IF MAKING MOVIES IS A CRIME, THEN CRIME IS MY BUSINESSBlogger Templates
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣENAΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣENAΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Μύθος και Πραγματικότητα


1. Ένας αρχαίος (δήθεν) κινέζικος θρύλος
λέει ότι κάποιος μαθητής ρώτησε τον δάσκαλο του: «Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον Παράδεισο και στην Κόλαση;» Ο δάσκαλος του απάντησε: «Πολύ μικρή κι ωστόσο, έχει μεγάλες συνέπειες. Έλα να σου δείξω την Κόλαση». Μπήκαν σε ένα δωμάτιο, όπου μια ομάδα ανθρώπων καθόταν γύρω από μια μεγάλη χύτρα με ρύζι. Όλοι ήταν πεινασμένοι και απελπισμένοι καθένας είχε από ένα κουτάλι που το κρατούσε από την άκρη με προσοχή κι έφτανε ως τη χύτρα. Κάθε κουτάλι, όμως, είχε τόσο μακρύ χερούλι, που δεν μπορούσαν να το φέρουν στο στόμα. Η απελπισία και η ταλαιπωρία ήταν φοβερή. «Έλα» είπε ο δάσκαλος λίγο μετά. «Τώρα θα σου δείξω τον Παράδεισο». Μπήκαν σε ένα άλλο δωμάτιο, πανομοιότυπο με το πρώτο, υπήρχε η χύτρα του ρυζιού, η ομάδα ανθρώπων, τα ίδια μακριά κουτάλια, όμως εκεί όλοι ήταν ευτυχισμένοι και χορτάτοι. «Δεν καταλαβαίνω» είπε ο μαθητής. «Γιατί είναι τόσο ευτυχισμένοι εδώ ενώ στο άλλο δωμάτιο είναι τόσο δυστυχισμένοι, τη στιγμή που όλα είναι ίδια;» «Δεν το κατάλαβες;», χαμογέλασε ο δάσκαλος. «Καθώς τα κουτάλια έχουν μακριά χερούλια και δεν μπορούν να φέρνουν το φαγητό στο στόμα τους, εδώ έμαθαν όλοι να ταΐζουν ο ένας τον άλλον».
Αυτό είναι που θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε.
2. Ένας λιγότερο αρχαίος μύθος, καθόλου κινέζικος, λέει ότι  κάποιος μαθητής ρώτησε τον δάσκαλο του: «Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον Παράδεισο και στην Κόλαση;» Ο δάσκαλος του απάντησε: «Πολύ μικρή κι ωστόσο, έχει μεγάλες συνέπειες. Έλα να σου δείξω την Κόλαση». Μπήκαν σε ένα δωμάτιο, όπου μια πολύ μεγάλη ομάδα ανθρώπων καθόταν γύρω από μια μεγάλη χύτρα με ρύζι. Όλοι ήταν πεινασμένοι, απελπισμένοι. Καθένας τους κρατούσε ένα κανονικό κουτάλι με κοντό χερούλι, αλλά το ρύζι δεν ήταν αρκετό ώστε να χορτάσουν όλοι την πείνα τους. Συνωστίζονταν γύρω από τη χύτρα και μάλωναν και η απελπισία και η ταλαιπωρία ήταν φοβερή. «Έλα» είπε ο δάσκαλος λίγο μετά. «Τώρα θα σου δείξω τον Παράδεισο». Μπήκαν σε ένα άλλο δωμάτιο, πανομοιότυπο με το πρώτο, υπήρχε μια παρόμοια χύτρα γεμάτη με ρύζι και μια πολύ μικρή ομάδα ανθρώπων. Κρατούσαν από ένα πολύ μακρύ κουτάλι που έφτανε μέχρι την χύτρα της κόλασης απ’ όπου έκλεβαν ρύζι και ετάιζαν ο ένας τον άλλο. Ήταν όλοι ευτυχισμένοι και χορτάτοι. «Δεν καταλαβαίνω» είπε ο μαθητής. «Γιατί είναι τόσο ευτυχισμένοι εδώ ενώ στο άλλο δωμάτιο είναι τόσο δυστυχισμένοι;» «Δεν το κατάλαβες;», χαμογέλασε ο δάσκαλος. «Οι δεύτεροι φυλάνε τη χύτρα τους με το ρύζι για πιο δύσκολες ώρες και  με τα μακρυά κουτάλια ταΐζουν ο ένας τον άλλον με το ρύζι που κλέβουν από τους πρώτους, ενώ οι  πρώτοι έχουν μικρά κουτάλια και προσπαθούν να αρπάξουν ο καθένας ότι μπορεί από την χύτρα τους για να επιβιώσουν κι είναι τόσο προσηλωμένοι σ’αυτό που δεν αντιλαμβάνονται ότι κάποιοι άλλοι τους κλέβουν το ρύζι».
Αυτό είναι που συμβαίνει συνήθως, εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Επιμύθιο: Ο καθένας μπορεί να πορευτεί όπως θέλει. Είναι αναφαίρετο δικαίωμα του. Αλλά είναι αργά για διαμαρτυρίες όταν βρεθεί στην κόλαση και διαπιστώσει ότι το ρύζι δεν είναι αρκετό για να χορτάσει την πείνα του.

Ν. Γιαννόπουλος
Αθήνα 2012

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ



Ο κύριος Αριστείδης ζει σ’ ένα ορεινό χωριό κοντά στο Αμύνταιο.
Θα μου πείτε: αυτό τώρα γιατί είναι σημαντικό;
Είναι σημαντικό. Γιατί ο κύριος Αριστείδης εργάζεται στον ατμοηλεκτρικό σταθμό της ΔΕΗ στο Αμύνταιο.
Ε, ωραία, θα μου ξαναπείτε, μήπως είναι κι ο μόνος; Δεκάδες εργάζονται στη ΔΕΗ από όλα τα χωριά που είναι κοντά στο Αμύνταιο κι όχι μόνο.
Φυσικά και ναι. Γιατι μεταξύ του κυρίου Αριστείδη και των υπολοίπων εργαζομένων υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Όλοι, σχεδόν, οι εργαζόμενοι πηγαίνουν στη ΔΕΗ με ρούχα δουλειάς. Ο κύριος Αριστείδης όμως πηγαίνει με το κουστουμάκι του, τη γραβατούλα του, με τα  λουστραρισμένα παπούτσια του και το μαλλί να γυαλίζει από την μπριγιαντίνη . Πηγαίνει, που λέμε ‘’σένιος’’ και γυρίζει ξεκούραστος και ‘’σένιος’’. Ενώ όλοι οι άλλοι γυρίζουν κατάκοποι, ιδρωμένοι και μουντζουρωμένοι. Αυτός ήταν και ο λόγος που έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης στο χωριό.
Εφόσον έφερε κοστούμι στη δουλειά και δεν κουραζόταν, τι θα μπορούσε να είναι, πέρα από ‘’κάδρο’’; ‘’Κάδρο’’ σημαίνει, διοικητικό στέλεχος. Σ’ αυτό συνηγορούσε και το παρουσιαστικό του. Σοβαρός 50αρης, ευθυτενής, με γκρίζες φαβορίτες και όλα του τα μαλλιά, μετρημένος κι ολιγόλογος. Όλοι τον χαιρετούσαν με σεβασμό και συχνά του εξομολογούνταν διάφορα, κυρίως τα παράπονα τους για την ΔΕΗ, κι αυτός κουνούσε το κεφάλι με κατανόηση και σημείωνε σ’ ένα μπλοκάκι διάφορα ορνιθοσκαλίσματα που μόνο ένας γιατρός θα μπορούσε να διαβάσει.  Εικοσιπέντε χρόνια κανείς δεν τον είδε να ανησυχεί για κάτι, να ταράζεται για κάτι η να κάνει κάτι ανάρμοστο. Ήταν αφοσιωμένος στην οικογένεια του, τουτέστιν μόνο στη γυναίκα του, την κυρία Γκίτσα απ’ το Ξινό Νερό Φλωρίνης – καλή γυναίκα, λίγο ψηλομύτα - , αφού δεν είχε την τύχη η την ατυχία ν’ αποκτήσει κληρονόμους εξ αίματος, που θα πει: κουτσούβελα.

