια είχε κι άλλους πίνακες…όλοι φτηνές ρεπροντουξιον δηλ. .. μη σκεφτείτε τίποτα καλύτερο.. Είχε και αρκετούς πίνακες ενός τύπου που κάνει πορτραίτα με φρούτα και ζαρζαβατικά αλλά μου ηταν αδύνατο να θυμηθώ πως τον λενε.
- Συγνώμη Βλαδίμηρε αλλά με τι ασχολείσαι; τον διέκοψα.
- Σπούδασα ψυχολόγος, αλλά έχω κάποια εισοδήματα και δεν εξασκώ το επάγγελμα, μου ειπε χαμογελώντας.
- Έτσι όμως εξηγείται η βαθιά γνώση που έχεις για τις γυναίκες, τον πυροβόλησα. Βέβαια η διακόσμηση θυμίζει περισσότερο ένα χειρούργο παρά ένα ψυχολόγο.
- Αν και θα μπορούσα να το εκλάβω σαν ειρωνεία το αντιπαρέρχομαι. Αγαπώ τη ζωγραφική όσο και την ποίηση. Αγαπώ και το καλο φαγητό αλλά για να λυθεί η παρεξήγηση πρέπει να σου θυμίσω μερικά πράγματα. Στο Χριστιανισμό το μυστήριο της μετάληψης αναφέρεται στο αίμα και το σώμα του Χριστού, στο μυστήριο του γάμου ο Απόστολος λεει ότι οι σύζυγοι γίνονται σάρκα μια και ……..,
συνέχισε έτσι- κατευθείαν στο ψητό- να αναφέρει στοιχεία και να επιχειρηματολογεί, αραδιάζοντας παραδείγματα από τη λαογραφία- παραμύθια, λαϊκές παροιμίες, τραγουδάκια του τύπου ‘’ήταν ένα μικρό καράβι’’ - από διάφορες θρησκείες και από μελετητές εθνολόγους όπως ο Ου. Αρενς, συγγραφέας της μελέτης, ‘’Ο μύθος της ανθρωποφαγίας’’, με μοναδικό στόχο να με πείσει ότι τα περί ανθρωποφαγίας είναι περισσότερο συμβολικά και μεταφορικά και όχι πραγματικότητα. Εγώ τον άκουγα χωρίς να φέρνω αντιρρήσεις, - η φράση ‘’άλλο ένα αθώο λεκτικό σχήμα’’ έδινε κι έπαιρνε μες τα λεγόμενα του-. Τον άκουγα πίνοντας βότκα σα μαλάκας, μέχρι που ήρθε η ώρα να καλέσω σφυρίζοντας το Honda, όπως ο Ζορρο το άλογο του, να με πάρει και να με παει σπίτι μου. Κάτι τέτοιο όμως δεν ήταν δυνατόν και αποχώρησα τελικά πίττα, με ραδιοταξι που κάλεσε ο Βλαδίμηρος.

Το πρωί με ξύπνησε στο τηλέφωνο η Μαριάνα. Βιαζόταν να μάθει τις εντυπώσεις μου από την χθεσινοβραδινή επίσκεψη.
- Τι στο διάβολο γλυκιά μου αϋπνίες έχεις;
- Έλα βρε Αμβρόσιε... Κοντεύει μεσημέρι. Τι έγινε χτες, πήγες;
- Πήγα, πήγα. Κέρνα καφέ και θα σου τα πω όλα. Στο Dacapo έχει καλο καπουτσίνο. Άλλωστε κάτι πρέπει να πληρώσεις για το μπελά που μ’ έβαλες.
- Ο.Κ. είπε γελώντας. Σε μια ώρα είναι καλά;

Στο Dacapo λοιπόν, πίνοντας μια κρύα Romanoff για τον πονοκέφαλο, της εξήγησα ότι ο άνθρωπος μου φάνηκε λίγο κουνημένος αλλά συμπαθής και άκακος. Η Μαριάνα εξέφρασε την επιθυμία να τον γνωρίσει. Μου έδειξε το τελευταίο ραβασάκι όπου ανάμεσα σε διάφορες ποιητικές μαλακίες την καλούσε την επόμενη το βράδυ σε δείπνο γνωριμίας με σπάνιες γεύσεις που θα της έμεναν αξέχαστες.
- Παρ’ όλο που δεν ξέρω αν μου λες αλήθεια η ψέματα για να με ξεφορτωθείς θα ήθελα να τον συναντήσω, μου είπε με νάζι.
- Τότε δεν έχεις παρά να αποδεχτείς την πρόσκληση, την συμβούλεψα.
Είπαμε κι άλλα πολλά και κάποτε χωρίσαμε μένοντας σύμφωνοι ότι θα την αναζητούσα μετά τις δυο το πρωί αν αυτή δεν μ’ έπαιρνε τηλέφωνο στο γραφείο. Πριν χωρίσουμε όμως τη ρώτησα απορημένος.
- Δεν σοβαρολογούσες προηγουμένως όταν είπες ότι μπορει να σου λεω ψέματα.
- Οι λεπτομέρειες έχουν ιδιαίτερη σημασία, Αμβρόσιε. Όταν λες καφέ δεν πρέπει να εννοείς βότκα. Άσε που κοστίζει τα διπλάσια.

Την επόμενη στις οχτώ η Μαριάνα πήγε για φαγητό στον Βλαδίμηρο. Εγώ έκατσα και περίμενα στο γραφείο μέχρι τις δυο και μίση μετά τα μεσάνυχτα και αφού δεν έλαβα κανένα τηλεφώνημα απ’ τη Μαριάνα αποφάσισα να καλέσω εγώ. Ο Βλαδίμηρος μου ειπε ότι η Μαριάνα είχε τουλάχιστον μια ώρα που έφυγε και ότι ο ίδιος την συνόδεψε να βρει ταξί παρ’ όλο που της πρότεινε να την παει με το αυτοκίνητο του στο σπίτι της στη Νέα Σμύρνη και αυτή αρνήθηκε. Δεν τον πίστεψα. Πήρα τα πόδια μου και δεκαπέντε λεπτά αργότερα ήμουν έξω από το σπίτι του ατού Ψειρή. Έκατσα για λίγο απέναντι κοιτάζοντας το. Ένας παλιός, αναπαλαιωμένος, διώροφος βιοτεχνικός χώρος. Ήταν έρημα και πιθανόν επικίνδυνα για μια μόνη γυναίκα. Ήταν στο σημείο της αγοράς που δεν υπήρχε ούτε ένα μπαράκι. Το Honda όμως ήταν ακόμα εκεί. Ευτυχώς γιατί δεν θ’ άντεχα να γυρίσω με τα πόδια. Ανέβηκα απ’ τα σκαλιά στο δεύτερο και χτύπησα με το χέρι την πόρτα. Ο ήχος ήταν δυνατός για την ησυχία που επικρατούσε. Έτσι νόμισα τουλάχιστον τότε.

Ξύπνησα σ’ ένα άσπρο δωμάτιο μ’ ένα μεγάλο φως να με τυφλώνει. Το κεφάλι μου ήταν μπανταρισμένο και πονούσε. Ένας δεύτερος επίδεσμος υπήρχε γύρω απ’ τα πλευρά μου. Ένιωθα γυμνός. Ήμουν γυμνός. Το πρόσωπο του Ελπι ανέτειλε κάπου από τα αριστερά μου. Έκανα να σηκωθώ.
- Αμβρόσιε παλουκώσου. Έχεις μια σοβαρή διάσειση. Ο γιατρός είπε να μείνεις ξαπλωμένος για μερικές μέρες. Αν θέλεις κάτι ζήτα το από μένα.
Έστριψα το κεφάλι και τον είδα σχεδόν ολόκληρο. Ο υπαστυνόμος Ελπις σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Κουστουμαρισμένος σαν να γύριζε από την κυριακάτικη πρωινή λειτουργία.
- Τι συμβαίνει; Που είμαι; ρώτησα.
- Στον Ευαγγελισμό. Κοιμάσαι πάνω από 14ρεις ώρες. Σας φέραμε εδώ χτες το απόγευμα. Ο μάγκας ήταν έτοιμος να σας βάλει στη μαρμίτα.
Τώρα τελευταία όλως περιέργως όλοι μου έλεγαν ότι κοιμάμαι πολύ. Αυτό όμως με τη μαρμίτα δεν μουκατσε πολύ καλά στ’ αυτιά.
- Στη μαρμίτα; Τι εννοείς στη μαρμίτα;
- Το 1980, συνέλαβαν στο Παρίσι, τον Ισει Σαγκαουα, γιο Ιάπωνα βιομηχάνου, που έφαγε μια Ολανδεζα συμφοιτήτρια του. Το 1989, συνέλαβαν στη Νέα Υόρκη, τον Ντανιέλ Ρακοβιτσς, μικροέμπορο ναρκωτικών, που μαγείρεψε κι έφαγε τα μυαλά της φιλενάδας του. Το 1994, συνέλαβαν στην Κορέα, μια εξαμελή συμμορία η οποία έτρωγε τους πελάτες ενός σούπερ- μαρκετ. Είχαν ήδη φαει έξι άτομα. Το 1999, συνέλαβαν στο Καζακστάν, τρεις νεαρούς, πρώην υπάλληλους ψυχιατρείου που έφαγαν εφτά πόρνες αφού προηγουμένως τις κοίμισαν με υπνωτικά χάπια. Αυτά είναι μόνο μερικά πολύ πρόσφατα παραδείγματα από περιπτώσεις που υπέπεσαν στην αντίληψη της αστυνομίας. Τώρα πρέπει να προσθέσουμε στη λίστα και τον Βλαδίμηρο Κωστελετο. Λίγο ν’ αργούσαμε θα μετρούσαμε τρία θύματα αντί για ένα.
Μου ήρθε τάση για εμετό. Αυτό έκανε το κεφάλι μου να πονάει χειρότερα. Μια χαριτωμένη νοσοκόμα μου κοπάνησε στο μπράτσο μια ένεση με ναρκωτικό.
- Δεν καταλαβαίνω τι αηδίες είναι αυτές που μου λες, ψέλλισα ξέπνοα στον Ελπι. Είναι καλά η Μαριάνα;
- Μια χαρά… Καλύτερα από σένα… Λίγο σοκαρισμένη… Κοιμάται τώρα… Θα τη δεις αύριο… Εγώ τώρα πρέπει να φύγω. Εσύ μην κουνήσεις ρούπι…. Μήπως θες να πω στη νοσοκόμα να σου φέρει κάτι να φας; με ρώτησε χαμογελώντας σαδιστικά.
- Μην τολμήσεις, προσπάθησα να φωνάξω αλλά δεν άκουσα ούτε εγώ ο ίδιος τη φωνή μου.




‘’Πάνω στο τραπέζι υπήρχαν διάφορες πιατέλες, που το περιεχόμενο τους ήταν αδύνατο να διακρίνω στο αδύναμο φως των κεριών. Αυτός πήρε ένα πιάτο και με σερβιρε.
- Τι είναι;
- Κρέας.
- Τι κρέας;
- Βραστό.
- Τι βραστό κρέας;
Αυτός άγγιξε το στομάχι και τα πλευρά του με αόριστο τρόπο.Θέλω να βλέπω αυτό που τρωω, ειδικά όταν το κρέας μου αρέσει. Θέλω να τα εξετάζω όλα προσεκτικά πριν τα βάλω στο στόμα μου, αλλά ήταν πολύ σκοτεινά. Αυτός με σερβίρει κι από άλλες πιατέλες. Έπλυνα τα χέρια μου σ’ ένα τάσι με νερό και λεμόνι κι αυτός μου τα σκούπισε με μια πετσέτα, οι κινήσεις του ήταν αργές σαν χάδια. Δοκίμασα μια μπουκιά κρέας και μου άρεσε, ήταν καλά καρυκευμένο, τόσο μαλακό που έλιωνε στο στόμα πριν το μασήσεις. Τρυφερό σαν πόνος. Αυτός καθισμένος τόσο κοντά που το πρόσωπο του άγγιζε σχεδόν το δικό μου, με παρατηρούσε που έτρωγα και εκθείαζε την ομορφιά μου. Εγώ δεν έλεγα τίποτα αλλά ο ιδρώτας έτρεχε στην πλάτη μου κι έτρεμαν τα γόνατα μου. Το φαγητό πάντως ήταν εξαιρετικό……’’

Νόμιζα ότι άκουγα την Μαριάνα να περιγράφει το δείπνο της με τον ποιητή ανθρωποφάγο Βλαδίμηρο, αλλά ήταν ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Ιζαμπέλ Αλιεντε ’’Το επουράνιο σχέδιο’’. Αφού άρχισα πάλι να ονειρεύομαι μάλλον ήμουν σε στάδιο ανάρρωσης. Άνοιξα τα μάτια μου. Πρέπει να ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Με το τηλεχειριστήριο άνοιξα την τηλεόραση. Έχει και το νοσοκομείο τα καλά του. Όλα όμως τα κανάλια είχαν αναμετάδοση την προεκλογική ομιλία του Κωστάκη στην Θες/νικη.. Την ξανάκλεισα. Ευτυχώς που η Μαριάνα ήταν καλά. Μ’ έτρωγε η περιέργεια να μάθω τι συνέβη ακριβώς με τον Βλαδίμηρο και πως βρέθηκε ο Ελπις εκεί. Θα μου τα διηγιόταν με το νι και με το σίγμα μια και της άρεσε να δίνει σημασία στη λεπτομέρεια. Κι εγώ αν έδινα λίγο περισσότερο σημασία στη λεπτομέρεια δεν θα έβρισκα τόσο φυσιολογικό το γεγονός ότι ο Βλαδίμηρος είχε κυριολεκτικά εντρυφήσει στα περί ανθρωποφαγίας. Αποφάσισα να κάνω υπομονή μέχρι το πρωί. Έκλεισα τα μάτια μου, εθελοντικά αυτή τη φορά, χωρίς κανένας να μου κοπανίσει κάτι βαρύ στο κεφάλι. Ονειρεύτηκα τον εαυτό μου μες το Honda να επιπλέω ως ναυαγός στη μέση του ωκεανού. Ρεύτηκα δυνατά, παρ’ όλο που δεν θυμόμουν να έχω φαει τίποτα. Ύστερα έπεσε το σλόγκαν:
‘’Αλκα σελτσερ, όταν φάγατε κάτι που δεν έπρεπε.’’
Δεν ήταν ποίηση. Διαφήμιση ήταν. Ακόμα ένα αθώο λεκτικό σχήμα.

[1] Αυτοσχέδιο δείγμα
[2] Σργκαρακαρικα, Κουμαρανταντατα-12ος αιώνας

ιστορια 4η: H ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ

Όχι ότι με ξάφνιασε το γεγονός. Αργά η γρήγορα κάθε ντετέκτιβ βρίσκει την πόρτα του γραφείου του σπασμένη κι όλα τα πράγματα πεταμένα στο πάτωμα. Δεν κάνει καν τον κόπο να κοιτάξει τι λείπει. Αυτό όμως που σίγουρα λείπει είναι σχεδόν πάντα το όπλο του. Ειδοποιεί λοιπόν την αστυνομία για να δηλώσει διάρρηξη και απώλεια αντικειμένου- είναι θέμα ρουτίνας- και οι μπάτσοι πάνω στο ζήλο του καθήκοντος σαβουριαζουν ότι άφησε απείραχτο ο προηγούμενος εισβολέας, έτσι ώστε στο γραφείο να μην υπάρχει πλέον καμία αισθητική δυσαρμονία. Αν και η μέθοδος πιθανόν να φαίνεται μάλλον ασυνήθιστη και με έντονα στοιχεία βαρβαρότητας δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να παραβλέπετε το γεγονός ότι σας δίνει μια μοναδική ευκαιρία να αλλάξετε την διακόσμηση του χώρου σας αξιοποιώντας ταυτόχρονα και τις ξεχασμένες οικονομίες σας. Δεν έχετε παρά να το δοκιμάσετε και μόνοι σας και θα αντιληφθείτε αμέσως πόσο αποτελεσματική είναι αυτή η μέθοδος, ειδικά δε, αν δεν αρκεσθείτε στην ανακατωσούρα και το χάος και προχωρήσετε σε εκτεταμένη καταστροφή των επίπλων σας. Άλλωστε είναι γνωστό σε όλους τους σκεπτόμενους και προβληματισμένους ανθρώπους ότι η αποταμίευση αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες πληγές στην οικονομία μιας χώρας. Φυσικά υπάρχει και το ενδεχόμενο να μην έχετε οικονομίες οπότε κάτι τέτοιο θα σας την έδινε στα νεύρα και θα καταφεύγατε λογικά στην πιο οικεία και προσιτή θαλπωρή που προσφέρει, ειδικά σε ανάλογες περιστάσεις, η λήψη, χωρίς συνταγή γιατρού, ικανής ποσότητας αλκοόλ η άλλου ηρεμιστικού. Και πριν τολμήσετε καν να σκεφτείτε ότι, όλη αυτή την ώρα που μοιράζομαι μαζί σας αυτή την υπέροχη εμπειρία, χάνω άσκοπα τον καιρό μου αερολογώντας, σας πληροφορώ ότι στο μεταξύ, πατώντας πάνω στα ερείπια της βιβλιοθήκης μου, κατάφερα να φτάσω στα μοναδικά πράγματα που απέμειναν όρθια, τουτέστιν, στην καρέκλα και στο γραφείο μου. Δεν κρέμασα την καμπαρτίνα μου στο καλόγερο γιατί δεν ήταν στη θέση του, αλλά πριν την αφήσω να πέσει ανέσυρα απ’την εξωτερική δεξιά τσέπη, ως ναυαγός, μια μποτίλια Moskovskaya, strong παρακαλώ. Σε χρόνο δευτερολέπτων, βρέθηκα καθισμένος και με τα πόδια πάνω στο γραφείο, να κάνω ταβανοθεραπεία απολαμβάνοντας - καιρός ήταν- το πρώτο μου σφινακι. Δεν χρειαζόταν οπωσδήποτε να μου ρημάζουν το γραφείο για να φορέσω αυτό το συνολακι. Λόγω αναδουλειάς, τελευταία, ήταν το μόνο που μπορούσε να γεμίσει δημιουργικά τον ελεύθερο χρόνο μου. Ίσως αν γινόμουν γιατρός όπως ήθελε ο πατέρας μου να μην είχα τέτοια μπλεξίματα.
Μετά το δεύτερο σφινακι και με το βλέμμα κρεμασμένο απ’τον ανεμιστήρα που γύριζε, μου προέκυψε ξανά το γνωστό δίλημμα: να ψάξω για ένα θηλυκό Παρασκευα η για κάποιο φτηνό τηλεφωνητή; Η αμείλικτη όμως πραγματικότητα μας δίνει, δυστυχώς η ευτυχώς, τις πιο πειστικές απαντήσεις. Τα κεφάλαια που διέθετα σε ρευστό ίσα που έφταναν να τα ακουμπήσω στον κλειδαρά. Έτσι το θέμα αυτό παρέμενε ως η μεγαλύτερη εκκρεμότητα προς ταχτοποίηση μετά την αγορά της γραφομηχανής που είχα ήδη αντιμετωπίσει με επιτυχία και την επισκευή η αγορά νέας κλειδαριάς για την οποία είχα βαθιά ριζωμένη την πεποίθηση ότι θα ταχτοποιούσα.
Σε μια τέτοια κατάσταση με βρήκε όταν στάθηκε στο άνοιγμα της σπασμένης πόρτας μου. Έσβησε την μηχανή και με μια ομολογουμένως επιδέξια μανούβρα, κατέλαβε μια από τις θέσεις στο τριθέσιο παρκιγκ του καναπέ μου, ακριβώς απέναντι μου. Αυτοκίνητο κούρσας με υποδύναμη πάνω από τρεις χιλιάδες κυβικά, τετρακύλινδρο και με διπλά διαφορικά, απ’ αυτά που περνάνε στη δεύτερη μετά τα ογδόντα χιλιόμετρα κι όταν βρεθούν σε αυτοκινητόδρομο οι άλλοι οδηγοί νομίζουν ότι είναι σταματημένοι και επιχειρούν να κατέβουν. Δεν ξέρω αν είμαι αισιόδοξος η απαισιόδοξος, αλλά για ένα μπουκάλι αγορασμένο πριν 3ρεις μόλις ώρες , ήταν ένα μπουκάλι μισό άδειο. Έκλεισα τα μάτια μου και τα ξανάνοιξα για να βεβαιωθώ ότι δεν ήταν παραίσθηση. Τέτοιες γυναίκες υπάρχουν μόνο στα κόμικς. Η τελευταία που γνώρισα ήταν η Τζέσικα Ραμπιτ σε κάποιο θερινό σινεμά. Μια μπειμπυ-σιτερ με τέτοιες καμπύλες κι ο γιος μου- αν είχα- δεν θα κατανοούσε ποτέ την έννοια της ευθείας. Είμαι σίγουρος ότι ο πορνογερος Αρχιμήδης κάπως έτσι εμπνεύστηκε τα φονικά του κάτοπτρα.
- Με συγχωρείτε που ήρθα χωρίς να κλείσω ραντεβού, μου είπε με μια φωνή που έκανε τον ανεμιστήρα μου να πάθει ίλιγγο. Εσείς δεν είστε ο Αμβρόσιος Σακάδας;… Μα φυσικά, απάντησε μόνη της χωρίς να περιμένει. Ταιριάζει….. Κάπως έτσι σας είχα φανταστεί….. Κι η αγγελία σας στο Χρυσό Οδηγό δεν μπορεί να έχει λάθος στοιχεία. Έτσι δεν είναι;….. Αλλά γιατί είναι το γραφείο σας σε τέτοια κατάσταση; Συνέβη κάτι;….. Αχ, τι συναρπαστικό, αναφώνησε.
Τι θα μπορούσα να της απαντήσω; Ότι μετανάστευσε η καθαρίστρια η ότι αυτή και μόνο με την παρουσία της θα μπορούσε να προκαλέσει χειρότερα;
- Ξέρετε δεν ήρθα να σας κάνω ερωτήσεις κι ελπίζω να μην μου θυμώσετε γι’ αυτό, πρόσθεσε και καθώς το χαμόγελο ανέτειλε στο υπέροχο στόμα της, έζησα αυτοπροσώπως την περιπέτεια του Οδυσσέα με την Κίρκη.
- Δεν ήρθα ως πελάτης , αλλά για να σας ζητήσω δουλειά. Από μικρή ονειρευόμουν να βρεθώ κοντά σ’ έναν διάσημο ντετέκτιβ. Έχω διαβάσει τόσα βιβλία… Και μην ανησυχείτε για λεφτά. Ο άντρας μου έχει αρκετά.. δηλ. αρκετά,,,, και συνεχώς ταξιδεύει, κι εγώ έχω πολύ ελεύθερο χρόνο. Ξέρω καλή γραφομηχανή, αυτό δεν είναι στοιχειώδες;.. η βάση;…. Νομίζω ότι είμαι πολύ καλή για να λύνω μυστήρια. Βάλτε μου ένα γρίφο και θα δείτε. Θα σας απαντήσω αμέσως.
Είχα την εντύπωση ότι με δούλευε. Αυτό το υπέροχο πλάσμα, που μπορούσε να έχει ότι θέλει απ’ την ζωή χωρίς να κάνει τίποτα, αρκεί μόνο να είναι παρούσα, εκλιπαρούσε σχεδόν να ακούσει από μένα, έναν ντετέκτιβ της δεκάρας, να της λεω, αυτό, για το οποίο ένα σωρό ηλίθιοι, επί δυο χρόνια, ξοδεύουν το χρόνο και τα λεφτά τους στην Didakta: ‘’Προσλαμβάνεστε’’. Ε, δεν μπορούσα να της χαλάσω το χατίρι. Παρ’ όλες τις καμπύλες της διέσχιζε την ζωή σε μια αφοπλιστική ευθεία. Με ύφος Χαμφρευ Μπογκαρτ και βαλε, ξεστόμισα τις δυο τελευταίες φράσεις της ημέρας, πριν βυθιστώ στο υπόλοιπο μισό της Moskovskaya.
- Αφού επιμένετε τόσο, θα σας κάνω τη χάρη δεσποινίς. Ελάτε αύριο στις 11h το πρωί.
- Κορίνα Χαδιμογλου, είπε αυτή και πετάχτηκε χαρούμενη επάνω απλώνοντας μου ταυτόχρονα το χέρι της.
- Αυτό είναι το όνομα μου. Και μην ανησυχείτε για την εμφάνιση μου. Ξέρω πως πρέπει να’ναι ντυμένη μια γραμματέας.
Προσπάθησα να κρατήσω το χέρι της όσο περισσότερο μπορούσα. Ομολογώ ότι η επιρροή που ασκούσε επάνω μου ήταν ευεργετική. Ευτυχώς που ήμουν καθισμένος γιατί ένιωσα ξαφνικά να με πιέζει το παντελόνι στο καβάλο. Αυτή το τράβηξε μαλακά και χωρίς ιδιαίτερη βιασύνη έλυσε το χειρόφρενο κι έβαλε πρώτη. Σανίδωσε τον συμπλεχτη και μ’ένα εντυπωσιακό τετακε εκτινάχτηκε προς την έξοδο με τέτοια ταχύτητα που παραλίγο να ξεχάσω ότι ήταν εδώ. Δυο λεφτά αργότερα, οι κόρνες των αυτοκίνητων, τα σφυρίγματα και οι διαπληκτισμοί από κάποιο μικροατύχημα, μου κατέστησαν σαφές για ακόμα μια φορά ότι η Κορινα δεν ήταν μια παραίσθηση. Δεν ξέρω αν είμαι απαισιόδοξος αλλά με το ένα χέρι κρατούσα ένα ολόκληρο άδειο μπουκάλι. Με το άλλο… άσε καλύτερα γιατί μπορει να μας διαβάζουν και παιδιά. Σφήνωσα με μια διπλωμένη εφημερίδα την πόρτα του γραφείου και την έβγαλα στης Μαρίας που δεν μ’ άφησε να κλείσω μάτι. Όλο το βράδυ χοροπηδούσε πάνω μου και φώναζε, ώστε να μπορεί ν’ ακούσει όλη η γειτονιά:
- Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος, ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος!!!