Ο καιρός περνούσε - όπως περνάει ο καιρός, - δηλ. χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι, - κι οι εκλογές για την κοινότητα του χωριού πλησίαζαν όλο και πιο κοντά.
Έτσι ένα βροχερό βράδυ (πρέπει το βράδυ να είναι βροχερό για να υπάρχει στην ιστορία μας σασπένς) κατά τις 8μμ τον επισκεφτήκαν εμπιστευτικά στο σπίτι ο παπάς του χωριού με τον αγροφύλακα και τον δάσκαλο. Τους υποδέχτηκε με τη χαρακτηριστική του ευγένεια, τους τράταρε καφέ και φοντάν κι αυτοί του ανακοίνωσαν ότι θα ήταν πρόθυμοι να υποστηρίξουν την υποψηφιότητα του για νέο κοινοτάρχη. Ο κύριος Αριστείδης ήταν έτοιμος να αρνηθεί, αλλά όταν είδε το ξινό βλέμμα που του ‘ριξε η γυναίκα του, άλλαξε αμέσως δρομολόγιο (οι γυναίκες είναι γενικά πιο φιλόδοξες ως γνωστό, και η κυρία Γκίτσα δεν ανήκε στις εξαιρέσεις).  Δεδομένου και της εκτίμησης που εισέπραττε από τους συγχωριανούς του, δέχτηκε, αν και κάτι, κάτι πολύ μικρό για να το διακρίνουμε και να το ονομάσουμε, τον γρατζούνισε στα σωθικά. Δεν ήταν πάντως κόκαλο από ψάρι, αυτό είναι σίγουρο. Αν ήταν θα το ήξερε.
Μόλις είπε το μεγάλο Ναι, με παρότρυνση του παπά σηκωθήκαν όλοι όρθιοι, έσκυψαν κεφάλια, κι ο παπάς κάτι μουρμούρισε πριν αρχίσουν να ψάλλουν όλοι μαζί ‘’Τη Υπερμάχω’’.

Μόλις τα νέα διαδόθηκαν στο χωριό, και διαδόθηκαν αστραπιαίως, ο κομμουνιστής κοινοτάρχης κάλεσε το επιτελείο του για να χαράξουν  την προεκλογική του εκστρατεία. Γύρω από ένα τραπέζι στο καφενείο ‘’Οι τρεις κληματαριές’’ που βρίσκεται την πάνω γειτονιά, τρεις η ώρα το πρωί, κάθισαν ο Σταύρος - ο ιδιοκτήτης του καφενείου, ο Ξενοφών - ο υδραυλικός, ο Πολυχρόνης – ο γουναράς, που ήταν και γραμματέας της κοινότητας κι ο Βάγκος – ο συνδικαλιστής των εργατών του χωριού στη ΔΕΗ, μισοπιωμένοι.
-         Τι ξέρουμε για αυτόν τον κύριο Αριστείδη, συναγωνιστές; άρχισε  ρητορικά ο κοινοτάρχης.
-         Τον γνωρίζουμε 25 χρόνια, αλλά αυτό που ξέρουμε είναι μια τρύπα στο νερό. Ποιος θα το φανταζόταν ότι θα ήθελε να υφ’ αρπάξει την κοινότητα από τις προοδευτικές δυνάμεις που επί 16 συναπτά χρόνια, κυβερνούμε αυτό τον τόπο με σύνεση, δικαιοσύνη και κυρίως…λέω κυρίως με ……..
-         Ξέρουμε ότι εργάζεται στη ΔΕΗ, πετάχτηκε ο γουναράς.
Ο κοινοτάρχης το κοίταξε τσατισμένος που τόλμησε να τον διακόψει, και δεν τον άφησε να τελειώσει.
(Αγαπητέ αναγνώστη, ξέρεις τι σημαίνει να μην σ’ αφήνουν να τελειώσεις;)
-         Εργάζεται στη ΔΕΗ…εργάζεται στη ΔΕΗ…., επανέλαβε κοροϊδευτικά ο κοινοτάρχης.
-         Και ποιος δεν εργάζεται στη ΔΕΗ ρε μαλάκα; Όλος ο κόσμος εργάζεται στη ΔΕΗ. Το θέμα είναι άλλο. Ο τύπος είναι στέλεχος…
Εδώ ο κοινοτάρχης, έκανε μια παύση όλο σημασία.
-         Ε, και; ρώτησε πάλι ο γουναράς.
-         Τι σημαίνει στέλεχος σύντροφε μου; τον κατακεραύνωσε τον γουναράς. Σημαίνει ότι συνεργάζεται με το κεφάλαιο.
-         Ε, και; ξαναρώτησε ο γουναράς.
-         Ε, και;….καικέξης και ξερός….. Αφού συνεργάζεται με το κεφάλαιο και ρίχνει νερό στο αυλάκι των καπιταλιστών – καταπιεστών, κάπου θα έχει λερωμένη τη φωλιά του… καταλάβατε; φώναξε θριαμβευτικά ο κοινοτάρχης.
-         Α.....ναι…..σωστά …αναφώνησαν όλοι οι άλλοι μαζί.
-         Α..ναι, α…ναίξης. Πρέπει να μάθουμε που είναι μπλεγμένος. Αλλιώς το κίνημα θα δεχτεί βαριά ήττα. Γι’ αυτό προτείνω, ο συναγωνιστής Ξενοφών, να διεξάγει λεπτομερή έρευνα.
-         Και γιατί δεν λέμε στον Βάγκο, τον συνδικαλιστή, που δουλεύει και στη ΔΕΗ; ξαναρώτησε ο γουναράς;
-         Γιατί θα κινήσει υποψίες ανόητε, απάντησε ο κοινοτάρχης.
-         Επιπλέον τον πατέρα του Ξενοφώντα το σκότωσαν οι γερμανοτσολιάδες το 43….
-         Και τον δικό μου τον έσφαξαν οι μοναρχοφασίστες το ‘47, μουρμούρισε πικαρισμένος ο γουναράς. Αλλά δεν το κάνω θέμα….
-         Αυτά. ανακοίνωσε φωναχτά ο κοινοτάρχης.
-         Η συνεδρίαση έληξε. Είναι κανείς για ένα γύρο συντροφική πρέφα; η προτιμάτε ξερή;
Δυο ώρες μετά όλη η παρέα, τύφλα στο μεθύσι, αναχώρησαν από το καφενείο τραγουδώντας το ‘’Με το ντουφέκι μου στον ώμο…….’’
-         Και συ ρε Σταύρο, φώναξε ο κοινοτάρχης, τι στο διάολο γράφεις: ''τρεις κληματαριές''…γράψε: ‘’καμιά κληματαριά’’….