Στο γραφείο εμφανίστηκα κατά τις 12h. Έσπρωξα την πόρτα και ξαναντίκρισα το χάος να με κοιτάζει σαν σαστισμένος βλάκας που χάσκει με το στόμα ανοιχτό. Σαν από διαίσθηση ένιωσα πως είχα μπροστά μου μια δύσκολη μέρα. Άραξα στο γραφείο μου. Το κεφάλι μου έπαιζε τον εθνικό ύμνο αλλά κολλημένο σαν πλάκα γραμμόφωνου στην πρώτη στροφή. Ο ανεμιστήρας γύριζε ακόμα αφού τον ξέχασα ανοιχτό. Η Κορίνα όμως ήταν άφαντη. Πέταξα το άδειο μπουκάλι στο πάτωμα- έτσι κι αλλιώς όλα εκεί ήταν πεταμένα- και καθώς προσπαθούσα να συγκεντρωθώ, να αρχίσω από κάπου τέλος πάντων, το μάτι μου κόλλησε στην γραφομηχανή. Σ’ ένα δαχτυλογραφημένο σημείωμα τηλεγραφικού τύπου διάβασα:
Αγαπητέ Αμβρόσιε
Θα επιστρέψω στις δώδεκα.
Λείπω για δουλειά.
Μας αναθέσανε μια υπόθεση.
Φιλιά Κορινα.
Δεν πρόλαβα να τελειώσω το διάβασμα κι η φασαρία από τα κορναρίσματα και τα σφυρίγματα στο δρόμο- ευτυχώς δεν είχαμε σήμερα ατύχημα- μου κατέστησαν σαφές ότι η Κορινα μόλις είχε επιστρέψει. Δυο λεφτά αργότερα στεκόταν όρθια μπροστά μου, λαχανιασμένη κι αναψοκοκκινισμένη. Δεν λεω, προσπάθησε να ντυθεί σαν γραμματέας. Δεν υπήρχε το έντονο μακιγιάζ της προηγούμενης μέρας ούτε οι ψεύτικες μακριές βλεφαρίδες. Τα μακριά μαλλιά της ήτανε μαζεμένα, το ένδυμα μαύρο κι όχι κόκκινο της φωτιάς και τα παπούτσια της στρωτά. Λείπανε δηλ. εκείνα τα τακούνια στιλέτα των 15 πόντων με τα οποία προφανώς κατέκτησαν την Ιερουσαλήμ οι σταυροφόροι. Κι ενώ η φούστα- στο ύψος των μηρών- αναδείκνυε σεμνά, τα ωραία πόδια, δεν είχε καμιά σχέση με το ελαστικό κολλητό μπλουζάκι που άφηνε τους ώμους και το μισό στήθος ακάλυπτα, έτσι που να νομίζεις πως αν σηκώσει λίγο τα χέρια της, θα έπεφτε στη μέση της και ένας θεός μονάχα ξέρει τι θα μπορούσε να συμβεί. Το πιο εντυπωσιακό όμως ήτανε το περίστροφο. Στο χέρι της κρατούσε ένα 32ρι περίστροφο, εφτάσφαιρο, όχι πολύ βαρύ αλλά αποτελεσματικό, απ’ αυτά που δεν δημιουργούν στα θύματα την υποχρέωση να ξοδέψουν μεταθανάτια τα χρήματα της κληρονομιάς για σοβάντισμα προκειμένου να δεξιωθούν με κάποια αξιοπρέπεια τους τεθλιμμένους πλην ανακουφισμένους συγγενείς και κληρονόμους στα εγκαίνια της τελευταίας κατοικίας τους.
-Ήρθα λίγο νωρίτερα σήμερα το πρωί για να εξοικειωθώ με το χώρο και για να συμμαζέψω, αλλά βρήκα αυτή τη κάρτα πάνω στην πόρτα, είπε και ξέσπασε σε κλάματα.
Την εξέτασα. Πολυτελές χαρτί, υδατογραφημένο, χρώματος μπεζ και με εξωγλυφα καφέ σκούρα γράμματα.
Ευγένιος Ζουραρης
Χειρουργός
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου
- Είχε κι ένα σημείωμα: πως έπρεπε να είσαι στην Εκάλη,….. στις δέκα και μισή σήμερα το πρωί ,….. αλλά επειδή ήξερα ότι θα αργήσεις, είπα να πάω εγώ, συνέχισε κλαίγοντας κι ήρθε και κούρνιασε στην αγκαλιά μου.
- Ε, και; την ενθάρρυνα να συνεχίσει και της έδωσα ένα χαρτομάντιλο να σκουπίσει τα δάκρια της.
Όχι πως δεν μου άρεσε το σερφιν αλλά βιαζόμουνα να φτάσουμε στο περίστροφο.
- Πήρα ταξί και πήγα… Χτύπησα το κουδούνι πολλές φορές αλλά….δεν απάντησε κανείς…. Φώναξα…. όταν απόειδα έκανα τον γύρο του σπιτιού απ’ τη μεριά του κήπου και….. σκόνταψα πάνω στο πιστόλι…. Το πήρα….. άλλ’ όταν έφτασα στην πισίνα είδα έναν άντρα ξαπλωμένο σε μια πολυθρόνα γεμάτο αίματα.
Ξανάβαλε τα κλάματα μόνο που τούτη την φορά το ρόλο του χαρτομάντιλου τον έπαιξε το πουκάμισο μου. Το κεφάλι της ακουμπούσε στο στήθος μου, η κοιλιά της..ω θεέ μου… και το χέρι της με το περίστροφο κρεμόταν χαλαρό στο πλάι. Της το πήρα, πριν πέσει κάτω και κάνει μπαμ. Το σήκωσα να το κοιτάξω και τότε ήταν που ο ανεμιστήρας έμεινε ακίνητος κι άρχισε να γυρίζει το ταβάνι κι όλο το γραφείο. Κρύος ιδρώτας μ’ έλουσε και κάποιος μου έσκιζε το στομάχι με τα τακούνια της Κορίνας.
- Το ‘φερα να το εξετάσουμε, μου ‘πε λίγο πιο ψύχραιμα. Ειν’ αποδεικτικό εγκλήματος, δεν είναι; Μπορεί να έγινε μ’ αυτό ο φόνος……… Παω να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπο μου και να σου φτιάξω ένα καφέ και θα ‘ρθω να λύσουμε το μυστήριο.
- Δεν χρειάζεται, της φώναξα έξαλλος. Αρκετά έκανες. Καλύτερα να πας στο σπίτι σου και να τα πούμε πάλι αύριο. Άλλωστε, για να μαθαίνεις, έκανες 6 λάθη σήμερα. 1ο. Δεν έπρεπε να πας. 2ο. Δεν έπρεπε να πιάσεις το όπλο. 3ο. Δεν έπρεπε να το φέρεις εδώ. 4ο. Έπρεπε να ειδοποιήσεις την αστυνομία και τις πρώτες βοήθειες μόλις βρήκες το θύμα. 5ο. Δεν πίνω ποτέ καφέ και 6ο. Εγώ είμαι ο ντετέκτιβ εδώ μέσα.
- Συγνώμη Αμβρόσιε,…… μου είπε μυξοκλαίγοντας. Θα μάθω…… Θα μάθω κι ύστερα θα δεις……. Και πριν προλάβω να τραβηχτώ μου ‘σκασε ένα ρουφηχτό και παρατεταμένο φιλί στο στόμα.
Κατάλαβα ότι έφυγε από την φασαρία στο δρόμο. Έσκυψα κι άρχισα να ψάχνω το μπουκάλι κι ας ήταν άδειο.

Ώρες αργότερα κι ακόμα δεν κατάφερα να σκεφτώ κάτι της προκοπής. Το όπλο ήταν πειστήριο, και την ιστορία με την γκόμενα δεν θα την πίστευε κανείς, ούτε με σφαίρες. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα…δεν ήταν καν παραίσθηση. Εφιάλτης ήταν.

Μόλις που πρόλαβα να κρύψω το περίστροφο. Ο υπαστυνόμος Ελπις εισέβαλε στο χάος κρατώντας κάτι που αν δεν το έβλεπα με τα ίδια μου τα μάτια δεν θα το πίστευα. Όχι πως έγινα πάλι αισιόδοξος αλλά στο χέρι κρατούσε αυτό χρειαζόμουν από ώρα: ένα μπουκάλι Serkova.
- Νομίζω πως θα το χρειαστείς, μου είπε χαμογελώντας και με το γνωστό φλέγμα του. Για μην λες ότι μόνο εσύ συνεισφέρεις στον έρανο….. Βρήκαμε το πτώμα του γιατρού Ζουραρη, συνέχισε χωρίς περιστροφές. Ξεκουραζόταν στην πισίνα όταν κάποιος του πρόσθεσε δυο κουμπότρυπες ακόμα στο πουκάμισο σχεδόν εξ επαφής. Όλη η πόλη το’ χει τούμπανο ότι η νεαρή γυναίκα του μπαινοβγαίνει από χτες στο γραφείο σου.
- Όλη η πόλη; Δηλαδή ποιος;
Πριν συνεχίσω έριξα μια κλεφτή ματιά στο παντελόνι μου αλλά η κατάσταση είχε ευτυχώς ηρεμήσει.
- Το ξέρεις ότι σ’ αυτό το κωλοκτήριο στεγάζονται πάνω από 10 γραφεία σε κάθε όροφο, συνέχισα μ’ αυτοπεποίθηση. Δηλ. περίπου 80 γραφεία, γιατί είναι εφταόροφο το οικοδόμημα και όχι μονοκατοικία.
- Αμβρόσιε μ’ αφήνεις έκπληκτο, με ειρωνεύτηκε. Δεν ήξερα ότι γνωρίζεις πολλαπλασιασμό. Όσο για το ποιος μου το είπε… θα σου πω βρε μαλάκα. Τα υπόλοιπα εβδομήντα εννέα γραφεία….. Απορώ πως φαντάστηκες ότι μια τέτοια γκόμενα θα περνούσε απαρατήρητη. Ξέρω ότι είσαι πιο έξυπνος. Αλλά και να μην ήξερες την γκόμενα, τι δουλειά έχει αυτό εδώ, και πριν προλάβω να αντιδράσω άρπαξε το επισκεπτήριο του Ζουραρη πάνω απ’ το γραφείο μου.
Θυμήθηκα ότι από πίσω έγραφε with compliments. Συνέχισα όμως να το παίζω χαζός.
- Τώρα το μόνο που απομένει να μου πεις είναι ότι οι σφαίρες προέρχονται απ’ το σιδερικό μου, είπα. Αυτά δεν συμβαίνουν ούτε στα πιο φτηνά αστυνομικά μυθιστορήματα,
- Το βρήκες. Και ξέρεις γιατί τα αστυνομικά είναι φτηνά; Γιατί η ζωή είναι πιο τολμηρή απ’ την λογοτεχνία αγαπητέ μου Αμβρόσιε. Δεν θα σε συλλάβω, αλλά μην φύγεις απ’ την πόλη. Νομίζω ότι αυτή τη φορά την έχεις βαμμένη, εκτός κι αν θέλεις να μου πεις η να μου δώσεις κάτι.
Έπεσε μια βαριά σιωπή. Ο υπαστυνόμος ήταν βέβαια φίλος. Προσπαθεί μάλλον να με προειδοποιήσει, σκέφτηκα. Λες να το ξέρει ο μπάσταρδος. Κι αν δεν το ξέρει, το υποθέτει, δεν είναι βλάκας.
- Καλά Αμβρόσιε, έσπασε την σιωπή. Σύντομα θα τα ξαναπούμε.
Δεν μπήκε στον κόπο να κλείσει πίσω του την πόρτα, Αλλά και να ‘μπαινε αυτός, μήπως θα έκλεινε η πόρτα; Το μόνο θετικό απ’ όλη αυτή την ιστορία είναι ότι βρήκα το εγώ το όπλο μου και όχι η Αστυνομία. Γιατί γραμματεία δεν ήταν γραφτό ν’ αποχτήσω. Μάλλον θα αγόραζα τηλεφωνητή. Και φτηνότερα θα μου στοίχιζε και λιγότερους μπελάδες θα μου δημιουργούσε.
Έβγαλα το περίστροφο και το σκούπισα προσεχτικά με ένα χαρτομάντιλο και άδειασα τις σφαίρες. Έλειπαν δυο. Έπειτα το καθάρισα, το δίπλωσα σε μια παλιά εφημερίδα και πήγα και το ‘ριξα σ’ ένα γραμματοκιβώτιο, καμιά δεκαριά στάσεις λεωφορείου πιο πέρα από την Πειραιώς μεριά..

Είχαν περάσει ήδη δυο-τρεις μέρες. Δεν πήρα εφημερίδα για να μην φανεί ότι ενδιαφέρομαι. Στο μεταξύ συμμάζεψα το γραφείο, δηλ. εκτός από τα έπιπλα και την γραφομηχανή, όλα τ’ άλλα τα ταχτοποίησα στον πλησιέστερο κάδο σκουπιδιών. Τώρα θα βρίσκονται σε κάποια χωματερή, ενθύμια για τις επόμενες γενιές. Κάθε τόσο έβλεπα από το παράθυρο το δρόμο. Σε δόσεις. Οι γρίλιες απ’ τις μεταλλικές περσίδες τον έκοβαν φέτες. Δεν ξέρω τι περίμενα εκεί καθισμένος και στεγνός. Ίσως ενδόμυχα να νοσταλγούσα τις φωνές στο δρόμο από την αναστάτωση που προξενούσε το πέρασμα της Κoρίνας.
Το τηλέφωνο μου έβαλε ξαφνικά τις φωνές. Ήταν ο Ελπις.
- Το ‘ξερα ότι θα σε βρω εκεί, μου ‘πε με φιλικό υφακι. Όταν σου είπα να μην φύγεις απ’την πόλη, δεν εννοούσα να μην βγαίνεις απ’το γραφείο. Αλλά για να κάθεσαι εκεί η φέσι είσαι η ανησυχείς, που σημαίνει ότι κάπου έβαλες και συ την ουρά σου.
- Κέρδισες, του ‘πα. Να περάσεις απ’ τα γραφεία της εταιρίας μας να πάρεις το δώρο σου. Κάθε μέρα έντεκα με μια.
- Κόψε τις σαχλαμάρες ρε Αμβρόσιε. Σου έχω νέα, είπε σοβαρά. Η γκόμενα ομολόγησε. Μπορεί ο νεκρός ν’ απόχτησε δυο επί πλέον κουμπότρυπες, αλλά απόχτησε κι ένα επί πλέον κουμπί. Το κρατούσε σφιχτά στο χέρι του.
Γι’ αυτό το ντεκολτέ της Κορινας ήτανε τόσο ανοιχτό, σκέφτηκα εγώ.
- Πάντως πολύ γκόμενα, αδελφέ μου, συνέχισε λιγότερο σοβαρά ο Ελπις. Εδώ στο ανακριτικό, οι συνάδελφοι χτυπούσανε στους τοίχους σαν τυφλοπόντικες. Τα λιγούρια..χα..χα..έπρεπε να ήσουν εδώ. Μεγάλη πλάκα. Αλλά τι σου τα λεω. Εσύ ούτε που την ξέρεις. Ούτε αυτή μας είπε τίποτα για σένα. Βέβαια δεν ξέρω στο δικαστήριο τι θα γίνει. Δεν βρήκαμε το όπλο του εγκλήματος. Μπορεί και να την γλιτώσει, λόγω ελλιπών ενοχοποιητικών στοιχείων. Πάντως η υπόθεση σχεδόν έκλεισε. Α, και να μην ξεχάσω. Βρήκαμε το όπλο σου. Κάποιος το έριξε σ’ ένα γραμματοκιβώτιο. Να έρθεις να το πάρεις για να υπογράψεις και την απόδειξη. Άντε τώρα σ’ αφήνω. Μπορείς να φύγεις κι απ’ τη πόλη…χα..χα.., το ‘κλεισε γελώντας.
Φτηνά την γλίτωσα, γαμώτο. Αυτό κι αν είναι κωλοφαρδία. Αλλά τι λέω ο ηλίθιος. Αυτή τα κανόνισε όλα. Ήξερε πως έτσι θα αντιδρούσα. Το κόλπο είναι πανάρχαιο κι εγώ κλασικό κορόιδο απ’ ότι φάνηκε τελικά. Έπρεπε να μάθω ποια είναι και να μην αφεθώ να πέσω σα χάνος στα καμπυλόγραμμα δίχτυα της. Αλλά αφ’ ενός όλα έγιναν πολύ γρήγορα κι αφ’ ετέρου όταν σου σερβίρουν ένα καλομαγειρεμένο μπιφτέκι σπάνια αναρωτιέσαι πριν το δοκιμάσεις από πού προέρχεται και ποιος το’ φτιαξε. Άραξα κι έβαλα τα πόδια μου πάνω στο γραφείο. Από πάνω μου στριφογύριζε ο ανεμιστήρας. Έψαξα στο συρτάρι τη Serkova που έφερε τις προάλλες ο Ελπις αλλά το μπουκάλι ήταν άδειο. Δυστυχώς δεν θυμόμουν να το ήπια όλο εγώ. Έκλεισα τα μάτια και με ονειρεύτηκα στην αγκαλιά της Κορινας. Tου παρά τρίχα θηλυκού μου Παρασκευα. Δεν βρήκα τίποτε παράξενο σ’αυτό. Το παράξενο όμως δεν ήταν τόσο ότι πίναμε ουίσκι στην κουπαστή μιας βάρκας, όσο το ότι η Κορινα χτυπούσε τα κύματα με την ουρά της.

ιστοριες 5η: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

Ο Χρόνος είναι μια περίεργη υπόθεση, ειδικά όταν δεν έχεις πώς να περάσεις την ώρα σου, γιατί τότε είναι που δεν περνάει με τίποτα. Μοιάζει με ένα κενό γεμάτο σάπια αναμονή που, σαν κινούμενη άμμος, σε ρουφάει αργά σε μια παραλυτική χαύνωση. Η αναδουλειά με φέρνει συχνά αντιμέτωπο με, αυτόν, τον κενό χρόνο. Αντιστέκομαι υγροποιώντας το ρευστό έτσι κι αλλιώς παρόν μου. Η μαύρη τρύπα με καταπίνει. Σαν την τροφή στο έντερο γλιστράω αργά στο λαβυρινθώδη μονοπάτι του. Πάντα προς την ίδια ανεξιχνίαστη κατεύθυνση. Επειδή όμως μένω ακίνητος, αντίθετα με αυτό που συμβαίνει στη θεωρία της σχετικότητας, ο χρόνος με προσπερνάει. Τρέχει με την ταχύτητα του φωτός που δεν μπορώ να αντιληφθώ. Όταν συνέρχομαι δυσκολεύομαι να ξαναβρώ την πραγματική ροή του. Για αρκετή ώρα έχω κενά μνήμης. Άλλες φορές διαπιστώνω ότι έχω χάσει ανεπιστρεπτί μερικά από τα τεύχη της μελλοντικής αυτοβιογραφίας μου. Να, λοιπόν, πως προκύπτει, για ακόμα μια φορά, στη μακραίωνη ιστορία της ανθρωπότητας, από μια τυχαία αλλά συχνά επαναλαμβανόμενη κατάσταση, μια νέα θεωρία, που σεμνά θα τολμούσα να ονομάσω: ‘’Η Θεωρία της Ασχετικότητας’’.