Την επόμενη το βράδυ ο κύριος Αριστείδης πέρασε από το καφενείο της πλατείας. Με το που μπήκε πετάχτηκε ο Ξενοφών και τον κάλεσε στο τραπέζι. Ήδη ο αγροφύλακας κι ο γουναράς ήταν εκεί.
         - Μόνο για μια ωρίτσα αγαπητοί μου, δήλωσε σοβαρά ο κύριος Αριστείδης
Ο Ξενοφών ανακάτεψε την τράπουλα και την τοποθέτησε στο κέντρο. Όλοι τράβηξαν από ένα χαρτί. Ο κύριος Αριστείδης τράβηξε βαλέ. Πήρε την τράπουλα την ξανανακάτεψε κι άφησε το αγροφύλακα να κόψει. Μετά μοίρασε τα χαρτιά κι άρχισε το παιχνίδι. Ο Τάκης, ο καφετζής σέρβιρε το ρακί και το μεζέ και το πρώτο δεκάλεπτο πέρασε με: μμμ....είδες;…να πάρει…δε με θέλει σήμερα το γαμημένο….θα παίξεις η να πάω για ύπνο…άντε ρε ξημερώσαμε….
Ξαφνικά, ο Ξενοφών ρωτάει τον κύριο Αριστείδη.
-         Πως ήταν σήμερα στη δουλειά;
-         Τα συνηθισμένα, απάντησε αυτός.
-         Τα συνηθισμένα πια δηλ.;, ξαναρώτησε ο Ξενοφών
-         Τι ακριβώς κάνεις στη ΔΕΗ;…
-         Ε, τάπαμε δεν τάπαμε; απάντησε ο κύριος Αριστείδης.
-         Είμαι ‘’Επόπτης διαχείρισης της λειτουργίας των ηλεκτρικών συστημάτων διανομής φορτίου''....... Ωφέλιμου....εννοείται.
-         Είδες; Σ’ τα’ λεγα εγώ, είπε με νόημα ο γουναράς.
-         Ο κυρ Αριστείδης είναι τιτλούχος, συμπλήρωσε  ενθουσιασμένος και κλώτσησε τον Ξενοφώντα κάτω από το τραπέζι.
Ένα ‘’ωχ’’ δυνατό ξέφυγε από τον Ξενοφώντα κι ο καφετζής νομίζοντας ότι ήτανε γι’ αυτόν τους σέρβιρε ακόμα μια φορά ρακί και μεζέ.
-         Ποιος ζήτησε μεζέ ρε Τάκη…..αναφώνησε ο μέχρι τότε σιωπηλός αγροφύλακας….
-         Δε βλέπεις ότι σε λίγο θα πάμε στα σπίτια μας;
Τάχασε ο καφετζής. Πήγε να τα μαζέψει, αλλά…
-         Άστα κάτω ρε Τάκη …είπε πάλι ο αγροφύλακας.
-         Δεν ήρθε ακόμα η ώρα να πάμε στα σπίτια μας… Σε λίγο είπα…σε λίγο δεν είπα; ρώτησε και τους άλλους.
Ο καφετζής τα άφησε και έφυγε φουρκισμένος.

Μετά από κάνα τρίωρο ο κύριος Αριστείδης σηκώθηκε να φύγει. Δεν έχασε πολλά. Για την ακρίβεια δεν έχασε τίποτα μια και παίζανε ξερή με φασόλια. Αλλά ο χαμένος πληρώνει το λογαριασμό.
-         Άσε κυρ Αριστείδη, είπε ο Ξενοφών. Σήμερα είναι κερασμένα……
Συνόδεψε το κύριο Αριστείδη στη πόρτα και τον βοήθησε να βάλει το παλτό του. Πριν φύγει τούπε:
-         Έχω ένα θέμα…κυρ Αριστείδη…πώς να το πω…μήπως μπορώ αύριο να περάσω να τα πούμε απ’ το γραφείο, στη ΔΕΗ;
-         Καλοδεχούμενος, απάντησε ανυποψίαστος ο κύριος Αριστείδης.

Όταν ο κύριος Αριστείδης γύρισε στο σπίτι, η γυναίκα του, η κυρία Γκίτσα, τον ρώτησε που ήταν κι αυτός απάντησε:
-         Στο Καφενείο του Τάκη, στη πλατεία…...
-         Αυτό το ξέρω…του είπε αυτή, ξερά.
-         Από χιλιόμετρα βρωμάς Τακήλα ……....
-         Ε, αφού το ξέρεις τι ρωτάς, της λέει κι αυτός και πήρε δρόμο για τη κρεβατοκάμαρα.
-         Μην κατευθύνεσαι προς τα εκεί, τον τράβηξε από το μανίκι.
-         Σήμερα θα κοιμηθείς στο μπαουλοντίβανο….γι’ αυτό ρωτάω ..Παναγιά μου …τι μυρουδιά κι αυτή….

Κόντευε μεσημέρι όταν άκουσε να του χτυπάν την πόρτα στο γραφείο. Άνοιξε και μπήκε ο Ξενοφών μ’ ένα κουτί σοκολατάκια. Ο Ξενοφών έριξε ένα βλέμμα τριγύρω ξαφνιασμένος. Αυτό δεν ήτανε γραφείο. Ήταν ένα δωμάτιο γεμάτο με κουμπιά και διακόπτες. Σε μια γωνιά υπήρχε ένα τραπεζάκι κουζίνας με τέσσερις καρέκλες κι ένα τρανζίστορ με μπαταρίες. Παραδίπλα ένα μικρό ψυγείο κι επάνω στο ψυγείο ένα καμινέτο, δυο κουτιά – ελληνικό καφέ και ζάχαρη – και μερικά φλιτζανάκια του καφέ και ποτήρια νερού. Ο κύριος Αριστείδης του ζήτησε να καθίσει και τον ρώτησε αν θέλει καφεδάκι.
-         Μέτριο …μέτριο, είπε ξέπνοα ο Ξενοφών.
Ο κύριος Αριστείδης, ετοίμασε δυο καφέδες και κάθισε μαζί του.
-         Κανονικά δεν έπρεπε να πιω άλλον καφέ, είπε απολογητικά στο Ξενοφώντα.
-         Σήμερα ήπια τρεις απ’ το πρωί.
Ρούφηξαν το καφέ χωρίς βιασύνη. Ο κύριος Αριστείδης άνοιξε τα σοκολατάκια και πήραν από ένα.
-         Μάλιστα, είπε λίγο μετά ο Ξενοφών.
-         Ώστε εδώ ειν’ το γραφείο σου.........Ωραία είναι εδώ, ε;....πολλοί διακόπτες ε;…πολλοί διακόπτες… και τι κάνουν όλοι αυτοί οι διακόπτες;
-         Δεν έχω σχέση εγώ μ’ αυτούς τους διακόπτες, είπε ο κύριος Αριστείδης.
-         Αλλά με τι έχεις σχέση, ρώτησε ο Ξενοφών. Γιατί σε βάλανε εδώ;
-         Έχω…αλλά μόνο μ’ ένα διακόπτη. Αυτόν εκεί, απάντησε ο κύριος Αριστείδης, κι έδειξε ένα κίτρινο κουτί με ένα πράσινο φωτεινό κουμπί.
-         Δηλ. τι .... προσέχεις μη φύγει από τη θέση του; ξαναρώτησε χαριτολογώντας ο Ξενοφών.
-         Όχι...όχι.... δεν ξέρω.....…, είπε ο κύριος Αριστείδης
Ο Ξενοφών ξεροκατάπιε.
-         Τι θα πει δεν ξέρεις; Εικοσιπέντε χρόνια είσαι εδώ και δεν ξέρεις; Κάπως   περίεργα μου τα λες κυρ Αριστείδη.
-         Αλήθεια λέω …δεν ξέρω…απάντησε αμήχανα ο κύριος Αριστείδης.
-         Το μόνο που ξέρω είναι ότι αν γίνει κόκκινο θα πρέπει να το πατήσω.
-         Και πόσες φορές έγινε μέχρι τώρα αυτό; 
-         Ποτέ.
-         Ούτε μια φορά; ...Δεν είναι δυνατόν.
-         Ούτε μια φορά.
-         Δηλ. …δηλ. κάθεσαι εδώ και δεν κανείς τίποτα;
-         Κάνω …πως δεν κάνω. Ακούω ραδιόφωνο…, μιλάω με συναδέλφους…., διαβάζω κάνα περιοδικό…ξέρεις τώρα…να περνάει η ώρα….
-         Και το κουμπί;…ούτε μια φορά;…
-         Ούτε μια φορά.
-         Για δες ρε φίλε…..ούτε μια φορά ε; Κανείς δεν θα το πιστέψει, είπε ο Ξενοφών με μια γκριμάτσα πόνου λες και δέχτηκε ηλεκτρική εκκένωση, τόσο δυνατή, που ήμουν σίγουρος πως το κάψιμο θα πρέπει να του άφησε ακόμα μια βαθιά ουλή στην ευαίσθητη φαιά ουσία του εγκέφαλου του.