Ο ήχος του τηλεφώνου ήταν συμπαγής και συνεχής. Με βρήκε στον πάτο ενός τέτοιου κενού. Έπεσε στο κεφάλι μου σαν ξύλινη ανεμόσκαλα. Με τη βοήθεια του σκαρφάλωσα- ούτε κι εγώ ξέρω πως- μέχρι το ακουστικό και η φωνή του υπαστυνόμου Ελπι ήταν η χειρολαβή στο λεωφορείο της γραμμής του συμβατικού χρόνου.
- Αμβρόσιε εσύ; Μήπως διακόπτω; με ρώτησε με ύφος επείγοντος περιστατικού.
- Χμ, απάντησα νωθρά εγώ. Εξαρτάται τι εννοείς. Αν εννοείς ότι….
- Οκευ, οκευ, με διέκοψε βιαστικά. Χρειάζομαι την βοήθεια σου. Διάβασες τις σημερινές εφημερίδες; Πέθανε ο Γκιλ Μπέητς. Πρωτοσέλιδο…
- Τι λες, είπα ξαφνιασμένος. Λες να το έκανε επίτηδες; Για να γίνει πρωτοσέλιδο; προσπάθησα να αστειευτώ.
- Αστειάκια, ε; χαχάνισε ο Ελπις. Δεν είχε ανάγκη από δημοσιότητα ανόητε. Το ξέρεις. Βέβαια, απ’ την άλλη πάλι δεν έχεις κι ολότελα άδικο. Τον βρήκαμε σήμερα το πρωί στις 3ρεις, μόνο του, κλειδωμένο στο ιδιαίτερο του γραφείο, μ’ ένα περίστροφο στο χέρι και ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο αυτί. Μάλλον αυτοκτόνησε, αλλά πρέπει να διερευνήσουμε όλες τις πιθανότητες.
- Ωραία, είπα. Εγώ σε τι θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμος; Να στείλω το περίστροφο μου για βαλλιστική εξέταση; Αυτή τη φορά έχει ατράνταχτο άλλοθι. Ήταν μαζί μου όλο το βράδυ.
- Κόψε τις μαλακίες, σε παρακαλώ. Διεξάγεται σοβαρή έρευνα και θέλω να δεις τι θα μπορούσες να μάθεις ανεπίσημα.
- Μάλιστα, είπα. Βάζω γρήγορα τα τακούνια μου κι έρχομαι απ’ το τμήμα.
Έτριψα τα μάτια μου για να ξυπνήσω κι εστίασα στο γραφείο μου. Μια άδεια μποτίλια βότκας πάνω σ’ένα βιβλίο κοσμούσαν σαν νεκρή φύση το έπιπλο. Θυμήθηκα αόριστα πλην σαφώς ότι μεθούσα. Μου ήταν όμως αδύνατο να θυμηθώ τι διάβαζα. Σήκωσα το μπουκάλι και σκαναρισα αυτό που ξεχώρισε πάνω στο στρογγυλό λεκέ που άφησε στο εξώφυλλο. Αν κρίνω από τον τίτλο: ‘’Μετρώντας τον άχρονο χρόνο’’, το κωλοβιβλίο πρέπει να έχει κάποια σχέση μ’ αυτόν.

Μια ώρα αργότερα καθόμουν απέναντι από τον Ελπι που μου εξηγούσε περιληπτικά το συμβάν.
- Θέλω να έρθεις μαζί μου στην εταιρία. Απ’ την πρώτη επίσκεψη, διαπιστώσαμε ότι πρόκειται για αληθινό φρούριο. Τίποτα δεν μπαίνει και δεν βγαίνει χωρίς ηλεκτρονικό και φυσικό έλεγχο. Τα συστήματα ασφάλειας είναι τα τελειότερα στον κόσμο. Φυσικό άλλωστε αφού ο Μπεητς είναι ιδιοκτήτης της μεγαλύτερης επιχείρησης ηλεκτρονικών στον κόσμο. Κατέχει το 85% του….
- Ξέρω, ξέρω, το διέκοψα. Είδα τις προάλλες στην τηλεόραση ένα ντοκιμαντέρ. Παρακάτω.
- Θα παμε μαζί. Εσύ βρες τρόπο να μείνεις μέσα. Τρύπωσε και κρύψου όπου μπορείς. Ζήτησα ένταλμα αλλά δεν θα το έχω πριν τις ενtεκα αύριο το πρωί. Στο μεταξύ μπορεί να εξαφανιστούν στοιχεία. Αν δεν είναι αυτοκτονία η δουλειά έγινε από μέσα. Πιθανόν κάτι να βρεις.
- Κι αν με πιάσουν;
- Θα σε ξελασπώσουμε ηλίθιε. Ενεργείς για την αστυνομία. Δεν είσαι μόνος. Φρόντισε όμως να μην σε πιάσουν. Θα μας γλιτώσεις από περιττές σκοτούρες
- Πως το μάθατε; ρώτησα πάλι
- Ανώνυμο τηλεφώνημα. Δεν ξέρουμε ακόμα ποιος, αλλά θα μάθουμε.
- Ωραία. Έχω καιρό να πάρω μια οδοντόβουρτσα;
Με κοίταξε αυστηρά.
- Ας έπλενες τα δόντια σου πριν έρθεις.
Ο Ελπις σηκώθηκε. Τον ακολούθησα.

32 όροφοι στο κέντρο της πόλης. Ένα σκοτεινό γυάλινο κτίριο σαν τον ογκόλιθο του ‘’Οδύσσεια 2 000’’. Μια κάθετη πόλη. Μια διαστημική βάση με 2 500 υπαλλήλους. Η διοίκηση της μεγαλύτερης αυτοκρατορίας του κόσμου. Και όχι μόνο η διοίκηση. Όλα τα εργαστήρια έρευνας και εφαρμογών της εταιρίας. Μόνο με μια από τις πατέντες τους κι έλυνες τα οικονομικά προβλήματα της ζωής σου και όλων των απόγονων σου για αρκετές γενιές. Ένα φρούριο γεμάτο κάμερες και φωτοκύτταρα και αισθητήρες κάθε λογής και ένα ιδιωτικό στρατό από σεκιουριτυ να προστατεύουν τα σπάνια μυστικά της ιδιοφυΐας του Γκιλ Μπεητς, του πλουσιότερου και πιο επιτυχημένου θνητού στο γνωστό μας σύμπαν. Η περιουσία του ισοσκέλιζε σχεδόν τον προϋπολογισμό όλου του δυτικού κόσμου. Και φυσικός θάνατος να τον έβρισκε πάλι η αστυνομία θα έκανε έρευνες για τον θάνατο του. Τέτοιοι άνθρωποι δεν πιστεύει κανείς ότι είναι δυνατόν να πεθάνουν, γιατί και ο Χάρος- και δεν με νοιάζει η γνώμη σας- δεν μπορεί, θα ‘χει κι αυτός μια ταρίφα.

Πήραμε το ασανσέρ για τον τελευταίο όροφο. Εκεί ήταν το προσωπικό του γραφείο. Το άδυτο των αδυτων. Ο ναός του μέλλοντος μας. Η γεννήτρια της αυτοκρατορίας του. Η κρύπτη όλων των μυστικών. Ήταν ένα τεράστιο και πολυτελέστατο λοφτ, χωρίς συστήματα παρακολούθησης και σχεδόν χωρίς έπιπλα. Δεν υπήρχαν βιβλιοθήκες, συρτάρια και ντουλάπια, παρά μόνον ένα καθιστικό δίπλα στο μοναδικό γραφείο που αγνάντευε την πόλη από ψηλά. Δεν είχα ξαναδεί την πόλη έτσι. Το μπετόν έπνιγε σχεδόν κάθε άλλο στοιχείο σαν μια άγρια πέτρινη ζούγκλα. Οι δρόμοι, οι πλατείες και τα πάρκα ήταν ασήμαντες μουντζούρες και μέσα σ’ αυτά κάτι ακόμα πιο μικροσκοπικά σημαδάκια, σαν έντομα, να κινούνται. ‘’Τι ήμασταν άραγε εμείς για κάποιον που μας έβλεπε έτσι;‘’ Από τις βαρυσήμαντες αυτές σκέψεις με έβγαλε ο Ελπις. Μου έδειξε συνωμοτικά με το βλέμμα του ένα δεύτερο ασανσέρ στο βάθος του δωματίου. Ασανσέρ που πρέπει να χρησιμοποιούσε μόνο ο Κροίσος της γνώσης, ο απόλυτος άρχων των μελλοντικών αναγκών μας. Πιθανόν να οδηγούσε στη κεντρική μονάδα του προσωπικού του κομπιούτερ, που δέσποζε πάνω στο τέως μοναχικό του γραφείο. Ο Ελπις κουβάλησε επίτηδες μαζί του σχεδόν όλο το τμήμα. Το τεράστιο γραφείο ακόμα και μ’ όλο αυτό το συρφετό εξακολουθούσε να δείχνει άδειο, αλλά οι τρεις συνοδοί μας είχαν εμφανές πρόβλημα να μας παρακολουθούν όλους ταυτόχρονα. Έτσι σε κάποια στιγμή χώθηκα στο ασανσέρ και ταξίδεψα μαζί του στον μυστικό υπόγειο κόσμο του μάγου της πληροφορικής. 32 όροφοι και 7 υπόγεια σε 12’’. Ουοου! Αυτό θα πει ταχύτητα. Έμοιαζε περισσότερο με ελεύθερη πτώση, χωρίς αλεξίπτωτο. Ξανάστειλα το ασανσέρ στην παλιά θέση του και βάλθηκα να εξερευνώ τον χώρο. Έρημοι διάδρομοι προς κάθε κατεύθυνση, με πόρτες δεξιά και αριστερά. Δεν υπήρχαν παράθυρα η πόρτες που να οδηγούν αλλού. Θαλεγε κανείς ότι το ασανσέρ ήταν η μοναδική είσοδος και έξοδος. Ένας πράσινος ομοιόμορφος και χαμηλός φωτισμός τύλιγε τα πάντα. Δεν είχε προφανώς συστήματα ασφαλείας γιατί κανείς δεν με ενόχλησε στους εξερευνητικούς περιπάτους μου. Άνοιγα πόρτες και έκλεινα πόρτες. Παντού κλιματιζόμενες μονάδες κομπιούτερ. Ώσπου βρέθηκα σ’ έναν επίσης τυφλό αλλά αρκετά μεγαλύτερο χώρο στη μέση του οποίου υπήρχε μια σφαίρα φτιαγμένη από γυαλί και μέταλλο. Στη μέση της σφαίρας υπήρχε μια άλλη σφαίρα από τα ίδια υλικά, μόνο που η δεύτερη αυτή εσωτερική σφαίρα φιλοξενούσε ένα χειριστήριο μ’ ένα καντράν γεμάτο μετρητές και λαμπάκια κι ένα μοχλό που έμοιαζε με σφαιρικό Αστρολάβο σαν αυτόν που εφεύρε ο Πτολεμαίος πριν από 22 αιώνες.
Άραξα σε μια γωνιά και αφέθηκα στο κενό του χρόνου που λέγεται ύπνος.

Ξύπνησα απ’ τον ήχο κάποιου που έσερνε τα πόδια του. Άνοιξα τα μάτια μου κι αντίκρισα μπροστά μου ένα γέρο να με κοιτάζει χωρίς έκπληξη.
- Ποιος είσαι εσύ παλικάρι μου;
Δεν βιάστηκα ν’ απαντήσω. Σηκώθηκα αμίλητος και με το πάσο μου, ταχτοποίησα το τσαλακωμένο κοστούμι μου και σκούπισα με την ανάστροφη του χεριού μου τις τσίμπλες απ τα μάτια μου. Δεν έδειξε να φοβάται.
- Έλα από δω λεβέντη μου. Πάμε να κάτσουμε κάπου πιο άνετα.
Μιλούσε ήρεμα σαν να ήταν απολύτως φυσιολογικό να βρίσκει αγνώστους στο υπόγειο κάθε τόσο. Τον ακολούθησα. Με οδήγησε σ’ ένα χώρο ευρύχωρο, αλλά επίσης χωρίς παράθυρα. Ήταν ένα είδος άνετης κατοικίας, κάτι σαν μπανγκαλόου, εξοπλισμένο με όλες τις οικιακές συσκευές. Φωτιζόταν όμως με λευκό φως- όχι μ’ εκείνο το αρρωστιάρικο πράσινο των άλλων χώρων- επίσης ομοιόμορφα κατανεμημένο.
- Αν θέλεις να ρίξεις λίγο νερό στο πρόσωπο σου το μπάνιο είναι εκεί.
Έριξα λίγο νερό στο πρόσωπο μου και μέχρι να τελειώσω, ο γέρος είχε ήδη στρώσει το τραπέζι. Όχι τίποτα σπουδαίο. Διάφορα τυριά κι αλίπαστα. Μου έγνεψε να κάτσω ενώ σερβιρε στα ποτήρια κρασί.
- Ελπίζω να μην θέλεις μπύρα. Εγώ δεν πίνω. Κάνει κακό στον προστάτη. Πίνω μόνο κρασί.
Πάτησε φρένο για να δει αν είχα να κάνω κάποιο σχόλιο. Δεν είχα όμως κι αυτός συνέχισε.
- Δεν είσαι από …. θέλω να πω ….δικός μας. Έτσι δεν είναι;
Εδώ έβαλε χειρόφρενο. Έτσι ήρθε αμετάκλητα η σειρά μου.
- Δε ξέρω ακριβώς τι εννοείς γέρο. Λέγομαι Αμβρόσιος Σακάδας και είμαι ιδιωτικός ντετέκτιβ. Ερευνώ τον θάνατο του Μπεητς. Για να είσαι εδώ κάτι πρέπει να ξέρεις, δήλωσα.
- Τον ξέρω απ’ την ημέρα που πάτησε το πόδι του σ’ αυτή τη πόλη… Μόλις είχα ανοίξει μια μικρή εταιρία… πανε πολλά χρόνια από τότε. Αυτός ήρθε και με βρήκε…. Όλα αυτά που βλέπεις έγιναν μετά.
- Πλάκα μου κάνεις γέρο, είπα δύσπιστα. Ο Μπεητς δεν ήταν μεγαλύτερος από 50 ετών.
- Ήταν νεαρέ μου. Δυστυχώς ήταν….. Αλλά και με μιαν άλλη έννοια δεν ήταν…..
- Και ποια είναι αυτή η άλλη έννοια; ρώτησα ακόμα πιο δύσπιστος, αλλά ο γέρος με αγνόησε.
- Σκέφτηκα να τα πω όλα στον αστυνόμο σήμερα το πρωί, αλλά θα νόμιζε ότι έχασα τα λογικά μου. Σε διαβεβαιώνω όμως ότι είμαι μια χαρά. Η ιστορία είναι…. δύσκολα την πιστεύεις… Το μυστικό αυτό το κουβαλάω μια ζωή… Δεν τοχω πει σε κανέναν… Ποτέ… Τώρα όμως πέθανε….. δεν πέθανε; Δε μπορώ να το κουβαλάω άλλο.
- Και θες υποθέτω να το μοιραστείς μαζί μου γιατί είμαι ο πιο κατάλληλος.
- Ιδιωτικός ντετέκτιβ δεν είσαι; είπε χαμογελώντας
- Που σημαίνει; Τι σημαίνει; Κορόιδο; Εύπιστο κορόιδο.
- Όχι γιε μου. Δεν είπα κάτι τέτοιο.
Δεν χαμογελούσε. Ήπιε λίγο κρασί και μετά χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του απ’ το ποτήρι, ξεκίνησε.
- Δεν ξέρω κι εγώ πως ν’ αρχίσω. Υπάρχουν πράγματα που δύσκολα γίνονται πιστευτά κι εσύ δεν είσαι καν επιστήμων.
- Είμαι όμως γεμάτος αυτιά, είπα εγώ. Δε φαντάζεσαι τι έχω ακούσει στη μίζερη ζωή μου. Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να μου προξενήσει την παραμικρή έκπληξη. Γι’ αυτό γέρο keep going….. Μήπως έχεις λίγη βότκα;
- Μόνο κρασί, απάντησε ο γέρος. Ο γιατρός μου είπε να πίνω μόνο κρασί. Κι αυτό με μέτρο… Για την καρδιά…. Λίγο κρασί κάνει καλό.
- Ας είναι γέρο. Κρασί…. Κρασί και ιστορίες…...Μ’ αρέσουν οι καλές ιστορίες…
- *Οι ιστορίες είναι σαν τα φωτογραφικά στιγμιότυπα, εικόνες αρπαγμένες από την αγκαλιά του χρόνου με καθαρά, σκληρά περιθώρια,[1] απηγγειλε ο γέρος. Απίστευτες γιε μου αλλά αληθινές πέρα ως πέρα…. Ο Μπεητς που λες, και πιθανόν να μην είναι καν αυτό το όνομα του, δεν ήταν από δω. Ήρθε και με βρήκε προ πεντηκονταετίας. Τότε ήταν λίγο νεώτερος, αλλά σαφώς μεγαλύτερος στα χρόνια από μένα. Έψαχνε κάποιον που να μπορεί να παράγει κάποιες πατέντες που έφερνε μαζί του. Εγώ μόλις είχα δημιουργήσει- όπως ήδη είπα- μια μικρή εταιρία. Οι πατέντες όμως του Μπεητς ήταν απίστευτα καινοτομικές και είχαν σχέση με πολλούς τομείς. Σχεδιασμό και παραγωγή ολοκληρωμένων κυκλωμάτων και παραγωγή λογισμικού για σχεδόν οτιδήποτε, από παραγωγή, διαχείριση, συγκέντρωση και μετάδοση πληροφοριών, από ψηφιακή επεξεργασία εικόνας και ήχου μέχρι διαχείριση δικτύων κλπ., κλπ….. Αυτά που στο πανεπιστήμιο θεωρούσαμε πεδίο μελλοντικής και πρωτοποριακής έρευνας, αυτός τα είχε σχεδιασμένα και μάλιστα σε σημείο άμεσης υλοποίησης και εφαρμογής. Μην φανταστείς βέβαια ότι τα πράγματα ήταν τόσο εύκολα. Δεν μπορείς να ρίξεις έτσι απλά και ξαφνικά στην αγορά συστήματα που αναποδογυρίζουν τις πολύπλοκες σχέσεις της ζωής και της εργασίας. Αυτό είναι κάτι που θέλει μέθοδο και χρόνο. Πρέπει να γίνουν όλα με ρυθμούς που να μπορούν όλοι να παρακολουθήσουν και να προσαρμοστούν. Η κοινωνική αδράνεια, που είναι τεράστια, αντιστέκεται τρομαχτικά σε τέτοιες αλλαγές…..
- Κι από πού είπες ότι ήρθε ο Μπεητς; τον διέκοψα.
- Δεν είπα… Τότε δεν ήξερα κιόλας… Για να είμαι ειλικρινής ούτε τώρα ξέρω. Απλά υποθέτω. Αυτός πάντως είναι ο βασικός λόγος που δεν έκανε εμφανίσεις και δεν έδινε συνεντεύξεις. Έγινε ο πιο δυνατός και πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο και κανείς δεν ξέρει τίποτα για το παρελθόν του. Ούτε εγώ που τον έβλεπα περισσότερο απ’ όλους. Ήταν σαν να εμφανίστηκε απ’ το πουθενά…..
- Τι λες τώρα, ρε γέρο. Αν έχει κάποιος τόσα πολλά λεφτά μπορεί να σβήσει και να ξαναγράψει το παρελθόν του όσες φορές θέλει. Δεν είναι δύσκολο.
- Έτσι λες εσύ. Αυτό ίσως λέει και ο κοινός νους. Αλλά ο Μπεητς δεν μπήκε καν σ’ αυτόν το κόπο, παρόλα τα λεφτά του. Και ξέρεις γιατί δεν μπήκε; Γιατί ήρθε απ’ αλλού. Το παρελθόν του βρίσκεται αλλού. Το παρελθόν του είναι ίσως κι η αιτία του θανάτου του.
- Μάλιστα, είπα εγώ που, για ακόμα μια φορά, δεν καταλάβαινα τίποτα. Μήπως σε παίρνει να τα κάνεις λίγο πιο λιανά…
- Νομίζω, και μην το πάρεις στραβά, ότι είναι μάλλον απαραίτητο να σου πω λίγα πράγματα περί χρόνου, πριν συνεχίσουμε. Γιατί δεν φαίνεται να με παρακολουθείς.
Έγνεψα ναι με το κεφάλι μου. Ο γέρος συνέχισε.
- Ο χρόνος ήταν πάντοτε μια πρωταρχική φιλοσοφική έννοια, που οι αρχαίοι την αντιλαμβανόντουσαν μέσα από την φθορά, μέσα από την γήρανση, και μάλιστα, σαν μια ευθύγραμμη και μη αναστρέψιμη διαδικασία, που οδηγούσε αναπόφευκτα στο θάνατο. Ο Αριστοτέλης, πρώτος, συνέδεσε τον χρόνο με τον χώρο. ‘’Αντιλαμβανόμαστε το χρόνο μόνο όταν έχουμε κίνηση,’’ έγραφε, κι εννοούσε την μετακίνηση ενός αντικειμένου στον χώρο. Οι Στωικοί, το 300 π. Χ., δίδασκαν ότι τα πάντα κινούνται κυκλικά και κυρίως οι πλανήτες και ότι κάθε φορά που έρχονται στην αρχική τους θέση, σ’ εκείνη δηλ. που είχαν όταν δημιουργήθηκε ο Κόσμος, αυτός καταστρεφόταν και ξαναγεννιόταν με την ίδια διάταξη που είχε προηγουμένως. Δηλ. οι άνθρωποι ξαναγεννιόνταν με τον ίδιο τρόπο, ξαναζούσαν στους ίδιους τόπους, στο ίδιο περιβάλλον και είχαν τις ίδιες ασχολίες. Κι αυτό, πίστευαν ότι είναι κάτι που έγινε πολλές φορές στο παρελθόν και θα επαναληφθεί άπειρες φορές στο μέλλον χωρίς να σταματήσει ποτέ. Έτσι τουλάχιστον γράφει ο Νεμεσιος, χριστιανός φιλόσοφος, το 400 π.Χ. στο σύγγραμμα του ‘’Περί φύσεως των ανθρώπων’’. Η γενική αυτή άποψη των Στωικών περί αναδημιουργίας του Σύμπαντος βρίσκει σχετικά σύμφωνη την σύγχρονη Κοσμολογία. Παρόμοιες δοξασίες είχαν και άλλοι αρχαίοι λαοί, όπως οι Μάγια και οι Ασντζεκοι, και μάλιστα προσδιόριζαν αυτές τις περιόδους σε 260 και 32 χρόνια αντίστοιχα. Οι πιστοί της σχολής Χιναγιανα- στην Ινδία- δίδασκαν ότι ο εσωτερικός κόσμος είναι προϊόν της κυκλικής ροής του χρόνου και πρόκειται για μια ψευδαίσθηση. Οι δε Ταοιστες, πολύ πριν ανατείλει η εποχή του Αϊνστάιν, υποστήριζαν την αδιατάραχτη ενότητα κι αλληλεπίδραση χώρου και χρόνου. Ο Αυγουστίνος μιλάει ότι για τον θεό δεν υπάρχει χρόνος, αλλά αιωνιότητα, με την έννοια της άχρονης παρουσίας, μέσα στην οποία δεν έχουν νόημα οι έννοιες παρελθόν, παρόν και μέλλον. Βέβαια επικράτησε, και με το βάρος των απόψεων του Καντ, η λανθασμένη θεωρία του γραμμικού χρόνου- της ακαταπόνητης ροής του προς το μέλλον- κι όχι η ιδέα της συνεχούς ανακύκλωσης. Δεν υποστηρίζω ότι είναι πιο σωστή η δεύτερη. Αλλά η δεύτερη μιλάει για ανακύκλωση επειδή δεν διανοείται- κι είναι έξω απ’ την ανθρώπινη φαντασία- να δεχτεί την ταυτόχρονη ύπαρξη πολλών χρόνων….
- Συγνώμη; Πως το είπες αυτό παππού;
- Όπως το άκουσες… Αλλά τώρα θέλω να με συγχωρήσεις για λίγο. Ας κάνουμε ένα διάλειμμα…. Φταιει και το κρασί, φταιει κι ο προστάτης.
Σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα. Όση ώρα άδειαζε την κύστη του, εγώ σκεφτόμουν ότι στην πραγματικότητα δεν είμαι ντετέκτιβ αλλά φοιτητής. Δεν είχα βέβαια απέναντι μου εκείνη την μελαχρινούλα που με βασάνιζε καθώς με κοιτούσε αθώα δήθεν με το στυλό στο στόμα. Ήταν περισσότερο σαν να έκανα ιδιαίτερο μάθημα. Κι ο γέρος μιλούσε σαν δάσκαλος- μάλιστα ήταν ιδιαίτερα σαφής- αλλά κι εγώ μάθαινα ένα σωρό ενδιαφέροντα πράγματα, άσχετα αν δεν ήξερα ακόμα που θα μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω. Άλλωστε έτσι συμβαίνει συνήθως με τις σπουδές. Άλλο σπουδάζεις κι άλλο επάγγελμα κάνεις για να επιβιώσεις. Δεν έχω παράπονο. Το επάγγελμα του ντετέκτιβ, τελικά, μας προέκυψε ιδιαζόντως επιμορφωτικό. Έβαλα για πολλοστή φορά κρασί στο ποτήρι μου και βούτηξα ένα γατοκεφαλο στο λάδι μια αλίπαστης λακέρδας. Στο τραπέζι δεν είχε μείνει σχεδόν τίποτα, κι ας τσιμπούσαμε χωρίς βιασύνη, παρά μόνον άδεια πιάτα και άδεια μπουκάλια κρασιού. Ο γέρος γύρισε ενώ ακόμα μασουλούσα. Κρατούσε μια καινούργια μπουκάλα κρασί. Την άνοιξε με τον αργό ρυθμό της ηλικίας του και σαν να ήθελε ν’ αποδείξει τη σχετικότητα του χρόνου ρώτησε χωρίς βιασύνη όταν ξαναγέμισε τα ποτήρια.
- Που είχαμε μείνει;
- Κάτι είπες για πολλούς χρόνους…
- Είπα ότι υπάρχουν πολλοί χρόνοι; Υπάρχουν. Αυτό είναι σίγουρο. Ο καθένας από μας ζει στο δικό του χρόνο……
- Δεν έλεγες αυτό….άλλο έλεγες..
- Άλλο; Tι άλλο;…..με κοίταξε σαστισμένος σαν να κόλλησε η μίζα. Έκανε μια στάση λίγων δευτερολέπτων κι αίφνης ξαναπήρε μπρος.
- A..ναι. ναι. Έλεγα, γιε μου για τους κλώνους…Μάλιστα…‘Η, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ανήκουν σε τρεις διαφορετικές διαστάσεις, η, υπάρχουν περισσότερα κανάλια χρόνου, περισσότεροι κλώνοι δηλ. με παρελθόν, παρόν και μέλλον, όπου οι άνθρωποι ζουν σε πιο προηγμένους η λιγότερο αναπτυγμένους αλλά ίδιους πολιτισμούς με τον δικό μας, η- κι αυτό ακόμα είναι πιθανόν- ζουν σε πολιτισμούς που έχουν πάρει εντελώς άλλη κατεύθυνση από τον δικό μας….
- Μην με ρωτήσεις να σου πω, δεν ξέρω, είπα αστειευόμενος.
Ο γέρος που μόλις ξεφορτώθηκε το από-όχι-μόνο οικολογικής άποψης βλαβερό απόβλητο, συνέχισε τη διάλεξη εκτοξεύοντας πολύπλοκες θεωρίες και ονόματα σαν αυτά των ισπανών που σε προκαλούν να λες πάντα μετά: ‘’ κι ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα.’’ Μάντευα τι θα έλεγε παρακάτω. Ήταν ηλίου φαεινότερο. Αλλιώς θα ήμουν κακός φοιτητής. Θα έλεγε ότι ο Μπεητς ήρθε από άλλη διάσταση του χρόνου. Με μια χρονομηχανή. Κι αυτό είπε.
- Ο Μπεητς ήρθε από μιαν άλλη διάσταση του χρόνου. Θυμάσαι την συσκευή στη σάλα που σε μάζεψα; Είναι μια χρονομηχανή. Δεν ξέρω πως δουλεύει. Ούτε που μπορεί να παει. Ο Μπεητς όμως ταξίδευε συχνά κι έφερνε όχι μόνο νέες πατέντες αλλά και σχέδια για το πώς θα τις πλασάρουμε στην αγορά. Προφανώς ταξίδευε στο μέλλον. Αλλά και στο παρελθόν. Για να προετοιμάσει το έδαφος ώστε οι εμπορικές του συμφωνίες να είναι επιτυχείς. Αλλοίωνε επίσης τα στοιχεία των ερευνών των ανταγωνιστών του ώστε να μην βρεθούν στα μονοπάτια του.
- Τι ανταγωνιστές και κουραφέξαλα.. Αν είναι όπως τα λες, αυτός έφερνε ιδέες απ’ το μέλλον. Τα ήξερε όλα πρώτος. Ποιος θα μπορούσε να τον ανταγωνιστεί;
- Δεν είναι απόλυτο αυτό, γιε μου. Ο Αϊνστάιν είπε πως αν δεν διατύπωνε την θεωρία της σχετικότητας θα την διατύπωνε κάποιος άλλος πολύ σύντομα. Πενήντα χρόνια δεν είναι μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από πέντε χρόνια η πέντε μέρες για την επιστήμη. Ένα τυχαίο συμβάν και κάποιος βρίσκει κάτι 50 χρόνια νωρίτερα. Πρόσεξε όμως. Νωρίτερα από τι; Δεν μπορεί να εννοηθεί το νωρίτερα σε σχέση με τον εαυτό του. Γι’ αυτό σου μιλάω για κλώνους. Πενήντα χρόνια εκεί δεν είναι απαραίτητα πενήντα χρόνια κι εδώ. Ειδικά όταν κάτι είναι τόσο κερδοφόρο. Και οι μεγαλύτεροι επιστήμονες υποκύπτουν στον πειρασμό να στρέψουν την ερευνά τους εκεί που υπάρχουν μεγάλα κέρδη.
- Και ο Μπεητς, όπως τα λες, ταξίδευε στο χρόνο και σαμποτάριζε τις έρευνες των ανταγωνιστών του αντί να τους σπάσει το κεφάλι.
- Όχι, όχι. Είμαι σίγουρος ότι δεν έκανε τέτοια. Άλλωστε θα το έγραφαν οι εφημερίδες, διαμαρτυρήθηκε ο γέρος.
- Ποιες εφημερίδες; Από ποιο παρακλάδι του χρόνου; Θ’ αστειεύεσαι φυσικά….Άλλο όμως θέλω να ρωτήσω. Ας πούμε ότι μέχρις εδώ κατάλαβα, είπα. Με το άλλο τι γινόταν;
- Με το άλλο; Ποιο άλλο;
- Δεν γερνούσε. Εσύ δεν είπες ότι όταν σε βρήκε ήταν μεγαλύτερος σου; Ενώ τώρα που πέθανε του ρίχνεις τουλάχιστον 30 χρόνια. Αυτό πάλι πως γινόταν;
- Αυτό είναι το πιο εύκολο. Στη φυσική, όταν πήγαινες σχολείο, πόσο καλός ήσουν; με ρώτησε πάλι χαμογελώντας με πατρικό ενδιαφέρον.
- Γιατί;
- Για να δω τι εισαγωγή πρέπει να σου κάνω. Κοντεύει να ξημερώσει.
- Τα απαραίτητα, είπα εγώ. Πες τα απολύτως απαραίτητα.
- Ωραία. Θαχεις ακούσει για τον Αϊνστάιν, ε;
Δεν είδε τον μορφασμό που έκανα. Σηκώθηκε και ξαναπήγε στην τουαλέτα, χωρίς να ζητήσει συγνώμη αυτή τη φορά. Άρχισα να γλαρώνω αλλά ο ήχος από το καζανάκι με συνέφερε. Άνοιξα τα μάτια την ώρα που ο γέρος καθόταν στο τραπέζι. Πρόλαβα να δω ένα υγρό λεκέ στο παντελόνι του.
- Η θεωρία της σχετικότητας λεει, με λόγια απλά, ότι ο χρόνος διαστέλλεται όπως και η μάζα ενός αντικειμένου, όταν αυξάνει η ταχύτητα του. Αν το αντικείμενο αυτό αποκτήσει την ταχύτητα του φωτός, ο χρόνος σταματάει. Ταυτίζεται με την αιωνιότητα. Το παράδοξο αυτό, για την κοινή λογική, της διαστολής του χρόνου, έχει αποδειχτεί πειραματικά. Δεν είναι υπόθεση. Βέβαια ο Αϊνστάιν, υποστηρίζει ότι αυτό ισχύει στον ευθύγραμμο χρόνο, αλλά προφανώς ισχύει όπως και να κινείται ο χρόνος. Αλλιώς δεν εξηγείται πως ο Μπεητς πήγαινε μπρος, πίσω και όπου αλλού ήθελε με την μηχανή του. Έτσι αν υπολογίσουμε χονδρικά, ο Μπεητς μεγάλωσε μόνο 20 χρόνια σ’ ένα διάστημα 60 ετών. Αυτό σημαίνει ότι ταξίδευε τα δυο τρίτα του χρόνου αυτού, δηλ. 40 χρόνια. Με αλλά λόγια, σε 60 χρόνια μεγάλωσε 20, γιατί είκοσι χρόνια υπήρξε δέσμιος του χρόνου. Ο Αϊνστάιν, στην ‘’Γενική θεωρία της σχετικότητας’’, λέει επίσης ότι αν συμπιέσουμε τη μάζα ενός αντικειμένου σε υπερβολικά μεγάλα επίπεδα, από ένα σημείο και ύστερα δεν μπορεί πλέον να σταματήσει το ‘’ζάρωμα’’ της, το οποίο θα συνεχιστεί έως ότου να γίνει αόρατη και άνευ διαστάσεων και να χαθεί σε μια σημειακή ‘’ρουφήχτρα’’. Η μάζα επομένως αυτή, όσο περίεργο και να ακούγεται, μπορεί θεωρητικά να ταξιδέψει μέσα στο χωρόχρονο και να καταλήξει σε ένα άλλο Σύμπαν που συνυπάρχει με το δικό μας, χωρίς να γίνεται αντιληπτό από μας. Απ’ αυτό το αντιπαράλληλο Συμπαν, η ίδια μαζα, μπορεί να ξαναεπιστρέψει και πάλι στο δικό μας Συμπαν, μέσα από μια νέα ‘’ρουφήχτρα’’ του αντιπαράλληλου Σύμπαντος, που αγκαλιάζεται από την μαύρη τρύπα. Οι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας όπως ο Βερν, ο Όργουελ και πολλοί άλλοι, το λένε ‘’Πύλη’’ η ‘’Πόρτα’’. Το ίδιο είναι. Ο Μπεητς με τη χρονομηχανη, δημιουργεί στο εσωτερικό συνθήκες μαύρης τρύπας. Εκεί ο χώρος και ο χρόνος παύουν να υπάρχουν και ο επιβάτης μπορει ανεμπόδιστα να μεταπηδάει όποτε επιθυμεί μπρος και πίσω στο χρόνο η σε αντιπαράλληλους χρόνους χωρίς να διανύει καμία χρονική η χωρική απόσταση. Αυτό κι αν είναι ανακάλυψη. Ο Μπεητς όμως την κρατούσε αποκλειστικά για τον εαυτό του…….
- Και ο θάνατος του; Είπες ότι οφείλεται στο παρελθόν του…..
- Γι’ αυτό ήμουν έτοιμος να σου μιλήσω. Αλλά όλο με διακόπτεις….. Τέλος πάντων… Τι λέγαμε; ..Α….Σου είπα και πιο μπροστά ότι αν κάτι δεν διατυπωθεί από κάποιον, θα διατυπωθεί σίγουρα από κάποιον άλλο, σύντομα η αργότερα. Αυτό είναι νομοτέλεια. Ο Μπεητς, η βρήκε η έκλεψε την χρονομηχανη. Βέβαια, όποια κι απ’ τις δυο περιπτώσεις κι αν ισχύει, είμαι σίγουρος- γιατί δεν είναι ανόητος- ότι κατάστρεψε όλα τα στοιχεία για να κρατήσει το μυστικό του. Αλλά δεν υπολόγισε στην νομοτέλεια που αναφέραμε….. Χτες βράδυ όταν κοίταξα στη σάλα υπήρχαν δυο Χρονομηχανές. Αργότερα είχε πάλι μια. Όταν ανέβηκα να τον δω ήταν νεκρός. Έτσι ειδοποίησα ανώνυμα την αστυνομία και ξανακρύφτηκα στην μαύρη τρύπα μου.
Μέτρησα τα μπουκάλια του κρασιού. Ήταν εφτά. Προφανώς έκανε καλό στη καρδιά αλλά οπωσδήποτε όχι στο κεφάλι.
- Σ’ ευχαριστώ παππού, είπα. Πολύ καλή η ιστορία σου και πολύ μορφωτική. Αλλά υπάρχει κι μιαν άλλη εκδοχή. Γνωριστήκατε με τον Μπεητς όταν ήσουν νέος, δραστήριος, γεμάτος φιλοδοξίες. Αυτός πάντα είχε όλες τις απαντήσεις ενώ εσύ καμία. Αυτός πήρε όλη τη δόξα και την εξουσία και συ τίποτα. Εσύ γερνούσες κι αυτός όχι. Με δυο λόγια έχασες τη ζωή σου. Αποφάσισες λοιπόν να τον σκοτώσεις…... Βέβαια δεν είναι ώρα για τέτοια. Να είσαι σίγουρος όμως ότι θα τα ξαναπούμε. Υπάρχει άλλος τρόπος να φύγω από δω;
- Υπάρχει η χρονομηχανη, είπε και έβαλε στα γέλια. Στην έφερα ε… συμπλήρωσε. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος γιε μου παρά μόνο αυτός που ήρθες. Θα σε συνοδέψω μέχρι το ασανσέρ.
Έτσι κι έγινε. Επέστρεψα στον 32ο όροφο και όταν βγήκα απ’ το γραφείο με μπαγλαρώσανε. Δεν ξεμπέρδεψα εύκολα. Μου έκαναν σκληρή σωματική έρευνα. Στο τέλος πήραν, ευτυχώς, τηλέφωνο τον Ελπι.