Τα νέα ταξίδεψαν πιο γρήγορα κι απ' τη βροχή. Γιατί, τι νομίζετε ότι είναι ένα χωριό,αγαπητοί μου αναγνώστες, Είναι ένα μέρος μικρό, που ο ένας χώνει τη μύτη του στη ζωή του άλλου. Αυτό μερικοί ίσως να το θεωρούν γραφικό. Στην πραγματικότητα όμως οι ζωές αυτών των λίγων ανθρώπων αποτελούν μια πλεξούδα. Αλληλοδιασταυρώνονται μεταξύ τους, Μπερδεύονται  τόσο πολύ που μερικές φορές μπορεί να σφίξουν σαν βρόνχος για κάποιον απ΄αυτούς. Έτσι, όταν ο κύριος Αριστείδης πήγε το βράδυ στο καφενείο αμέσως κατάλαβε ότι κάτι άλλαξε. Κανείς δεν τον χαιρέτισε, κανένας δεν τον κάλεσε να καθίσει μαζί του. Αυτός ντράπηκε να φύγει αμέσως. Κούρνιασε σ’ ένα τραπέζι άδειο κοντά στη πόρτα και παράγγειλε το γνωστό μεζέ. Ο Τάκης όμως αργούσε να το σερβίρει και κάθε τόσο άκουγε τους συγχωριανούς του να γελάνε και να του ρίχνουν κλεφτές ματιές. Ο μεγαλύτερος σαματάς γινόταν στο τραπέζι του κομμουνιστή κοινοτάρχη. Δέκα λεφτά μετά έφυγε γρήγορα για το σπίτι μ’ αυτό το κάτι μικρό να τον γρατζουνάει στα σωθικά. Η κυρία Γκίτσα είχε ήδη στρωμένο το μπαουλοντίβανο. Άλλαξε και πήγε στη κουζίνα. Πάνω στο τραπέζι βρήκε δίπλα σ΄ένα κρύο πιάτο φαί, που θύμιζε φιλανθρωπικό συσσίτιο της εκκλησίας, ένα ανορθόγραφο σημείωμα που έγραφε ότι ‘’τηλεφόνισε ο παπάς και είπε ότι βρήκαν άλλο, πιο κατάλιλο, υποψύφιο για τις εκλογές στην κοινότιτα. Αχριστε, ε.. αχριστε’’.

Οι εκλογές πλησίαζαν στο μεταξύ, αλλά μια Κυριακή πιο πριν, ήταν το πανηγύρι για τα τσίπουρα. Ο κοινοτάρχης, σίγουρος πλέον για την επανεκλογή του, έδωσε το πράσινο φως για μεγαλειώδεις προετοιμασίες. Παράγγειλαν χρωματιστά λαμπιόνια από την Φλώρινα, που τα παράγγειλε από την Θεσσαλονίκη, που τα παράγγειλε από την Αθήνα, και που όταν έφτασαν στο χωριό  η συσκευασία έγραφε ‘’made in china’’. Τα βρήκαν οικονομικά με τη ‘’Μπάντα της Φλώρινας’’, τα καλύτερα χάλκινα της Ελλάδος. Η επταμελής μπάντα – 5 αδέλφια με το όνομα Βαλκάνης  και δυο με το όνομα Αθανασίου – θα σταματούσαν την παγκόσμια περιοδεία τους με το Μπρέγκοβιτς για να παίξουν στο πανηγύρι. Επίσης το χορευτικό τμήμα του Φιλεκπαιδευτικού, Εκπολιτιστικού – Επιμορφωτικού συλλόγου ‘’Αμύντας – Αμυνταίου’’ με παραδοσιακές φορεσιές θα άνοιγε το πρόγραμμα. Ως προς αυτό δεν υπήρξε ιδιαίτερη δυσκολία δεδομένου ότι τα μέλη του συγκροτήματος θα έφταναν στο χωριό με το πούλμαν του ΚΤΕΛ, μια διαδρομή μόνο 20’, και τα εισιτήρια θα τα πλήρωναν από τη τσέπη τους. Κι αυτό γιατί ήταν η πρώτη πρόσκληση που δέχτηκαν να χορέψουν κάπου δημοσίως. Οι δυο καφετζήδες, ο Τάκης του ‘’Λε Μπιστρό’’ και ο Σταύρος του ‘’ Οι τρεις κληματαριές’’ μετά από καυγά, προκειμένου να μοιραστούν τα καρεκλοτράπεζα της πλατείας και την τροφοδοσία σε μεζέδες και άλλα προσφιλή εδέσματα, κατέληξαν γι’ ακόμα μια φορά σ’ αυτό που ίσχυε τα τελευταία δέκα χρόνια, δηλ. 70% για το ‘’Λε Μπιστρό’’ και 30% για το ‘’Οι τρεις κληματαριές’’. Το τσίπουρο θα έρρεε άφθονο, προσφορά όλων των τσιπουροπαραγωγών του χωριού και τα βεγγαλικά θα θάμπωναν τον έναστρο ουρανό τα μεσάνυχτα, αρκεί να μην έβρεχε. Ειδικό σώμα εθελοντών, από 13 μέχρι 16 χρονών, ενισχυμένο με το απορριμματοφόρο, θα μάζευε τους τελευταίους μεθυσμένους τα χαράματα.

Ο ιερέας ετοίμασε το λόγο του και άρχισε να τον προβάρει στον διπλανό του ιερού, χώρο, μπροστά σ’ ένα ολόσωμο καθρέπτη, που τις άλλες μέρες τον κάλυπτε με μαύρη κουρτίνα. Δεν παρέλειψε να συμπεριλάβει και μια αναφορά στις εκλογές, φυσικά μετά τον ‘’Γάμο εν Κανά’’ που θα αποτελούσε και τον βασικό κορμό της ομιλίας του. Με την ευκαιρία, πρόβαρε και το καινούργιο ράσο, μέλανος σεμνού και βαθύχροου χρώματος, όπως ορίζει και ο αοίδιμος Περιστερίου Αλέξανδρος. Ράσο με κέντημα περιμετρικό σε ύφασμα  τεχνιτής μετάξης με δίχρωμα γαλόνια χρυσό - ασημί στο χρώμα του κεντήματος και βισκόζ φόδρα, με στιχάρι απομαγνητισμένο
Με δυο λόγια η  ομιλία του θα τελείωνε ως εξής: ‘’ας αποστρέψουμε αυτή τη φορά το βλέμμα μας από τον όφι, για να μη χάσουμε γι’ ακόμα μια φορά τον επίγειο παράδεισο, όπως τον χάσαμε στις προηγούμενες εκλογές.. Ο θεός είναι φιλεύσπλαχνος και συγχωράει τις αμαρτίες μας, αλλά αυτό δεν είναι λόγος να συνεχίσουμε να κάνουμε ανοησίες. Ψηφίστε το δάσκαλο που θα μας φροντίσει με την ιδία αγάπη που φροντίζει και τα παιδιά μας στο σχολείο. Αγαπητοί μου Χριστιανοί, πέστε ναι στην Αλλαγή. ΄΄

Ο κοινοτάρχης έγραψε κι αυτός το λόγο του και τον πρόβαρε μπροστά στο γνωστό ακροατήριο που συγκέντρωσε στο γνωστό μας καφενείο ‘’Οι τρεις κληματαριές’’. Φόρεσε το γαμπριάτικο  του ριγέ κασμιρένιο κοστούμι, με το διπλόκουμπο σακάκι να σταυρώνει στο στήθος, παρα τις απεγνωσμένες αντιρρήσεις της γυναίκας του ότι είναι περασμένης μοδός. Βέβαια το σακάκι δεν κούμπωνε, γιατί  στο μεταξύ, έβαλε τα κιλάκια του. Οι ατελείωτοι μεζέδες και η ρακοκατάνυξη είκοσι ετών, στέκονταν εμπόδιο ανάμεσα σ΄αυτόν και την λεωφόρο της κομψότητας, αλλά τελικά υπερίσχυσε ο υψηλός συμβολισμός, δεδομένου ότι παρόμοιο σακάκι φορούσε κι ο παρτιζάνο, Ούρμπανο Λατσάρο, που συνέλαβε τον Μπενίτο Μουσολίνι το '45. Αντιπαρέρχοντας το σχόλιο του γουναρά '' ..ε...καλά τώρα και ποιος τον ξέρει αυτόν τον παρμιτζάνο Λέτσαρο πρόεδρε; Μεταξύ μας το σακάκι... σου πέφτει λίγο στενό......'', άρχισε να προβάρει με στόμφο το λόγο του. Τον ενδιέφεραν πρωτίστως τα σημεία που θα έπρεπε να πέσει χειροκρότημα. Γι’ αυτό απαγόρεψε στο Σταύρο να σερβίρει ρακί στο ακροατήριο προκειμένου να διατηρήσει την προσοχή του αμείωτη, πράγμα δύσκολο έτσι πως πεταγόταν η κοιλιά του απ' το σακάκι.
Με δυο λόγια η  ομιλία του θα τελείωνε ως εξής: ‘’Το παγκόσμιο Θρησκευτικό – οικονομικό κεφάλαιο επιδιώκει να μας αλλοτριώσει, τουτέστιν να μας τη φέρει μπαμπέσικα. Θέλει να μετατρέψει ολόκληρο τον πλανήτη σε χωριό, ακόμα και την Φλώρινα και ούτω καθεξής. Όταν εμείς είχαμε πολιτισμό οι καπιταλιστές ζούσανε στα δένδρα. ΟΝΕ, ΟΗΕ, Ουνέσκο, Γιούνισεφ και Νάτο, το ίδιο συνδικάτο. Αγαπητοί μου συγχωριανοί, πέστε ναι στην Αλλαγή.’’
Η γνωστή παρέα χειροκρότησε δυνατά,
      -     Πρόεδρε …πρόεδρε.. σήκωσε το χέρι του ο γουναράς.
      -     Αυτό το τελευταίο…αυτό με την αλλαγή …δεν το κατάλαβα.
-         Τι θες να πεις, ρώτησε θορυβημένος ο κοινοτάρχης.
-         Τι αλλαγή…αφού τους λέμε να ψηφίσουν ξανά εσένα ….
-         Αλλαγή συναγωνιστή σημαίνει αλλαγή…αλλαγή…αλλαγή…να μην ακούω μαλακίες.
Ο Στάυρος έσπευσε να σερβίρει το ρακί – μεζέ, ενώ οι άλλοι έδιναν τα συγχαρητήρια τους στο κοινοτάρχη λέγοντας διάφορα: ‘’Άντε και με τη νίκη..'', ''θα τους ξεσκίσουμε..'', ''η αλλαγή ήρθε για να μείνει…..’’. Μόνο ο γουναράς μουρμούριζε, ‘’ Αλλαγή… του κώλου αλλαγή…..’’

Όλη αυτή τη χρονική περίοδο της προετοιμασίας ο κύριος Αριστείδης ήταν εξαφανισμένος. Δεν ξαναπάτησε το πόδι του στο καφενείο. Επέστρεφε κατ’ ευθείαν στο σπίτι του όπου η κυρία Γκίτσα, η γυναίκα του ‘’Άχρηστε’’ τον ανέβαζε, ‘’Άχρηστε’’ τον κατέβαζε. Το μπαουλοντίβανο ήταν πια το μόνιμο κρεβάτι του και για να μη νιώθει μοναξιά το βράδυ κοιμόταν αγκαλιά μ’ ένα μαξιλάρι. Όσο για την εργασία του, δήλωσε απόλυτη διαθεσιμότητα, που σημαίνει ότι θα εργαζόταν και τις γιορτές και τις σχόλες, διπλές βάρδιες, μια και στο χωριό, όπως και στο σπίτι του, ένιωθε πια ανεπιθύμητος, σαν ξένος.

Επιτέλους έφτασε η Κυριακή του πανηγυριού κι απ’ τα ξημερώματα άρχισαν να κρεμάνε τα λαμπιόνια, να στρώνουν τα καρεκλοτράπεζα στη κεντρική πλατεία, να στήνουν τις ψησταριές , να ετοιμάζουν τα κρέατα και τους μεζέδες και να τοποθετούν τα βαρέλια με το ρακί.. Έφτασε κι η μικροφωνική για την ορχήστρα – το πάλκο φτιάχτηκε κάτω από τον πλάτανο – και τα βεγγαλικά τ' ανέλαβε η πυροσβεστική για να μην επαναληφθεί το περσινό λάθος, που παραλίγο να κάψουν την εκκλησία και το σχολείο. Δυστυχώς η παιδική χαρά του διπλανού χωριού κάηκε ολοσχερώς και πάρα λίγο να ξεκινήσει εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στα δυο χωριά. Τελικά όμως επικράτησε η κοινή λογική μια και στο διπλανό χωριό δεν είχανε παιδιά. Τα μέλη του χορευτικού συγκροτήματος έφτασαν πιο νωρίς και περιφέρονταν άσκοπα στη πλατεία με τον υπεύθυνο να τρέχει από πίσω τους και να τους φωνάζει να προσέχουν μη λερώσουν τις στολές γιατί ήταν νοικιασμένες από το Λαογραφικό Μουσείο Λεχόβου.
Το γλέντι θα ξεκινούσε το απόγευμα μετά το σάουντ -  τσεκ της  Μπάντας Φλωρίνης.

Κατά τις 11πμ. με το που τελείωσε η θεία λειτουργία, γέμισε η πλατεία με το εκκλησίασμα. Όλοι φορούσαν τα καλά τους, μικροί – μεγάλοι, κι είχαν ιδιαίτερα καλή διάθεση. Ο μόνος που ήταν σκεπτικός και προβληματισμένος ήταν ο Ξενοφών. Δεν έβλεπε πουθενά τον κύριο Αριστείδη. Ούτε στην λειτουργία δεν ορθέ απ’ την οποία δεν έλειψε ποτέ τα τελευταία 25 χρόνια και βάλε. Κι η απουσία του δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη μια κι ήταν ένας από τους τρεις αριστερούς ψάλτες, ο δεξιότερος. Δεν ένιωθε καλά γιατί ήξερε ότι αυτός ήταν η αιτία για την κακοδαιμονία του κύριου Αριστείδη. Έτσι αποφάσισε να τον αναζητήσει στη ΔΕΗ.

Κατά τις 5μμ, τ’ απόγευμα, ο Ξενοφών, χτύπησε τη πόρτα του χώρου με τους διακόπτες όπου εργαζόταν ο καθ' ού. Ο κύριος Αριστείδης τον υποδέχτηκε ευγενικά, όπως και την προηγούμενη φορά και τον τράταρε ελληνικό καφεδάκι. Φοντάν δεν υπήρχαν. Καταναλώθηκαν στο μεταξύ για να γλυκάνουν τη μεγάλη πίκρα του, χωρίς όμως να καταφέρουν να απομακρύνουν αυτό το μικρό κατιτίς που τον γρατζουνούσε τα σωθικά και δεν ήταν από ψάρι.

Στο μεταξύ στην πλατεία έφτασε η Μπάντα με τα χάλκινα, άναψαν τα λαμπιόνια και τη μικροφωνική και όλοι έκαναν ησυχία καθώς ξεκίνησε το σάουντ – τσεκ. Η ώρα ήταν 6 και 20 μμ. όταν έπεσε το ηλεκτρικό. Για δευτερόλεπτα μεσολάβησε μια ησυχία και μετά άρχισαν όλοι να φωνάζουν και να τρέχουν δεξιά – αριστερά να βρουν τι φταίει. Πανηγύρι χωρίς ηλεκτρικό δεν γίνεται κι ο κοινοτάρχης έβριζε  μια τον ηλεκτρολόγο που δεν έβρισκε τη βλάβη και μια τον γραμματέα που δεν πλήρωσε το λογαριασμό ηλεκτρικού της κοινότητας στη ΔΕΗ. Και οι δυο ορκίζονταν, σε ιερά και όσια, ότι δεν φταίνε αυτοί. Μάλιστα ο ηλεκτρολόγος πρότεινε να μεταφέρουν στην πλατεία τη γεννήτρια που έχουν για τα ποτίσματα, που όμως δυστυχώς δεν είχε αρκετό πετρέλαιο, άσε που η φασαρία της ήταν τόσο μεγάλη που οι συγχωριανοί δεν θα χόρευαν στο ρυθμό  των ήχων της Μπάντας αλλά στο ρυθμό του σαματά της γεννήτριας.