- Τι στο διάβολο έγινε; με ρώτησε όταν με είδε.
- Από πού ν’ αρχίσω δεν ξέρω, του απάντησα. Υπάρχει κάποιος που θα στα πει καλύτερα. Πρέπει να κατεβούμε στα υπόγεια.
- Δεν μπορούμε….. Όχι χωρίς ένταλμα…. Αν όμως ο εισαγγελέας κουνήσει λίγο το κώλο του θα το έχουμε νωρίς το απόγευμα.
- Τότε εγώ φεύγω κι έρχομαι αργότερα.
- Δε κατάλαβες, είπε ο Ελπις. Πέσε στο καναπέ. Είναι ειδική παραγγελία για τέτοιες περιπτώσεις.
- Μα η ώρα είναι ακόμα 7, πρωί, κι εγώ άρχισα να μοιάζω του Κλιντ Ιστγουντ, διαμαρτυρήθηκα. Ύστερα πρέπει να πλύνω και τα δόντια μου…
- Κόφτο Αμβρόσιε, γρύλισε ο υπαστυνόμος, γιατί θα κοιμηθείς σε κελί.
Πειστικό επιχείρημα. Δε λεω. Την έπεσα στο καναπέ. Με πήρε ο ύπνος πριν καν ακουμπήσω το κεφάλι μου στο μπράτσο. Άρχισα πάλι να πέφτω. Ταξίδευα στο χρόνο με τον παππού. Πετούσαμε πάνω απ’ την ζωή μου. Τα ξανάβλεπα όλα σε αξελερε, αλλά ανάποδα. Μέχρι την εποχή που έπιασα για πρώτη φορά το πουλί μου. Μια μάζα που μεγάλωνε τόσο….,μια μαζα που έτεινε στο άπειρο….. Τα υπόλοιπα έγιναν γρήγορα.
Με ξύπνησαν στις 3 το απόγευμα. Εισβάλαμε στην εταιρία. Κατεβήκαμε κατ’ ευθείαν στο υπόγειο με το ιδιωτικό ασανσέρ. Όλα ήταν όπως τα άφησα αλλά ούτε ίχνος από τον γέρο και την χρονομηχανη. Μετά απ’ αυτό δεν είχα διάθεση να πω την ιστορία στον Ελπι, ούτε και σε κανένα άλλο. Αλλά όταν γυρίσαμε στο τμήμα έκλεισε την πόρτα του γραφείου και μου ‘πε ότι αν ήθελα αμοιβή έπρεπε να του δώσω κάτι, ακόμα κι αν αυτό ειν’ άχρηστο. Δεν είμαι και πολύ απαιτητικός. Ενέδωσα εύκολα. Όταν τελείωσα την ιστορία ο Ελπις με κοίταξε ανήσυχος.
- Γιατί δεν γίνεσαι συγγραφέας Αμβρόσιε; Σε στείλαμε να κάνεις έρευνα κι όχι λογοτεχνία. Αν και μεταξύ μας η ιστορία σου είναι τόσο υπερβολική που δεν θα έπειθε κανένα. Δεν είναι καν αληθοφανής. Όπως ήδη διαπίστωσες στην εταιρία δεν γνωρίζουν την ύπαρξη του προσώπου που λες ότι μίλησες και κανείς δεν θα είδε κάποια συσκευή παρόμοια μ’ αυτή που μου περιέγραψες. Είναι απίστευτο τι ψέματα είσαι ικανός να αραδιάσεις προκειμένου να πάρεις μια ευτελή αμοιβή. Αμβρόσιε τράβα να κάνεις κάνα μπάνιο, βρωμάς.
- Και το ανώνυμο τηλεφώνημα; επέμεινα εγώ.
- Αυτό είναι το λιγότερο, απάντησε ο Ελπις. Μπορεί να το έκανε οποιοσδήποτε μέσα απ’ την εταιρία. Το θέμα είναι ότι δεν προκύπτουν στοιχεία για δολοφονία. Ακόμα κι αν είχες δίκαιο θα έπρεπε να καταδικάσουμε ερήμην σε θάνατο έναν εξωγήινο.
Ήθελα να του πω πως δεν ψάχναμε εξωγήινο, αλλά το γέρο που την κοπάνησε με το κωλομηχάνημα. Αλλά δεν θα γινόταν τίποτα. Έπρεπε να παραδεχτώ ότι τα μούσκεψα. Δεν έπρεπε να φύγω απ’ το υπόγειο. Έπρεπε να καλέσω τον Ελπι με το τηλέφωνο. Είχε όμως τηλέφωνο; Δεν θυμάμαι να είδα στο τσαρδι του γέρου τηλέφωνο. Αλλά πάλι τι διάολο. Ήμουν στην πιο προηγμένη τεχνολογικά εταιρία του κόσμου…. Απ’ την άλλη είναι μάλλον αργά να τα σκέφτομαι όλα αυτά. Τον κωλόγερο. Μου την έφερε. Ας είναι. Έπαιξα κι έχασα αν και όχι περισσότερα απ’ ότι είχα πριν παίξω. Γύρισα στο γραφείο. Η χρονομηχανη μου είχε το σχήμα της Absolute. Γέμισα το ποτήρι μου με καύσιμα κι η μαύρη τρύπα με ρούφηξε ξανά.