Στη ΔΕΗ, οι Ξενοφών και κύριος Αριστείδης έπιναν τον καφέ τους αμήχανοι κι αμίλητοι γιατί κανείς από τους δυο δεν ήξερε πώς να ξεκινήσει την κουβέντα. Μες την νευρικότητα του ο Ξενοφών αναποδογύρισε τα φλιτζάνια του καφέ.
Η αμηχανία ήταν τόσο μεγάλη που δεν πρόσεξαν αμέσως ότι το κουμπί έγινε κόκκινο. Όταν το είδαν η ώρα ήταν 6 και 42 μμ. Αμέσως πετάχτηκε από την καρέκλα ο κύριος Αριστείδης και το πάτησε χωρίς δισταγμό. Για λίγο έμειναν κι οι δυο ακίνητοι κι επιφυλακτικοί – ίσως και λίγο φοβισμένοι - καθώς περίμεναν κάτι να γίνει, κάτι να κουνηθεί, κάτι να θορυβήσει, κάτι ν’ αλλάξει στην ατμόσφαιρα. Πέρασε έτσι ένα λεπτό και το μόνο που συνέβη ήταν το κουμπί που ξανάπρασίνισε.
     -      Κυρ Αριστείδη τι έγινε τώρα;…..ρώτησε λίγο φοβισμένος ο Ξενοφών.
     -      Πατήσαμε το κουμπί, απάντησε ο κύριος Αριστείδης με ύφος σαν να μην      το πίστευε.
     -      Ναι καλά…αλλά εκτός απ’ αυτό, τι έγινε;… κάτι έγινε …θα γίνει κάτι;….
     -      Που θες να ξέρω;.. Αφού το ξέρεις…πρώτη φορά έγινε κόκκινο…
     -     Δηλ. δεν ξέρεις; ….
     -     Τι θες να σου πω αγαπητέ Ξενοφών;…τι να σου πω;…ούτε κι εγώ δεν το πιστεύω;…..
Ξανακάθισαν στις καρέκλες τους σιωπηλοί κι ο Ξενοφών μη ξέροντας τι να κάνει κοίταξε το φλιτζάνι. Μια σκιά σα μια μεγάλη φωτιά είχε σχηματιστεί από τα κατακάθια του καφέ.
-        Ρε συ .... Άναψε κόκκινο, αναφώνησε ξαφνικά ο Ξενοφών σαν άλλος Αρχιμήδης.
-         Κυρ Αριστείδη τα λέμε, ευχαριστώ για το καφέ και…συγνώμη…είπε κι έφυγε σβέλτα  για το χωριό.


Ποτέ, κανείς απ' τους ντόπιους, δεν έκανε σε μικρότερο χρόνο την διαδρομή ΔΕΗ – χωριό. Ο Ξενοφών έτρεξε πιο γρήγορα κι από  τον Φειδιππίδη, και με το που έφτασε στη πλατεία έπεσε πάνω στον  Παπά.
-         Τι τρέχεις έτσι τέκνον Ξενοφώντα;, του λέει φωναχτά ο παπάς, γιατί στο μεταξύ αποκαταστάθηκε το ρεύμα και γινόταν χαλασμός.
-         Πάτερ τι να στα λέω…απάντησε, στον ίδιο τόνο, αυτός
-         Το κουμπί έγινε κόκκινο και το πάτησε….
-         Τι λες ρε Ξενοφών: πετάχτηκε ο γουναράς που στο μεταξύ πλησίασε κι αυτός όπως κι άλλοι.
-         Ο κύριος Αριστείδης σας λέω…ήμουνα στη ΔΕΗ…έφτιαξε καφέ και το κουμπί έγινε κόκκινο.
-         Πότε έγινε αυτό ρε Ξενοφών, ρώτησε πάλι ο γουναράς.
-         Δεν είδαμε πότε άναψε…αλλά όταν το πάτησε ήταν 6 και 30μμ περασμένες.
-         Έξι και 30μμ περασμένες, ρώτησε ο δάσκαλος σκεπτικός.
-     Ρε Ξενοφών είσαι σίγουρος; επανέλαβε. 
-         Σίγουρος σου λέω…και βέβαια είμαι σίγουρος…ήμουν εκεί...., καταλαβαίνεις;
      Ναι, ο δάσκαλος προσπαθούσε να καταλάβει. Το γεγονός αυτό είχε το μέγεθος μιας φιλοσοφικής σπαζοκεφαλιάς, σαν να επρόκειτο για την τάξη του σύμπαντος, ένα είδος ισορροπίας στο οποίο στηρίζονται θεατρικά δράματα, διατυπωμένο απλά αλλ' απροσδόκητα στο πλαίσιο ενός αλλιώτικου, κατά τα άλλα, απογεύματος.

Κατά τις 8μμ ο κύριος Αριστείδης έφυγε από τη ΔΕΗ για να γυρίσει στο χωριό. Ήξερε ότι θα περνούσε μια δύσκολη νύχτα, γιατί θα καθόταν σπίτι αλλά θα ήταν αδύνατο να κοιμηθεί μ’ όλο αυτό το θόρυβο και τις μουσικές από το πανηγύρι. Σκεφτότανε λοιπόν πώς να το παρακάμψει, αν κι από περιέργεια θα ήθελε να δει τι γίνεται, έστω κι από μακριά. Όταν όμως έμπαινε στο χωριό δεν άκουσε μουσικές και ήχους πανηγυριού. Επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Πήγε προς την πλατεία δυσπιστώντας. Ήτανε στολισμένη αλλά έρημη, τα κάρβουνα στις ψησταριές αναμμένα, αλλά τα λαμπιόνια σβηστά. Και η πλατεία άδεια σαν όλοι οι κάτοικοι να έφυγαν ξαφνικά. Απ’ το μυαλό του πέρασαν σκηνές με αλλόκοσμα αερόπλοια που απαγάγουν γήινους. Κοντοστάθηκε στο έμπα της πλατείας. Τσιμπήθηκε να δει αν είναι ξύπνιος. Τι διάολο… Τώρα τελευταία όλο πρωτόγνωρα γεγονότα στη ζωή του. Ξεθάρρεψε και βάλθηκε να τη διασχίσει. Με το που έκανε μερικά βήματα άναψαν τα λαμπιόνια και η πλατεία φωταγωγήθηκε. Μουσικές άρχισαν απ΄τα χάλκινα και όλο το χωριό έπεσε επάνω του. Τον σήκωσαν στα χέρια κι υστέρα τον απίθωσαν πρώτο τραπέζι πίστα, δίπλα στον παπά, το δάσκαλο, τον αγροφύλακα και τη Γκίτσα τη γυναίκα του. Τον χτυπούσαν στη πλάτη, τον κερνούσαν και του έσφιγγαν το χέρι. Μόνο ο κοινοτάρχης ήτανε τσατισμένος. Τριγύριζε έξαλλος φωνάζοντας:
-         Συνωμοσία συγχωριανοί, συνωμοσία. Πλεκτάνη του κεφαλαίου. Τι σαχλαμάρες είναι αυτές με το κουμπί…Δεν γίνονται αυτά στην εποχή μας. Άκου πάτησε το κουμπί και ήρθε το ηλεκτρικό…Τι νομίζει η αντίδραση, ότι το κίνημα τρώγει κουτόχορτο;…
-         Ποιο το περίεργο; του λέει ο γουναράς.
-         Εδώ πατάνε το κουμπί και φεύγει για τη σελήνη το διαστημόπλοιο, πατάνε το κουμπί και πέφτει βόμβα στη Χιροσίμα….
-         Τι θες να πεις ρε βλάκα συναγωνιστή;…Ότι τη Κυριακή των εκλογών το κίνημα θα γίνει Χιροσίμα;…Διαγράφεσαι ρε μαλάκα…απολύεσαι από γραμματέας…κι από σύντροφος …..γδάρτη …ε.. γδάρτη.   

Μπορεί κανείς να μην έβγαλε λόγο εκείνο το βράδυ, αλλά το γλέντι ήταν απερίγραπτο κι ο κύριος Αριστείδης έσερνε το χορό με την κυρία Γκίτσα από πίσω, και πιο πίσω οι γνωστοί μας άγνωστοι. (Το χορευτικό συγκρότημα επιδόθηκε σε διαγωνισμό τσιπουρογνωσίας.)
Όταν  γύρισαν σπίτι το συζυγικό κρεβάτι περίμενε τον κύριο Αριστείδη, στρωμένο όπως και την πρώτη νύχτα του γάμου τους.

Αγαπητέ αναγνώστη, φτάσαμε επιτέλους στο φινάλε της μεγαλειώδους όπερας.
Ενώ ο κύριος Αριστείδης απολάμβανε όλα τα προνόμια της ''πρώτης νύχτας'' συμπεριλαμβανομένων και των ρετσιτατίβο της σοπράνο κυρίας Γκίτσας, στην πλατεία το ''εξαιρετική ποιότις'' ντόπιο τσίπουρο - 45 βαθμοί και βάλε - ροκάνιζε τις αντιθέσεις. Ο ιερέας αγκαλιά με τον κοινοτάρχη σολάρανε στην άρια ''Έτσι ειν' η ζωή , και πως να την αλλάξεις'', και οι παρατρεχάμενοι συμμετείχαν ως χορός με άναρθρα φωνητικά. Ταυτόχρονα ύπουλες σκέψεις αναδύονταν στις τρικυμισμένες θάλασσες των μεθυσμένων συνειδήσεων. Ο μεν ιερέας σκέφτονταν ότι η ζωές μας, - τι είναι οι ζωές μας τελικά; - είναι ιστορίες για αγρίους. Ζούμε με την αγωνία του κατεπείγοντος ενώ είναι πιθανόν στην άλλη μεριά να μην βρίσκεται κανείς. Η έστω, είναι κάποιος, που όμως δυστυχώς για μας, ψάχνει για κάτι άλλο. Ο δε κοινοτάρχης σκεφτόταν ότι ο κόσμος θα συνεχίσει να υφίσταται εδώ έξω και ως εκ τούτου κάνεις δεν είναι αναντικατάστατος, ούτε κι ο κόσμος είναι.


Το γλέντι ξέφτισε προς τα ξημερώματα, αφήνοντας πίσω του βαριές απώλειες. Τουλάχιστον οι μισοί από τους κατοίκους θα ζούσαν την επόμενη εβδομάδα στον αστερισμό του πονοκέφαλου.

Και μη  τολμήσετε να με ρωτήσετε τι απ’ απέγινε το χορευτικό συγκρότημα. 

Νίκος Γιαννόπουλος
Αθήνα 2011

Η ιστορία αυτή αφιερώνεται στον ταξιτζή Κώστα Τεφτίκη, από τα Ασπρόγεια Φλωρίνης.
Σημ: 
Η ιστορία αυτή σεναριοποιείται από τον Σκηνοθέτη - Παραγωγό, Γιάννη Βολιώτη


Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

ΣΩΚΡΑΤΗΣ


Ήτανε σίγουρος ο χρόνος του πως τελείωσε.
Στο δικαστήριο είπε σ΄ όλους γεια.
Ήπιε το κώνειο κι απεβίωσε.
Πέρασε απ΄την άλλη τη μεριά.

Μες το μυαλό του χρόνια στριφογύριζε,
αλλά δε μίλαγε γι΄ αυτό.
Η περιέργεια τον έτρωγε, τον πίεζε,
να μάθει τι υπήρχε στο Κενό.

‘’Αυτά τα πράγματα ειν΄ αδιανόητα
Πέθανε, λέγαν, άσκοπα κι ανόητα.’’

Η επικήδεια τελετή ήταν σεμνή.
Τον θάψαν γρήγορα και πρόχειρα.
Μα οι παριστάμενοι διαβάσαν σκεπτικοί,
στην επιτύμβια πλάκα,
την απάντηση του αυτόχειρα.

‘’Πέθανα, έγραφε, απο περιέργεια.
Ήμουν υλη κι έγινα ενέργεια.
Μ΄ έκανε άτρωτο ο θάνατος.
Στην αγκαλιά του έγινα Αθάνατος.’’
                                                                                                                                           Ν.Γ.

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ














Nίκησες κι εγώ πεθαίνω.
…………………………..
Ήμουν η ύπαρξη σου και
θανατώνοντας με. δετό
σ΄ αυτή την εικόνα, που
είναι η δική σου εικόνα,
πόσο ολοκληρωτικά
σκότωσες τον εαυτό σου’’.
Edgar Allan Poe