Το ίδιο βράδυ άκουσα στο ραδιόφωνο ότι ο θάνατος καταχωρήθηκε ως αυτοκτονία. Η κηδεία θα γινόταν στη Μητρόπολη την επόμενη. Μετά την πέσανε στις αναλύσεις και τα σχόλια για το φαινόμενο Μπεητς και οι χαιρετισμοί αρχηγών κρατών και διασημοτήτων κάθε λογής πήγαιναν κι έρχονταν…. Γνωστή ιστορία. Το ‘κλεισα και το γραφείο άδειασε ξαφνικά. Τελικά κανείς δεν ζει παντοτινά και κανείς δε μπορει να μείνει γι’ αρκετό διάστημα νέος. Ο ποιητής θα έγραφε πολύ ωραία:
*Χρόνος παρών και χρόνος παρελθόν
ίσως και οι δυο παρόντες είναι εις χρόνο μέλλοντα.
Κι ο μέλλον χρόνος έγκλειστος εις χρόνο παρελθόντα.*[2]
αλλά ένας μεθύστακας αλήτης όπως εγώ, πιο κυνικά θα το διατύπωνε αλλιώς:
‘’Το παρελθόν μου μοιάζει με υπέρβαρη από άχρηστα αντικείμενα βαλίτσα και το μέλλον μου είναι μια σειρά από μακρεις πικρούς αποχαιρετισμούς. Το παρόν μου είναι μια άδεια μποτίλια που θα ρίξω σε λίγο στη θάλασσα και το τελευταίο καλο ποτό μου άφησε ήδη μια στυφή γεύση στη γλώσσα μου.’’[3]

[1] ‘’Το τελευταίο φιλί’ του Τζαιημς Κραμλευ
[2] Τ.Σ. Έλιοτ.
[3] Επαναγραφη παραγράφου από το ‘’Το τελευταίο φιλί’ του Τζαιημς Κραμλευ