-          Καφέ ή  …κάτι πιο δυνατό; Τζιν, ας πούμε.
-          Καφέ, ευχαριστώ. Είναι ακόμα νωρίς για να πιω.
-          Λοιπόν; Σε τι θα μπορούσα να σας βοηθήσω;
-          Να με βοηθήσεις;… Ήρθα να σε γνωρίσω. Μου ΄χει μιλήσει για σένα….. Ξέρω επίσης ότι εδώ και αρκετό καιρό αρνείσαι να την δεις…. Αρνείσαι να της μιλήσεις.
-          Αλήθεια είναι. Αλλά σε τι θα σας είναι χρήσιμο να το ξέρετε;
-          Μ΄ αρέσει να μαθαίνω για το παρελθόν κάποιων προσώπων. Πέστο νοσηρότητα..  αν θελεις.
-          Είναι νοσηρότητα. Αλλά σας καταλαβαίνω. Κι εγώ κάποτε είχα τέτοιου είδους νοσηρότητα….Το αστείο είναι ότι εγώ ρωτούσα την ίδια. Μου τα  ΄λεγε χαρτί και καλαμάρι κι  υπέφερα….
-          Τη μισείς;
-          Τώρα την έχω συγχωρήσει. Πριν λίγο καιρό την κατηγορούσα. Όχι στους άλλους, φυσικά. Στον εαυτό μου….  Αλλ΄ αργότερα ανακάλυψα πως υπάρχει μια σκληρότητα όταν συγχωρείς αυτόν που σε πλήγωσε. Κατά κάποιο τρόπο παρατείνεις το αίσθημα της ενοχής του.
-          Δεν καταλαβαίνω…
-          Είναι γιατί ίσως ποτέ δεν πονέσατε αρκετά για να καταλάβετε η για να συγχωρήσετε. Αμφιβάλλω, άλλωστε, αν κι αυτή καταλαβαίνει…………
-          Ήσασταν όμως αρκετό καιρό μαζί.
-          Όπως το δει κανείς. Δε λέω, περάσαμε αρκετούς μήνες μαζί. Τη γνώρισα πέρσι το καλοκαίρι…..Αλήθεια πιστεύετε στον κεραυνοβόλο έρωτα;..
-          Μια δεύτερη ματιά βλάπτει.
-          Συμφωνώ. Αλλά, πιστέψτε με, εδώ πρόκειται για μια εξαίρεση… . Πολλές φόρες από τότε προσπάθησα να καταλάβω τι της βρήκα…. Ομολογώ ότι δεν τα κατάφερα, αν και τόσους μήνες πέρασαν διάφορα από το μυαλό μου. Ήμασταν τόσο διαφορετικοί…. Ξέρετε όταν τη γνώρισα έδειχνε τόσο ευάλωτη κι απροστάτευτη….Μπορεί αυτό να ήταν τελικά….. αλλά δεν ήταν. Ξέρει πολύ καλά να επιβιώνει . Αυτά συνιστούσαν μόνο μια βιτρίνα. Ήταν ένα εξαιρετικό δόλωμα και μάλιστα για κάποιον αρκετά μεγαλύτερο της όπως εγώ.
-          Και μετά;..
-          Μετά συνέβησαν τα γνωστά. … Ανήκω στις κλασικές περιπτώσεις… Θέλησα  να τη βοηθήσω…Κάναμε ταξίδια….Της έκανα όλα τα χατίρια….  Είχα αρχίσει να  κόβω και να ράβω τη ζωή μου στα μετρά της….
-          Κι αυτή;…
-          Αυτή…….αυτή κοιμόταν μ΄ όποιον έβρισκε μπροστά της. Το κάνει ακόμα;… Sorry. Ίσως παρασύρομαι και υπερβάλλω λίγο, αλλά η γενική εικόνα δεν νομίζω ότι μπορεί να αλλάξει..
-          Την θεωρείς….να το πω…πουτανα;…
-          Δεν θα το ΄λεγα έτσι….Εγώ θα έλεγα: εταίρα. Της αρέσει να παίζει το ρόλο που οι άνδρες προσδοκούν απ΄ αυτήν. Άλλες φόρες βουλιάζει στον κλασικό στρόβιλο μιας ακόλαστης ζωής – χωρίς  όμως να αναλαμβάνει τις ευθύνες της – κι άλλες φόρες εμφανίζει μια ικανότητα υπερβάσης, επιδεικνύοντας  μιαν ανωτερότητα εμποτισμένη με κάποια βαθιά αισθήματα και αξίες, που δεν νομίζω όμως ότι πολυκαταλαβαινει η νοιάζεται γι΄ αυτά. Είναι κομμάτι του παιχνιδιού επιβίωσης. Το κυριότερο όμως είναι πως γνωρίζει ότι οι άνδρες την βλέπουν σαν αντικείμενο, αλλά της είναι αδύνατο να σκεφτεί πως η μοίρα της την προορίζει για κάτι άλλο από το να διακοσμεί τα καρνέ τους.
-          Υπονοείς ότι ποτέ δεν σ΄ αγάπησε;
-          Αυτό το ξέρω. Μου το΄πε άλλωστε αρκετές φορές.
-          Μα δεν είναι δυνατόν… Κάτι θα την συγκίνησε σε σένα.
-          Σίγουρα κάτι την συγκινούσε…. Τουλάχιστον τον πρώτο καιρό που ήμασταν μαζί. … Ήταν η καλύτερη περίοδος που περάσαμε… Νομίζω πως την συγκινούσε το γεγονός ότι ένιωθε κατά κάποιο τρόπο αναγνωρισμένη. Ήμουν ο πρώτος που της έδειξε εκτίμηση γιατί πίστευα ότι είναι κάτι καλύτερο απ΄ αυτό που η ιδία νόμιζε ότι είναι……Ξέρετε…Αγαπά την αναγνώριση. Γι΄ αυτό και νιώθει να υπάρχει μονό στα βλέμματα των άλλων. Κι είναι τόσο μεγάλη η λαχτάρα της για αναγνώριση ώστε δεν θέλει να παραδεχτεί ότι πολλοί από τους εραστές της χαμογελούν ειρωνικά πίσω από την πλάτη της….. Κι ενώ αποζητά  μια ανταπόκριση, οι άνδρες της χαρίζουν μόνο τα βράδια που δεν μπορούν να περάσουν μ΄ άλλες γυναίκες. Η ακόρεστη διψά της για αναγνώριση είναι που καταστρέφει το πάθος που κάποιοι μπορεί να νιώσουν γι΄ αυτήν…..
-          Δηλαδή. ,, την λυπάσαι;
-          Κάθε άλλο…. Δεν μπορώ να την λυπηθώ. Κι ούτε έχω τέτοιο δικαίωμα….Άλλωστε την έχω αγαπήσει.
-          Σου λείπει;
-          Ναι, μου λείπει…..Με τον ίδιο τρόπο που κάποτε μου έλειπε και η μορφίνη…. Ήξερα ότι μου κάνει κακό κι έπρεπε να την σταματήσω.
-          Μα, απ΄ ότι ξέρω, αυτή ήταν που έδωσε τέλος στη σχέση σας.
-          Κατά μια έννοια, ναι. Κατά μια άλλη όμως,… όχι. Στην πραγματικότητα η σχέση αυτή ήταν ανέφικτη. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι ήταν ερωτευμένη μαζί μου όπως εγώ μαζί της, μιλάμε για συναισθήματα χωρίς κάτι κοινό. Για συναισθήματα  ασύμβατα μεταξύ τους. Αυτό, λοιπόν, που συνέβη ήταν να τελειώσει κάτι που από την αρχή το ξέραμε αμφότεροι ότι θα τέλειωνε. Ο καθένας με τον τρόπο του.
-          Τη ζηλεύεις.
-          Ζηλεύω που δεν είναι μαζί μου ή ποιο σωστά, που δεν μπορεί να είναι μαζί μου. Αλλά δεν τη ζηλεύω. …. Γιατί τελικά δεν είναι με κανένα. Και δεν είναι με κανένα γιατί θέλει να είναι με όλους…. Χαμογελάτε; Νομίζετε ότι λέω ακόμα μια κακία… Ε, λοιπόν όχι. Γιατί ούτε με σας είναι…. Το μονό που καταφέρατε είναι να προσθέσετε ακόμα μια γυναίκα στο καρνέ με τις ερωτικές επιτυχίες σας. Αν και, μεταξύ μας, στην πραγματικότητα ούτε αυτό έχει συμβεί. Εσείς προστεθήκατε στο δικό της καρνέ. Και ξέρετε γιατί;… Γιατί είναι ανίκανη ν΄ αγαπήσει και να αφοσιωθεί σ΄ αυτό που αγάπησε.
-          Φαίνεται να΄χεις πληγωθεί πολύ…. .Δεν σου πέρασε από το μυαλό να την εκδικηθείς;
-          Μου πέρασε…. Ξέρω πράγματα που μπορούν να της κάνουν κακό. Αλλά αυτός είναι ο πιο μπανάλ και ηλίθιος τρόπος να κάνεις κακό σε κάποιον. ….. Σκέφτηκα επίσης να την εκδικηθώ κάνοντας της όλα της  τα χατίρια … Να την κάνω να νιώθει ωραία λέγοντας της τα ψέματα που θα΄ θελε ν΄ ακούσει… Να της γίνω τόσο απαραίτητος, ανταποκρινόμενος απολύτως στα καπρίτσια της, που να μένει μαζί μου μόνο και μόνο γιατί κανείς άλλος δεν θα της έδινε τόσο εύκολα αυτά που θα της έδινα εγώ…. Αλλά… θα΄μουν ένας ακόμα άνδρας ανάμεσα σε άλλους… κι αποφάσισα ότι δεν θα το άντεχα… Έτσι έβγαλα το σφουγγαράκι  και προσπάθησα να τα σβήσω όλα. Κατέστρεψα όλα όσα έκανα γι΄ αυτή. …. Όσα τουλάχιστον μπορούσα να καταστρέψω…. Έφυγε.. Αλλά δεν πήρε τίποτα δικό μου μαζί της, σαν λάφυρο. Μόνο κάποιες αναμνήσεις που κι αυτές κάποτε θα ξεχαστούν. Επιθυμούσα να βγω τελείως απ΄τη ζωή της. Ακόμα κι από τη μνήμη της. Κι αν μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω, θα΄ σβηνα κάθε ίχνος το οποίο θα μπορούσε έστω κι αόριστα να υπονοεί, όχι να θυμίζει,  να δημιουργεί, έστω, κάποια μικρή  υποψία, ότι όλα αυτά συνέβησαν κάποτε……..Η πραγματική όμως εκδίκηση δεν ήταν αυτή, αλλά το γεγονός ότι παρ΄ ολα αυτά, τελικα, την συγχώρεσα.........

Μεσολάβησαν κάποια δευτερόλεπτα σιωπής.

-          Ευχαριστώ για τον καφέ, είπε και σηκώθηκε.

Πηρέ το καπέλο του από το διπλανό κάθισμα και με χαιρέτησε χωρίς να μου δώσει το χέρι του, με μια ελαφριά κάμψη του κεφαλιού. Δεν σηκώθηκα. Έμεινα στη θέση μου. Αυτός κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα. Πρώτα είδα την πόρτα ν΄ ανοίγει και μετά την άκουσα να κλείνει ….
Δυο λεπτά αργότερα συνειδητοποίησα ότι δεν υπήρχε πόρτα στον τοίχο, σ΄ αυτή την πλευρά του δωματίου. Κι όμως το φλιτζάνι του καφέ ήταν εκεί. Και στο τασάκι υπήρχαν γόπες τσιγάρων Καρέλια που δεν καπνίζω εγώ.

Νίκος Γιαννόπουλος
Αθήνα